Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ "ΘΑΡΡΟΣ"

«Στην πόλη χωρίς ιστορία…»
Μια συζήτηση με τη συγγραφέα του βιβλίου, Κατερίνα Μ. Μάτσου

Το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου, έγινε στο Κοβεντάρειο η παρουσίαση του βιβλίου της Κατερίνας Μάτσου «Στην πόλη χωρίς ιστορία», από το Δημήτρη Μυλωνά, την Τάσα Σιόμου και τον Μιχάλη Πιτένη. Η Κατερίνα Μάτσου γεννήθηκε στην Κοζάνη, όπου και κατοικεί και σπούδασε δημοσιογραφία. Το βιβλίο της με τίτλο «Στην πόλη χωρίς ιστορία» είναι μία έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης και βραβεύτηκε με το 3ο Βραβείο μυθιστορήματος κατά τον 27ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό για το 2008.

«Η ιστορία αρχικά απλή. Η Λήδα, μια κοπέλα του σήμερα, δασκάλα σε μία άγνωστη πόλη της ορεινής Βόρειας Ελλάδας, σε μία πόλη χωρίς ιστορία, όπως η ίδια τη χαρακτηρίζει, γνωρίζει τον Ανδρέα και γοητεύεται. Όπως γοητεύεται κι εκείνος από τη Λήδα κι αυτό γίνεται κατανοητό από τις πρώτες κιόλας σελίδες, όπως κατανοητοί γίνονται από την αρχή και οι λόγοι που τους χωρίζουν. Ο βασικότερος; Ο Ανδρέας είναι 62 ετών και η Λήδα 25. Από την αρχή γνωρίζουμε και για τη γνωριμία και τη φιλία της με την Έρη, τη δεύτερη νεαρή δασκάλα του σχολείου, που κατάγεται από μία πόλη μ’ έναν ακόμη πιο ασήμαντο αριθμό κατοίκων από τις ελάχιστες χιλιάδες του τόπου διορισμού τους, αλλά και για το Σταύρο, το νεαρό γοητευτικό καθηγητή του νεοσυσταθέντος πανεπιστημίου της πόλης και το ενδιαφέρον του για τη Λήδα, που εκείνη, παραδομένη στον ενθουσιασμό της για τον Ανδρέα, δεν τολμά να αποδεχτεί. Ούτε καν να παραδεχτεί. Κι όταν ένα βράδυ ο Ανδρέας τολμάει κι αφήνει στα χείλη της, καταμεσής του χειμώνα, ένα ανοιξιάτικο φιλί η Λήδα εύχεται σ’ ένα αστέρι που πέφτει να βρει τη δύναμη και το δρόμο και να τον συναντήσει ξανά σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο χρόνο, σ’ έναν άλλο κόσμο, τότε που κανένας λόγος δεν υπήρχε να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον.
Και να που η ευχή της, όσο απίθανη κι αν είναι, γίνεται πραγματικότητα και το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, στο άναμμα του πρώτου φανού εκείνης της Αποκριάς, η Λήδα λιποθυμά και ξυπνάει στον άλλο κόσμο, που ονειρευόταν, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60, ο ακριβής χρόνος δεν αναφέρεται πουθενά, αλλά αυτό είναι μία λεπτομέρεια που δεν έχει καμία απολύτως σημασία και καμία αξία. Συναντά κι εκεί την Έρη και τον Ορέστη, τον αδελφό της στο τότε και στο το τώρα, αλλά και την κυρά-Σεβαστή, την αγαπημένη θεία του Ανδρέα, τη σπιτονοικοκυρά της τους χρόνους εκείνους και από τις πρώτες στιγμές την αιτία και αφορμή του ταξιδιού της σ’ αυτό τον κόσμο: Τον Ανδρέα. Τον Ανδρέα των χρόνων εκείνων, νεαρό και ανερχόμενο στρατιωτικό, νεαρό σαν εκείνη, που συνεχίζει να είναι η ονειροπόλα δασκάλα της Γ΄ τάξης στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της. Σ’ αυτό το χρόνο αφήνουν τα συναισθήματα τους ελεύθερα και το φλερτ δυναμώνει. Κι η Λήδα μαθαίνει τι γεύση έχει το φιλί, όταν και τα πιο απίθανα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Όπως μαθαίνει και πως τα όνειρα δεν κρατούν ποτέ πολύ, μα σημασία, είπε ο Καβάφης, έχει το ταξίδι, όχι η Ιθάκη».

- Αγαπητή Κατερίνα, από πότε άρχισες να γράφεις, πότε ένιωσες μέσα σου για πρώτη φορά την ανάγκη και την επιθυμία να εκφραστείς μέσω της συγγραφής;
- Νομίζω στα μαθητικά μου χρόνια, ελάχιστα όμως τότε, το διάβασμα δεν άφηνε χρόνο για περισσότερα. Αργότερα την εποχή των σπουδών μου βρήκα την ευκαιρία και το θάρρος να δημοσιεύσω τα πρώτα διηγήματά μου. Καλοκαίρι του 1997 θυμάμαι, παράλληλα με τις πρώτες δημοσιογραφικές προσπάθειες που κάνω στην εφημερίδα με την οποία και σήμερα συνεργάζομαι, στο ΘΑΡΡΟΣ, άρχισα να δημοσιεύω διηγήματα στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ. Και πήρα πολύ καλές κριτικές, αν και δεν το περίμενα. Το πρώτο διήγημα που έδωσα στον κύριο Καραγιάννη για δημοσίευση, ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα το απορρίψει. Δεν το απέρριψε, το δημοσίευσε. Και κάπως έτσι έγινε η αρχή.
- Ποιο ήταν το ερέθισμα για να γράψεις αυτό το βιβλίο;
- Η αφορμή ήταν ένα βαρύ, σχεδόν παράλογο καλοκαίρι. Ένα πρόβλημα υγείας που έπρεπε να αντιμετωπίσω, ιάσιμο και καθ’ όλα παροδικό, κουραστικό ωστόσο, αναστάτωσε την καθημερινότητα μου για ένα περίπου μήνα! Κάτι τέτοιες παράλογες στιγμές το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι ν’ αφήσεις τις μέρες να κυλήσουν και να βρεις μία έξοδο κινδύνου, για να δραπετεύσει το μυαλό από την κούραση των στιγμών. Η γραφή μου έδινε πάντα αυτή την δυνατότητα και σ’ αυτήν κατέφυγα και τότε. Θυμήθηκα, ασυναίσθητα τελείως, μία ιδέα που παλιότερα είχα για ένα ταξίδι στο παρελθόν, ένα ταξίδι στο πριν, σε εποχές που η γενιά μου δεν έζησε, για χάρη ενός έρωτα. Τότε όμως, το καλοκαίρι του 1998, όταν προσπάθησα πρώτη φορά να απλώσω την ιστορία πάνω στις λευκές σελίδες, ελάχιστα κατάφερα. Μάλλον, γιατί τότε τα σκεφτόμουν και προσπαθούσα να τα εξηγήσω όλα με βάση τη λογική κι αν κάτι λείπει απ’ όλη αυτή την ιστορία, αυτό είναι η λογική. Εκείνο το παράλογο καλοκαίρι, έξι χρόνια μετά την πρώτη απόπειρα, άφησα τη λογική στην άκρη κι έδωσα προτεραιότητα στη φαντασία. Να σου πω την αλήθεια, νιώθω πως αυτή η ιστορία γράφτηκε σχεδόν από μόνη της. Εγώ απλά έβαζα σε μια σειρά τις λέξεις. Όλα τα υπόλοιπα, η έναρξη, η πλοκή και η κατάληξη, ήρθαν μόνα τους. Και πριν καλά-καλά τελειώσει το καλοκαίρι και πριν καλά-καλά καταλάβω κι εγώ η ίδια τι ακριβώς ή τι περίπου συνέβαινε η Λήδα, ο Ανδρέας, η Έρη, ο Ορέστης κι όλοι οι υπόλοιποι ήρωες αυτής της παράδοξης ιστορίας πήραν μορφή κι ανάσα, έγιναν συνδαιτυμόνες και συνοδοιπόροι μου και μου δίδαξαν πόσο συναρπαστικό είναι το ταξίδι στο όνειρο και στο αδύνατο.
- Πόσο καιρό σου πήρε η ολοκλήρωσή του;
- Ασχολήθηκα με αυτό το βιβλίο ένα ολόκληρο καλοκαίρι, το ολυμπιακό καλοκαίρι του 2004. Από τότε και μέχρι την τελική εκτύπωση του φέτος η ιστορία βρισκόταν σε μία φάση διαρκούς διόρθωσης. Το συνηθίζω αυτό με ό,τι γράφω. Το 2008 έλαβα μέρος στο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, απ’ όπου κατάφερα να αποσπάσω το 3ο βραβείο και φέτος, το 2010 η Ν.Α. Κοζάνης είχε την ευγενή καλοσύνη να συμπεριλάβει το έργο μου στις εκδόσεις της νομαρχίας.
- Ποια ήταν η αφορμή για τον συγκεκριμένο τίτλο «Στην πόλη χωρίς ιστορία» και πόσο ο τίτλος αυτός συνδέεται με την πόλη της Κοζάνης;
- Δεν ξέρω γιατί ακριβώς έδωσα αυτό τον τίτλο. Ακολουθώ σε ό,τι γράφω τη συμβουλή ενός καθηγητού μου στη δημοσιογραφία, που μας έλεγε να επιλέγουμε τίτλο, αφού ολοκληρώσουμε ό,τι γράφουμε, είτε πρόκειται για απλό ρεπορτάζ, είτε για μυθιστόρημα. Εγώ επέλεξα τον τίτλο, όταν είχα ήδη ολοκληρώσει την πρώτη σελίδα. Συνδέεται με την Κοζάνη σίγουρα, αν και δεν ήθελα το βιβλίο μου να αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη πόλη. Βέβαια τις Αποκριές και τις γειτονιές της Κοζάνης περιγράφω, μα μόνο αυτές γνωρίζω από πάντα και από μέσα και μόνο αυτές μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια. Άλλωστε, ένιωθα πάντα πως η Κοζάνη είναι μία πόλη χωρίς ιστορία. Η απουσία αρχαίων μνημείων στον τόπο μας, στη γειτονιά μας μέσα, αλλά και η απουσία της από τα σχολικά μας βιβλία, μας έπειθε χρόνια τώρα πως ιστορία ο τόπος αυτός δεν έχει, λες και ξεφύτρωσε ξαφνικά η πόλη στο σήμερα, στην αυλή ενός κάστρου από εργοστάσια της Δ.Ε.Η. και κακοτράχαλα βουνά. Μάλλον από αυτή τη βεβαιότητα για την Κοζάνη, την πόλη μου, προέρχεται ο τίτλος, αν και η πόλη της ιστορίας είναι πιο πολύ φανταστική, παρά πραγματική.
- Συνήθως οι συγγραφείς περιλαμβάνουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έργα τους. Εσύ πόσα κοινά αισθάνεσαι ότι έχεις με την ηρωίδα του βιβλίου σου, πόσο ταυτίζεσαι μαζί της;
- Σίγουρα όλοι οι συγγραφείς δίνουν στους ήρωες τους δικά τους χαρακτηριστικά και σίγουρα το έκανα κι εγώ, όχι όμως επί τούτου. Δεν το σκέφτεσαι αυτά, όταν γράφεις. Η γραφή είναι μία υποσυνείδητη, σχεδόν ασυνείδητη διαδικασία. Μετά το ανακαλύπτει και ο συγγραφέας με έκπληξη. Δε θα έλεγα πως έχω πολλά κοινά με τη Λήδα, ίσως μόνο την αισιοδοξία και τα όνειρα. Είμαι αισιόδοξο άτομο, πιθανόν η μόνη που αισιοδοξεί ότι θα βγούμε νικητές από την οικονομική κρίση και κάνω πάντα όνειρα. Τα όνειρα άλλωστε μας δίνουν τη δύναμη να συνεχίσουμε να ζούμε και είμαι πολύ νέα για να πάψω από τώρα να ονειρεύομαι το μέλλον.
- Το βιβλίο μιλάει για ένα «ταξίδι στο παρελθόν». Τι σηματοδοτεί για σένα αυτό το ταξίδι;
- Για μένα και για όλους ένα ταξίδι στο παρελθόν ή και στο μέλλον είναι ένα φανταστικό ταξίδι. Αφού δεν έχουμε εφεύρει ακόμα τη χρονομηχανή του Wells, το ταξίδι στο χρόνο είναι μόνο όνειρο, ένα θέμα που έχουν πραγματευτεί πολλές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες και σειρές και πολλά βιβλία και μου άρεσαν πάντα. Μου αρέσει η φανταστική λογοτεχνία, αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Ιούλιος Βερν. Για τη Λήδα το ταξίδι στο παρελθόν είναι η πραγμάτωση των στόχων της, ο τρόπος να βρεθεί κοντά στον Ανδρέα. Για μένα το ταξίδι αυτό πραγμάτωσε ένα δικό μου στόχο, λίγο πιο γήινο. Να διακριθώ για κάτι που έχω γράψει και να δω το όνομά μου να φιγουράρει στο εξώφυλλο ενός βιβλίου!
- Δημοσιογραφία - Συγγραφή… Πόσο αλληλοεπηρεάζονται αυτά τα δύο στην περίπτωσή σου και ποιο από τα δύο νιώθεις να σε χαρακτηρίζει περισσότερο;
- Καταρχήν εγώ είμαι δημοσιογράφος. Και δημοσιογράφος θα συνεχίσω να είμαι, δε θεωρώ πως έγινα έτσι ξαφνικά συγγραφέας, επειδή έγραψα αυτό το βιβλίο, ένα και μόνο βιβλίο. Απλά ασχολήθηκα με τη δημοσιογραφία, γιατί μου άρεσε να γράφω. Κι αποφάσισα να μάθω να γράφω πιο σωστά απ’ ό,τι μέχρι τότε έγραφα και πιο ολοκληρωμένα. Και η δημοσιογραφία με βοήθησε σ’ αυτό. Πολύ. Είχα και στα 4 φοιτητικά μου χρόνια καταπληκτικούς δασκάλους της ελληνικής γλώσσας, που με βοήθησαν να διορθώσω λάθη, που μέχρι τότε έκανα στο γραπτό και στον προφορικό λόγο και να καλύψω κενά της γνώσης. Δεν είμαι συγγραφέας και ίσως να μη γίνω συγγραφέας ποτέ, θα είμαι όμως πάντα δημοσιογράφος και μόνο σ’ αυτό τον τομέα είμαι απόλυτα σίγουρη για το αποτέλεσμα της δουλειάς μου.

Δ.Κ.


- Δημοσιεύτηκε στο ΘΑΡΡΟΣ, 17/12/2010, αρ.φ. 13625. σελ. 8.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ "ΔΥΤΙΚΗ"

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ Μ. ΜΑΤΣΟΥ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗ «ΔΥΤΙΚΗ»

Είναι μεγάλη τιμή για μένα το γεγονός ότι η Κατερίνα Μ. Μάτσου δέχτηκε να φιλοξενηθεί στη ΔΥΤΙΚΗ και να μας μιλήσει για την αγάπη της για τη γραφή, για το μυθιστόρημά της «Στην πόλη χωρίς ιστορία», το οποίο απέσπασε το 3ο βραβείο στον 27ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, αλλά για τις ιδέες που τριγυρίζουνε στα μυαλό της για τη συγγραφή ενός δεύτερου βιβλίου.

- Κυρία Μάτσου, την περασμένη εβδομάδα παρουσιάστηκε το πρώτο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Στην πόλη χωρίς ιστορία». Θα θέλαμε να μας πείτε τι πραγματεύεται το βιβλίο και με ποια αφορμή επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε;
- Το βιβλίο αυτό διηγείται μία φανταστική ιστορία, ένα όνειρο της Λήδας, της ηρωίδας μου, για χάρη ενός έρωτα κι ενός άνδρα. Η Λήδα, μια κοπέλα του σήμερα δασκάλα σε μία ορεινή, της βόρειας μακεδονικής περιφέρειας πόλη συναντά τον Ανδρέα και γοητεύεται. Μόνο που ο Ανδρέας είναι πλέον 62 χρόνων και η Λήδα 25. Κι όταν ένα βράδυ εκείνος τολμά κι αφήνει στα χείλη της ένα ανοιξιάτικο φιλί η Λήδα εύχεται σ’ ένα αστέρι που πέφτει να βρει τη δύναμη και το δρόμο και να τον συναντήσει ξανά σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο χρόνο και σ’ έναν άλλο κόσμο, τότε που κανένας λόγος δεν υπήρχε να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον. Και να που η ευχή της γίνεται πραγματικότητα και το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, στο άναμμα του πρώτου φανού εκείνης της Αποκριάς, η Λήδα λιποθυμά και ξυπνάει στον άλλο κόσμο, που ονειρευόταν, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60. Συναντά κι εκεί τη φίλη της, την Έρη και τον Ορέστη, τον αδελφό της και την αιτία και αφορμή του ταξιδιού της σ’ αυτό τον κόσμο: Τον Ανδρέα. Τον Ανδρέα των χρόνων εκείνων, νεαρό και ανερχόμενο στρατιωτικό σαν εκείνη, που συνεχίζει να είναι η ονειροπόλα δασκάλα της Γ΄ τάξης στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της. Σ’ αυτό το χρόνο αφήνουν τα συναισθήματα τους ελεύθερα και το φλερτ δυναμώνει. Κι η Λήδα μαθαίνει πως είναι να γίνονται πραγματικότητα τα πιο απίθανα όνειρα. Όπως μαθαίνει και πως τα όνειρα δεν κρατούν ποτέ πολύ, μα σημασία, είπε ο Καβάφης, έχει το ταξίδι, όχι η Ιθάκη.
Η αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο ήταν ένα βαρύ, σχεδόν παράλογο καλοκαίρι. Κάτι τέτοιες παράλογες στιγμές το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι ν’ αφήσεις τις μέρες να κυλήσουν και να βρεις μία έξοδο κινδύνου, για να δραπετεύσει το μυαλό από την κούραση των στιγμών. Η γραφή μου έδινε πάντα αυτή τη δυνατότητα και σ’ αυτήν κατέφυγα και τότε. Θυμήθηκα, μία ιδέα που παλιότερα είχα για ένα ταξίδι στο παρελθόν, σ’ εποχές που η γενιά μου δεν έζησε ποτέ. Τότε όμως, το καλοκαίρι του 1998 θυμάμαι, όταν προσπάθησα να απλώσω την ιστορία πάνω στις λευκές σελίδες, ελάχιστα κατάφερα. Μάλλον, γιατί τότε τα σκεφτόμουν και προσπαθούσα να τα εξηγήσω όλα με βάση τη λογική κι αν κάτι λείπει απ’ όλη αυτή την ιστορία, αυτό είναι η λογική. Εκείνο το παράλογο καλοκαίρι, έξι χρόνια μετά την πρώτη προσπάθεια, άφησα τη λογική στην άκρη κι έδωσα προτεραιότητα στη φαντασία. Κι όλα τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους.
Όσο για τον τίτλο, δεν ξέρω πως γεννήθηκε αυτός ο τίτλος στο μυαλό μου. Μάλλον από το παράπονό μου, ότι ποτέ κανένα σχολικό βιβλίο δεν ανέφερε την Κοζάνη. Και μας έδιναν την εντύπωση ότι ζούμε σε μία πόλη χωρίς ιστορία. Δεν είναι η Κοζάνη η πόλη της Λήδας, τουλάχιστον όχι κατ’ όνομα, μα τις Αποκριές και τις γειτονιές της Κοζάνης περιγράφω, μα μόνο αυτές γνωρίζω από πάντα και από μέσα και μόνο αυτές μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια.
- Οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί ή φανταστικοί;
- Οι χαρακτήρες είναι φυσικά φανταστικοί. Σίγουρα η Λήδα έχει στοιχεία δικά μου, μα αυτό δεν είναι πρωτότυπο, ούτε το έκανα επί τούτου. Πάντα ο συγγραφέας κάθε ιστορίας δίνει ασυναίσθητα στους χαρακτήρες που δημιουργεί, δικά του χαρακτηριστικά. Δεν το κάνει επίτηδες. Αν προσπαθήσεις να γράψεις μια ιστορία με ήρωες πραγματικούς ανθρώπους, πριν αυτοί περάσουν στην ιστορία και στο παρελθόν, έχεις χάσει το παιχνίδι. Με πραγματικά πρόσωπα γράφεις ιστορία, όχι μυθιστόρημα. Ούτε τα επαγγέλματα ή τα ονόματα των προσώπων έχουν κάποια σχέση με γνωστούς μου ανθρώπους. Μόνα τους εμφανίστηκαν στην πλοκή του μύθου, ικανοποιούσε το καθένα μια διαφορετική ανάγκη. Κάλυπτε το καθένα ένα διαφορετικό κενό. Την ιστορία, την κάθε ιστορία δεν τη γράφει τελικά ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας είναι το μέσο για να φανερωθεί η ιστορία στο αναγνωστικό κοινό. Το κάθε βιβλίο ολοκληρώνεται, όταν έρθει για το καθένα η κατάλληλη στιγμή. Πριν απ’ αυτή, ό,τι και να κάνει ο συγγραφέας κι όσο κι αν μοχθήσει, δεν πετυχαίνει τίποτα απολύτως.
- Κατά τον 27ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, βραβευτήκατε με το 3ο βραβείο για το μυθιστόρημά σας. Τι σημαίνει αυτό για εσάς; Αποτελεί εφαλτήριο για τη συγγραφή ενός δεύτερου βιβλίου;
- Σίγουρα η επιβράβευση των στόχων και του έργου σου, σου δίνει την ώθηση να συνεχίσεις και παρακάτω. Έχω την εντύπωση, πως εγώ, ακόμη και τελευταία να έβγαινα στο διαγωνισμό, δε θα σταματούσα να γράφω. «Πάσχω» χρόνια τώρα από την ασθένεια της γραφής κι είναι η μόνη αρρώστια για την οποία δεν ψάχνω εμβόλιο. Ίσως η απόρριψη να με πείσμωνε περισσότερο. Η αποδοχή και η επιβράβευση σε ευχαριστεί -εμένα τουλάχιστον με ευχαρίστησε πάρα πολύ- και επιβραβεύει τους κόπους σου, τον ιδρώτα και τα ξενύχτια σου. Εγώ τουλάχιστον έτσι ένιωσα. Ότι επιβραβεύτηκε ο κόπος μου κι αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση. Πολύ μεγάλη. Σίγουρα θα υπάρξει και δεύτερο βιβλίο, μες στο μυαλό μου τριγυρίζουν ήδη διάφορες ιδέες, μα με τι θέμα και με ποια αφορμή θα το γράψω και πότε, δεν ξέρω. Θα φανερωθεί την κατάλληλη στιγμή.
- Είστε ήδη μια καταξιωμένη δημοσιογράφος. Μήπως, τελικά, θα σας κερδίσει η συγγραφική σας ιδιότητα ή θα παραμείνετε στο χώρο της δημοσιογραφίας;
- Δεν ξέρω αν είμαι καταξιωμένη δημοσιογράφος, το μόνο σίγουρο είναι πως είμαι δημοσιογράφος και δεν επιδιώκω να αποκτήσω τον τίτλο του συγγραφέα. Είναι πολύ βαρύς αυτός ο τίτλος και δεν μπορώ ακόμα να τον σηκώσω στους ώμους. Άλλωστε, δημοσιογράφος έγινα από την αγάπη μου για τη γραφή, για να μάθω να γράφω και κυρίως να γράφω σωστά κι ελπίζω να τα κατάφερα. Δημοσιογράφος θα είμαι πάντα και δεν πρόκειται η μία ιδιότητα να απορροφήσει ή να διώξει την άλλη. Όσο μπορώ θα τις κρατάω «αδελφομένες».
- Η Ν.Α. Κοζάνης εξέδωσε το βιβλίο σας, ακολουθώντας μια παράδοση πολλών ετών στο χώρο των εκδόσεων. Ποια είναι η γνώμη σας; Πιστεύετε ότι οι τοπικοί θεσμοί θα πρέπει να δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν τον τομέα;
- Θεωρώ πως αυτή η προσπάθεια της Ν.Α. Κοζάνης να ενισχύσει τις τοπικές εκδόσεις είναι ιδιαίτερα σημαντική. Κυρίως, γιατί μας απαλλάσσει από την ανάγκη να απευθυνθούμε σε εκδοτικούς οίκους εκτός πόλεως στις μεγάλες πόλεις Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η Κοζάνη δυστυχώς πάντα πίστευε κι ακόμα πιστεύει ότι είναι απλά «επαρχία» και κανείς δεν προσπάθησε να της αλλάξει αυτή τη βεβαιότητα. Νομίζω ότι με έναν πιο οργανωμένο και πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό μπορεί να κάνει πολλά, στέλνοντας τα βιβλία και στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Όχι πανελληνίως, δεν είναι ανάγκη, στην αγορά της περιφέρειας πρώτα και μετά οπουδήποτε αλλού. Η τοπική εξουσία, η κάθε τοπική εξουσία πρέπει να στηρίζει και να προβάλει τις προσπάθειες των ανθρώπων της, ειδικά στο χώρο του πνευματικού πολιτισμού.
- Σας ευχαριστώ θερμά.
- Κι εγώ σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε.


Η Κατερίνα Μ. Μάτσου γεννήθηκε στην Κοζάνη, όπου και κατοικεί. Είναι δημοσιογράφος, απόφοιτος του Ε.Ε.Σ. North και του Ι.Ι.Ε.Κ. ΔΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης. Έχει εργαστεί ως υπεύθυνη Τύπου της Νομαρχιακής Επιτροπής μεγάλου κόμματος στην Κοζάνη και συνεργάζεται με πολλές τοπικές εφημερίδες και περιοδικά.
Για δύο τηλεοπτικές σεζόν (2006-2008) συνεργάστηκε με τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό TOP CHANNEL Κοζάνης ως επιμελήτρια και παρουσιάστρια της εκπομπής πολιτισμού «Περί τέχνης, λόγου και βιβλίων».
Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών στο πρόγραμμα: «Εγκυκλοπαίδεια Ελληνικού Τύπου-Ο Τύπος της Κοζάνης» (Δεκέμβριος 2001-Μάιος 2002).
Έχει διακριθεί από το Σύνδεσμο Γραμμάτων & Τεχνών ν. Κοζάνης με δίπλωμα Τιμής και Αναμνηστικό Μετάλλιο για την προβολή και ανάδειξη των μουσείων του νομού Κοζάνης (Σεπτέμβριος 2003). .
Κατά τον 27ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, που προκήρυξε η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) για το 2008 βραβεύτηκε με το 3ο βραβείο για το μυθιστόρημα «Στην πόλη χωρίς ιστορία».
Είναι μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων Περιοδικού & Ηλεκτρονικού Τύπου (Ε.ΔΗ.Π.Η.Τ.) Μακεδονίας-Θράκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Συνεργασίας Νέων Λογοτεχνών.


- Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΔΥΤΙΚΗ, 16/12/2010, αρ.φ. 104, σελ. 6.