Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΣΕΡΡΑΣ & ΚΑΠΟΙΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ!

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Οι Σέρρες (ή «τα Σέρρας», για τους εραστές της παλαιότερης και -κατά τους ιστορικούς ερευνητές- και σωστότερης ονομασίας) δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, σε μας, τους Δυτικομακεδόνες, πόλη. Ελλείψει θάλασσας δεν έγιναν ποτέ ο τόπος των καλοκαιρινών μας διακοπών, η τηλεόραση και οι εφημερίδες, άνευ αφορμής εγκλήματος, δε μιλούν ποτέ για πόλεις άνω της Λάρισας και όταν επιλέγεται ως τόπος σπουδών -ακούσια συνήθως, από ελάχιστους εκούσια- το αποδεχόμαστε με σκεπτικισμό για να ψάξουμε την αμέσως επόμενη στιγμή έναν τρόπο μετεγγραφής σε πιο …οικείους -και όχι αναγκαστικά πιο κοντινούς μας- τόπους.
Η σημερινή πρωτεύουσα του νομού Σερρών μετράει μία ιστορία μεγαλύτερη των 2.000 χρόνων και γύρω στους 90.000 μόνιμους κατοίκους. «Μήλον της έριδος» ανάμεσα σε Έλληνες, Βούλγαρους και Τούρκους σε διάφορες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, από τις πιο παλιές μέχρι τις πιο πρόσφατες, η πατρίδα του Εμμανουήλ Παπά και του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναγκάστηκε πολλές φορές να οπλιστεί με πείσμα και ν’ αναγεννηθεί κυριολεκτικά από τις στάχτες της, για να αφήνει σήμερα έντονο το αποτύπωμά της στο βορειοελλαδικό χώρο. Η σημερινή όψη της πόλης δε διαφέρει σε τίποτα απ’ όλες τις άλλες σύγχρονες, μακεδονίτικες πόλεις. Ψηλά, μοντέρνα κτίρια, γρήγοροι, μα, σαν επαρχία, όχι αγχωτικοί, ρυθμοί και τρόποι ζωής, συνεχώς εξελισσόμενη οικονομία και ανάπτυξη. Η σελίδα του Δήμου Σερρών στο διαδίκτυο ξαφνιάζει ευχάριστα με την πληρότητα και τον όγκο των πληροφοριών που προσφέρει στον επισκέπτη, που θα πληκτρολογήσει ανυποψίαστος την ηλεκτρονική διεύθυνση www.serres.gr και η ίδια η πόλη είναι ένα ευχάριστο πανόραμα εικόνων και χρωμάτων. Ίσως κάποιοι πουν πως σ’ αυτό βοηθάει και η γειτονική Θεσσαλονίκη. Σίγουρα όμως τον πρώτο ρόλο παίζει το πείσμα και η όρεξη των κατοίκων της, που έμαθαν πολύ καλά και πολύ νωρίς στους τόσους αιώνες της πολυκύμαντης ιστορίας τους, πως καμία πόλη δε ζει από τους γείτονές της μόνο.
Το σερραϊκό περιοδικό ΓΙΑΤΙ το συνάντησα τυχαία στο γραφείο ενός άλλου περιοδικού, επαρχιακού κι αυτού, της δικής μας ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ. Στις σελίδες της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ άλλωστε είχα πρωτοσυναντήσει το όνομά του, στη στήλη παρουσίασης νέων βιβλίων και περιοδικών και μου είχε κάνει εντύπωση και τότε ο τόπος καταγωγής. Το παρουσιαστικό του όμως, όταν για πρώτη φορά το πήρα στα χέρια μου, μόνο επαρχία δε θύμιζε. Ωστόσο δεν έψαξα τότε για άλλες πληροφορίες. Το ξεφύλλισα μόνο βιαστικά κι ύστερα ίσως και να το λησμόνησα.
Το δημιουργό και εκδότη του, δραστήριο δημοσιογράφο και συγγραφέα -αμέτρητων, μου φαίνεται- βιβλίων Βασίλη Ι. Τζανακάρη είχα την τύχη να γνωρίσω εδώ, στην Κοζάνη, στην παρουσίαση του τελευταίου του βιβλίου, με τον ποιητικό τίτλο «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν», μία άτυπη καταγραφή της ύστατης εποχής της ληστοκρατίας τη δεκαετία 1920-1930. Σε κάποια από τις σελίδες του ξεχώριζε μία εξαισίου κάλους φωτογραφία του Φώτη Γιαγκούλα, του ληστή από το Μεταξά, που λίγο πριν τα 20 του χρόνια είχε ήδη διαπράξει 8 φόνους και είχε επικηρυχτεί για το αστρονομικό -την εποχή εκείνη- ποσό των 100.000 δρχ! Με αυτή τη φωτογραφία ως παράδειγμα εξηγούσαν οι εκλεκτοί ομιλητές την προτίμηση του ωραίου φύλου στους ληστές των ορέων. Εκείνο όμως που πιο έντονα θυμάμαι από τη βραδιά εκείνη ήταν η συγκίνηση του κυρίου Τζανακάρη, όταν αναφέρθηκε στην πρωινή επίσκεψή του στο Λαογραφικό Μουσείο της Κοζάνης. Ενθουσιασμένος από όσα εκεί αντίκρισε, δάκρυσε, γιατί αυτό είναι ένα έργο που στην πόλη του, τα Σέρρας, δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Οι Βούλγαροι κατακτητές, οι χειρότεροι και επαναλαμβανόμενοι κατακτητές της, άφησαν έντονα τα σημάδια τους στην πόλη και στην περιοχή, καταστρέφοντας και λεηλατώντας οτιδήποτε ωραίο. Ή απλά, οτιδήποτε θα μπορούσε στο μέλλον να αποτελέσει κομμάτι ενός μουσείου. Με ξάφνιασαν τα λόγια του. Ίσως και να με συγκλόνισαν. Μιλώντας μαζί του, λίγο αργότερα, μου θύμισε μία ρήση του αειμνήστου συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, που έλεγε ότι πρέπει να διαβάζουμε την ελληνική ιστορία κλαίγοντας. «Θα έλεγα ότι είναι τόσα τα πάθη του λαού μας», συμπλήρωσε ο κος Τζανακάρης τα λόγια του αγαπημένου του φίλου, «που πρέπει και να τη γράφουμε κλαίγοντας». Έδωσα τίτλο και τελείωσα το ρεπορτάζ μ’ αυτή τη φράση. Τη συγκίνηση του επισκέπτη μας όμως δεν τόλμησα να την αναφέρω.
Παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να περάσει ένας ακόμη χρόνος μέχρι ν’ αποφασίσω να ζητήσω τη μηνιαία συνδρομή του περιοδικού από τα Σέρρας και άλλοι έξι μήνες μέχρι να βρεθώ εκεί, τυχαία και για λόγους που καμία σχέση με τη γραφή δεν είχαν, τον περασμένο Νοέμβρη. Ο κύριος Τζανακάρης, με έκπληξή μου, με θυμόταν ακόμα, όταν του τηλεφώνησα και είχα την ευκαιρία να με ξεναγήσει τόσο στα γραφεία του ΓΙΑΤΙ -όπου δε βρίσκεις χώρο να καθίσεις από τα βιβλία και τις εφημερίδες, η παλαιότερη μία εγγλέζικη εφημερίδα του 1850- όσο και στο κέντρο της πόλης, που λάμπρυνε εκείνο το πρωινό της Κυριακής -και τις διαθέσεις μας- από έναν υπέροχο ήλιο. Σ’ εκείνη τη συνάντησή μας πληροφορήθηκα πως το σωστό όνομα της πόλης είναι τελικά «Σέρρας», όπως οι παλαιότεροι θυμούνται και το προτιμούν ακόμα και όχι το εκδημοτικισμένο «Σέρρες» και πως το περιοδικό, το ΓΙΑΤΙ, συμπληρώνει φέτος 30 χρόνια ζωής και ασυναίσθητα θυμήθηκα πάλι την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ. Είχε γιορτάσει και η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ εκείνες τις μέρες τα γενέθλιά της, κατά 10 κεράκια λιγότερα από το σερραίο φίλο της. Στο πάρτι της δικής της ενηλικίωσης ήμουν το βράδυ πριν την αναχώρησή μου για εκεί.
Τελείωσε γρήγορα εκείνη η επίσκεψη του τέλους του Νοέμβρη στη σερραϊκή πρωτεύουσα -ήταν άλλωστε μόνο για ένα σαββατοκύριακο και τα σαββατοκύριακα πάντα βιάζονται να τελειώσουν- και ήμουν η μόνη από τους συνταξιδιώτες μου, που έφερα από το ταξίδι μου αναμνηστικά, περιοδικά και βιβλία. Μου άρεσε όμως αυτή η πόλη. Μου άρεσε πολύ. Μου άρεσε ο πλατύς ορίζοντας που την τύλιγε, ασυννέφιαστα γαλάζιος εκείνη την Κυριακή και η αχνή μορφή των βουνών στο βάθος, φρουροί και φύλακες, γεννήτορες της Μακεδονίας. Μου άρεσε γιατί συνάντησα μία πόλη που γνωρίζει και αναγνωρίζει την ιστορία της κι αυτό, στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Είμαστε ένας λαός που, όσο πιο κοντά στα βόρεια σύνορα της χώρας βρισκόμαστε, τόσο μικρότερη γνώση της πανελλήνιας και τοπικής μας ιστορίας έχουμε. Κάποτε μάλιστα μας έλεγαν -και μας είχαν πείσει γι’ αυτό- πως εμείς εδώ στη Μακεδονία δεν έχουμε ιστορία, μόνο έναν Μέγα Αλέξανδρο, μα κι αυτός, τι κι αν έφτασε μέχρι την Ινδία, πέθανε στα 33 του χρόνια και την ιστορία του τη διδασκόμαστε βιαστικά στο τέλος του σχολικού έτους, όπως και το Μακεδονικό Αγώνα, λίγες τάξεις αργότερα, που μπορεί να μη διδαχτούμε και καθόλου, γιατί ακολουθούν άλλα, σημαντικότερα, λένε οι ειδήμονες, κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας. Η Κοζάνη δεν ξέφυγε απ’ αυτή τη βεβαιότητα και ξαφνιάστηκε, όταν είδε τα αρχαιολογικά ευρήματα, τόσο στην Αιανή, όσο και κατά την πορεία δημιουργίας της νέας Εγνατίας. Δεν μπορεί ακόμα να κατανοήσει πως βρέθηκαν εδώ οι άνθρωποι του νεολιθικού και αρχαίου κόσμου και εδώ που τα λέμε, κανένας δεν προσπάθησε να της εξηγήσει το λόγο. Τα Σέρρας όμως και το ΓΙΑΤΙ έχουν μελετήσει κι έχουν κατανοήσει την πορεία της ιστορίας τους. Ίσως γιατί οι άνθρωποι -όπως κι αν ονομαζόταν ο κατακτητής- ήταν τόσο σκληροί μαζί τους, που δεν τους άφησαν να τους ξεχάσουν. Οι Βούλγαροι επιβάλλονταν πάντα με την ιδιότητα του νόμιμου κατόχου της περιοχής, αναζητώντας διέξοδο στο χρυσοφόρο Αιγαίο και η επιβολή τους αυτή μόνο με σφαγές και αιματοχυσία μπορούσε να ανεχτεί από τους Έλληνες κατοίκους. Η Κοζάνη, χαμένη πάντα πάνω στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, δεν είχε ποτέ τόσο άγριους δυνάστες. Μ’ ένα προνόμιο, που της εξασφάλισε, κάποια χρονιά του 17ου αιώνα, ο πρώτος άρχοντάς της, ο Χαρίσης Τράντας, η πόλη είχε ανακηρυχτεί μαλικιανές, κτήμα δηλ. της μητέρας του σουλτάνου. Με την παροχή αυτών των προνομίων οι Κοζανίτες απαλλάσσονταν απ’ ορισμένους φόρους, απαγορευόταν στον τουρκικό στρατό να διαμένει και να περνάει μέσα από την πόλη, αν δεν ξεπετάλωνε τα άλογά του, απαγορευόταν η εγκατάσταση Οθωμανών στην πόλη και οι χριστιανοί μπορούσαν να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τις εκκλησιαστικές τους γιορτές. Στην Κοζάνη δε χτίστηκε ποτέ τζαμί, όπως στα τουρκοχώρια γύρω από την πόλη συνέβη. Παράλληλα, δραστήριοι έμποροι γυρνούσαν όλη την Ευρώπη, φέρνοντας πίσω στη μικρή πατρίδα τους, πλούσια εμπορεύματα και χρυσές λίρες και τις φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Σίγουρα, πέντε αιώνες τουρκικής σκλαβιάς -τα 400 χρόνια είναι τελικά μόνο για τη νότια Ελλάδα- δεν ήταν εύκολη υπόθεση και ο φόρος του αίματος ήταν πάντα βαρύς. Δε ζήσαμε όμως ποτέ τη σκληρή μοίρα των Σερρών και οι όμορφες στιγμές της ιστορίας δυστυχώς ξεχνιούνται εύκολα.
Θα ήθελα να είχαμε ένα περιοδικό σαν το ΓΙΑΤΙ στην Κοζάνη. Υπάρχουν σίγουρα και οι άνθρωποι και οι τρόποι για να γραφεί. Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ έχει μια άλλη μορφή. Δεν είναι «φτιαγμένη» για τέτοια πράγματα -κι ας μη με μαλώσει ο κος Καραγιάννης, «η ψυχή της» 20 ολόκληρα χρόνια, για την αδυναμία που της προσάπτω. Ίσως να μην ήρθε ακόμα ο καιρός. Ίσως οι μικρές ανάγκες της καθημερινότητας να είναι ακόμα πολύ μεγάλες και να μη μας αφήνουν καιρό και χώρο για τόσο υψηλές σκέψεις.
Η ανιψιά μου θα σβήσει σε λίγες μέρες το κεράκι του πρώτου χρόνου της ζωής της. Κάνει πλέον δειλά τα πρώτα της βήματα, λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια μισόλογα και κατανοητές μόνο για ‘κείνη λεξούλες και λατρεύει ν’ ανακατεύει τα πράγματα της θείας της. Κι όσες φορές βρει το ΓΙΑΤΙ πάνω στο γραφείο μου, το «μελετάει» με ενήλικη σοβαρότητα κι ούτε που σκέφτεται να διαλύσει τις σελίδες του, όπως με άλλα περιοδικά συμβαίνει. Θα ήθελα να διαβάζει κι εκείνη το ΓΙΑΤΙ στα 30 της χρόνια. Ίσως για να μάθει κάτι από την ξεχασμένη -και όχι χαμένη- ιστορία της Μακεδονίας, τον Εμμανουήλ Παπά και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή των Σερρών και το Γεώργιο Λασσάνη της Κοζάνης. Τους ποταμούς το αίμα, που οι Σερραίοι έχυσαν στον υπέρτατο αγώνα για την απόκτηση μιας αυτονόητης, ελληνικής πατρίδας και τον αγώνα των Κοζανιτών με τους κατακτητές και τα ψηλά και κακοτράχαλα βουνά του τόπου τους, που θα τους κρύβουν αιώνια τον ορίζοντα, χαρίζοντας τους μόνο μια ανάσα ουρανό για να τον ποθήσουν περισσότερο. Τον κοινό αγώνα των πανελλήνων στα βουνά της Αλβανίας και τόσους άλλους άγνωστους αγώνες και ήρωες, όλα αυτά που τα σχολικά της βιβλία δε θα γράψουν ποτέ και κανένας δάσκαλος δε θα πει ποτέ στους μαθητές του.
Ίσως για να γιορτάσει μία μέρα το ΓΙΑΤΙ και τα 60 και -γιατί όχι- και τα 100 του χρόνια. Άλλωστε, κάπως έτσι δεν είναι οι ευχές των γενεθλίων;
Χρόνια πολλά, ΓΙΑΤΙ και να τα εκατοστήσεις! Χρειαζόμαστε τη γνώση σου. Σ’ ευχαριστούμε που τόσο απλόχερα μας τη χαρίζεις!

Κοζάνη, Φεβρουάριος 2005



Αναγκαία υποσημείωση: Πολύτιμο βοήθημά μου στη συλλογή των ιστορικών πληροφοριών για την ιστορία της Κοζάνης υπήρξε το βιβλίο «Μία βορειοελληνική πόλη στην τουρκοκρατία-Ιστορία της Κοζάνης (1400-1912)» (εκδ: Εστία. Αθήνα-1992) του εκλεκτού συμπατριώτη μας, πολιτικού και συγγραφέα Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Σε αυτό βρήκα όλες τις ιστορικές πληροφορίες, που στο παραπάνω κείμενο, αναφέρω.


- Δημοσιεύτηκε στο Σερραϊκό περιοδικό ΓΙΑΤΙ, Μάρτιος 2005, αρ.τ. 357, σελ. 28-30.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

ΙΕΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο «ΠΑΠΠΟΥΣ» ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Νικολάου, που κοσμεί την κεντρική πλατεία της Κοζάνης, συμπληρώνει σήμερα 3,5 αιώνες ζωής. Το καμπαναριό της εκκλησίας, με ιστορία 191 χρόνων μικρότερη, είναι πλέον το σήμα κατατεθέν της πόλης, σημείο αναφοράς και συνάντησης κατοίκων και ξένων και κοσμεί σήμερα κάθε τι που αναφέρεται στην ιστορία και στην πορεία της Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο.
Η ημέρα της γιορτής του αγίου (6 Δεκεμβρίου) είναι γενική αργία για την πόλη. Δημοτικά και ιδιωτικά καταστήματα, όπως και σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν κλειστά, δίνοντας στη μέρα εκείνη μια εντύπωση Κυριακής. Το προηγούμενο απόγευμα τελείται στον ιερό ναό μέγας εσπερινός και την ημέρα της γιορτής, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας, πραγματοποιείται η περιφορά της εικόνας του Αγίου Νικολάου στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, συνοδεία πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, της ΠΑΝΔΩΡΑΣ και της μουσικής του στρατού, τμημάτων της τοπικής εφορίας οδηγών και προσκόπων και φυσικά πλήθους κόσμου, που γεμίζει ασφυκτικά και από νωρίς τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, για να συμμετάσχει ευλαβικά στην περιφορά της εικόνας του προστάτη αγίου τους. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος, συνήθως ασθένεια και μάλιστα βαριά, για να μη παρευρίσκεται κάποιος στην περιφορά. Από την ημέρα καθιέρωσης του Αγίου Νικολάου σε πολιούχο της Κοζάνης (9 Απριλίου 1953) δεν υπήρξε ούτε μία χρονιά που να μην πραγματοποιήθηκε, λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών ή άλλων γεγονότων, η περιφορά της εικόνας την ημέρα της γιορτής του αγίου. Κι επειδή τις μέρες εκείνες κάνει κρύο και ρίχνει συνήθως το πρώτο χιόνι του χειμώνα -ούτε αυτό εμποδίζει τον άγιο να τριγυρίσει και να ευλογήσει τους δρόμους της πόλης του- οι γιαγιάδες λένε στα εγγονάκια τους πως σήμερα χιονίζει γιατί «ο Αϊ-Νικόλας χτενίζει τα γένια του».
Η επιλογή του Αγίου Νικολάου ως προστάτη του νέου ιερού ναού ήτανε μία προσωπική επιλογή του Κοζανίτη άρχοντα Χαρίση Τράντα, ο οποίος επιστρέφοντας από τη Ρωσία, όπου επί χρόνια ζούσε δίπλα σε κάποιον ευκατάστατο θείο του -αξιωματικό του ρωσικού στρατού, ο οποίος τον έχρισε μετά το θάνατό του γενικό κληρονόμο του- μαζί με το φιρμάνι (= σουλτανικό διάταγμα) της άδειας ανέγερσης της νέας εκκλησίας, έφερε μαζί του και κάποιες από τις εκεί συνήθειες. Ο Άγιος Νικόλαος, θαλασσινός άγιος για τους Έλληνες και την ορθόδοξη παράδοση, είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους ορθοδόξους της Ρωσίας. Ακολουθώντας πιθανώς αυτή την παράδοση, ο Τράντας τον επέλεξε και σαν προστάτη άγιο της νέας εκκλησίας κι ας μην είχε εδώ θαλασσινούς να προστατέψει!
Η οικοδόμηση του ιερού ναού ξεκίνησε το 1664, πριν ακόμα μεταφερθεί η έδρα της Επισκοπής από τα Σέρβια στην Κοζάνη, με πρωτοβουλία του Τράντα, ο οποίος πάσχισε πολύ για τον καλλωπισμό της πόλης. Κατασκεύασε βρύσες σε διάφορα σημεία του οικισμού, φύτεψε αιωνόβια πλατάνια και έφτιαξε σκεπαστή αγορά. Είχε προηγηθεί, πάλι με δικές του ενέργειες, η ανακήρυξη της Κοζάνης σε μαλικιανέ, πέρασε δηλαδή στη δικαιοδοσία της μητέρας του Σουλτάνου και στο πλαίσιο αυτών των προνομίων της παραχωρήθηκε από την Υψηλή Πύλη και η άδεια οικοδόμησης του νέου ιερού ναού.
Μία πληροφορία ότι στην ίδια θέση υπήρχε παλαιότερος ναός, που κατεδαφίστηκε κάποια στιγμή το 17ο αιώνα για να χτιστεί στη θέση του η νέα εκκλησία, δεν επιβεβαιώνεται. Η ανέγερση του νέου ιερού ναού αποφασίστηκε εξαιτίας της αύξησης του μεγέθους της πόλης, που τότε βρισκόταν ακόμα στα πρώτα στάδια της ακμής της και του αριθμού των κατοίκων της. Η θέση που κτίστηκε ο ναός, όπως ο Λιούφης αναφέρει, ήταν τότε δάσος και όλοι οι κάτοικοι βοήθησαν, όπως ο καθένας μπορούσε, με χρήματα, αλλά και προσωπική εργασία, στην κατασκευή του. Οι περιστάσεις επέβαλλαν οι εκκλησίες να μη τραβούν την προσοχή του κατακτητή, όσα προνόμια κι αν είχαν οι πόλεις και γι’ αυτό το λόγο ο Άγιος Νικόλαος χτίστηκε χαμηλός και στην αρχή τουλάχιστον χωρίς κωδωνοστάσιο.
Το 1721, με νέο φιρμάνι που οι Κοζανίτες εξασφαλίζουν από την Υψηλή Πύλη για δήθεν επισκευές του ναού από σεισμό, ο ναός ανακαινίζεται εκ βάθρων (κατεδαφίστηκε και χτίστηκε ξανά όλη η εκκλησία, σε μεγαλύτερες αυτή τη φορά, στις σημερινές της διαστάσεις). Οι εργασίες ολοκληρώνονται το 1730, επί Επισκόπου Ζαχαρίου, με την αγιογράφηση του ιερού ναού, έργο των Γιαννιωτών αδελφών Νικολάου και Θεοδώρου. Μέχρι το 1747 με 1750 τοποθετούνται το ιερό τέμπλο και όλα τα υπόλοιπα ξυλόγλυπτα μέρη του ιερού ναού. Όλα σχεδόν τα ξυλόγλυπτα καλύπτονται από λεπτό φύλλο χρυσού, ενώ τα φωτοστέφανα των κεντρικών μορφών των τοιχογραφιών καλύπτονται από μονοκόμματες χρυσές πλάκες. Οι τοιχογραφίες του γυναικωνίτη είναι μεταγενέστερες και άλλης τεχνοτροπίας, γεγονός που επιβεβαιώνει την πληροφορία ότι ο γυναικωνίτης χτίστηκε κάποια χρόνια αργότερα από τον κεντρικό ναό. Κατά μία πληροφορία αγιογράφος αυτού του τμήματος της εκκλησίας ήταν ένας λαϊκός αγιογράφος από τη Σαμαρίνα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Μητροπολίτης Φώτιος (1910-1923), σε μία προσπάθεια βελτιστοποίησης του ιερού ναού και επίλυσης κάποιων σημαντικών προβλημάτων της κατασκευής του, ανέλαβε και διάνοιξε με δική του ευθύνη, νέα παράθυρα στη νότια πλευρά της εκκλησίας, στο ιερό βήμα και στην κεντρική κόγχη, κατεδάφισε το τοίχωμα που χώριζε το γυναικωνίτη από τον ανδρωνίτη και επεξέτεινε τη δυτική πλευρά του ορόφου των γυναικών, κατασκεύασε ή ίσως ανασκεύασε το βόρειο νάρθηκα και διάνοιξε το κέντρο της οροφής, όπου και κατασκεύασε δύο ψευδοτρούλους (φανάρια). Η επέμβαση αυτή του Φωτίου στον ιερό ναό θεωρείται εσφαλμένη ενέργεια, που ζημίωσε το ιερό κτίσμα, ιδίως το άνοιγμα του παραθύρου στην κόγχη του ιερού βήματος, που κατέστρεψε την τοιχογραφία της Πλατυτέρας και το άνοιγμα στο κέντρο της οροφής για την κατασκευή των δύο ψευδοτρούλων, που κατέστρεψε την τοιχογραφία του Παντοκράτορα. Η παράτολμη αυτή ενέργεια του Φωτίου, που άλλαξε ριζικά τη μορφή του ιερού ναού, αν και κατακρίθηκε σφόδρα από μεγάλη μερίδα του χριστεπώνυμου πλήθους της πόλης, ήταν ωστόσο αναγκαία, λόγω του χαμηλού της εκκλησίας και του σκοτεινού εσωτερικού χώρου, που ταλαιπωρούσε τους ιερείς κατά την εξάσκηση των ιερών καθηκόντων τους. Ο Φώτιος ήταν γέρος, με σοβαρά προβλήματα όρασης και ο σκοτεινός Άγιος Νικόλαος τον ταλαιπωρούσε πολύ, κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Στις 6 Νοεμβρίου 1926 ο ναός κηρύχτηκε αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο, οπότε έκτοτε καμία αλλαγή εσωτερική ή εξωτερική δεν μπορεί πλέον να γίνει και δεν έγινε στο ιερό κτίσμα, εκτός από τις απαραίτητες και αναγκαίες εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης.

Συχνά κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της λειτουργίας του, φιλοξενώντας βασιλιάδες και σπουδαίους πνευματικούς και πολιτικούς ηγέτες, ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Νικολάου έγειρε πολλές συζητήσεις περί αντικατάστασης ή έστω επιδιόρθωσής του. Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με ευθείς ή πλάγιους τις πιο πολλές φορές τρόπους, η Κοζάνη κατάφερνε να εξασφαλίζει από την Υψηλή Πύλη άδειες για την επισκευή της εκκλησίας, αποβλέποντας στην κατεδάφιση του παλιού και στην ανέγερση νέου ναού, συζητήσεις που συνεχίστηκαν και μετά το 1912 και την απελευθέρωση της Κοζάνης. Το 1926 ο ναός κηρύχτηκε αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο, οπότε κάθε σκέψη για κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερσή του δεν μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο οι σκέψεις δημιουργίας νέου ναού συνεχίστηκαν, κυρίως λόγω του χαμηλού της εκκλησίας και του σκοτεινού εσωτερικού χώρου, που ταλαιπωρούσε τους ιερείς κατά την εξάσκηση των ιερών καθηκόντων τους. Οι προσπάθειες αυτές έφτασαν σε ένα τελικό στάδιο το 1961 επί του μακαριστού Μητροπολίτου Διονυσίου και το έργο ανέγερσης του νέου ναού, πάνω από τον παλιό, επρόκειτο να ξεκινήσει το 1970, δεν πραγματοποιήθηκε όμως ποτέ, καθώς συντριπτικά μεγάλη μερίδα Κοζανιτών διαφώνησε, κυρίως για την τύχη του καμπαναριού, διότι το πρόπλασμα που είχε εκτεθεί προέβλεπε την κατεδάφισή του και την ανέγερση νέου, μικρότερου στο βορειοδυτικό άκρο του ναού.
Το 1986 πραγματοποιήθηκε η αποξήλωση, ο καθαρισμός και η κατασκευή νέας στέγης και ο καθαρισμός των τοιχογραφιών, που είχανε μαυρίσει από τα χρόνια και την αιθάλη των κεριών, που μέχρι πρόσφατα οι πιστοί άναβαν μέσα στο ιερό ναό κι όχι στον πρόναο, όπως σήμερα συνηθίζεται. Η αποκατάσταση του καμπαναριού άρχισε το 1995 με την ευθύνη του Δήμου Κοζάνης και ολοκληρώθηκε κατά ευτυχή συγκυρία λίγο πριν τον απρόσμενα μεγάλο για την περιοχή μας σεισμό των 6,6R της 13ης Μαΐου 1995.

ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Άδεια ανέγερσης κωδωνοστασίου δόθηκε το 1728 επί Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για ν’ αποκτήσει η εκκλησία «σήμαντρα σιδερένια και ξύλινα». Προγενέστερα, το 1721 με την ανακαίνιση (μάλλον εκ θεμελίων νέα ανέγερση) της εκκλησίας είχαν τοποθετηθεί σ’ αυτή μεγάλες καμπάνες, αλλά ο ήχος τους ενοχλούσε τους μουσουλμάνους κατοίκους των τριγύρω από την πόλη χωριών, οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν την απαγόρευση της κωδωνοκρουσίας. Ένα σουλτάνικο φιρμάνι του 1729, που σώζεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, απαγορεύει στους Κοζανίτες να χρησιμοποιούν καμπάνες, αλλά επιτρέπει τα σήμαντρα. Ωστόσο για πολύ λίγο χρόνο χρησιμοποιήθηκαν μόνο τα σήμαντρα. Η απαγόρευση σύντομα ξεχάστηκε και οι Κοζανίτες ξαναχτύπησαν τις δύο βροντερές καμπάνες όταν, το 1730, ιστορήθηκε η εκκλησία. Από τότε δεν φαίνεται να σταμάτησαν να χτυπούν οι καμπάνες στην Κοζάνη, τοποθετημένες τότε σε ένα μικρό κωδωνοστάσιο δίπλα στην εκκλησία. Την εποχή που δεν επιτρεπόταν η κωδωνοκρουσία και καθώς ο ήχος των σημάντρων δεν έφτανε αρκετά μακριά, οι πιστοί καλούνταν στις θείες λειτουργίες από το νεωκόρο ή ειδικό κράχτη.
Το 1855 οι Κοζανίτες αποφασίζουν να χτίσουν ένα ψηλό και επιβλητικό καμπαναριό, τετράγωνο, εμβαδού 42 m2, ψηλότερο τότε και μέχρι πρόσφατα από κάθε άλλο κτίριο στην πόλη, με προσανατολισμό τέτοιο ώστε κάθε μία από τις τέσσερις πλευρές του ν’ αντιστοιχεί σ’ ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με 6 ορόφους και 26 μέτρα ύψος, για την εποχή του πύργος σωστός, από τον κάλφα (= πρωτομάστορα) Ανδρέα από τη Σέλιτσα (= τη σημερινή Εράτυρα του Βοΐου), όπως μαρτυρεί και η επιγραφή στον ανατολικό τοίχο του ισογείου, επάνω και δεξιά. Το καμπαναριό, που είναι από τότε και μέχρι σήμερα εμφανές σημείο και σήμα κατατεθέν της Κοζάνης και δεν κατάφεραν να λαβώσουν ή να ταράξουν ούτε ο πόλεμος του 1940, ούτε ο βομβαρδισμός της πόλης από τα γερμανικά στούκας τον Απρίλη του 1941, που ισοπέδωσε ολοκληρωτικά το δεύτερο όροφο του Δημαρχείου δίπλα, ούτε ο μεγάλος σεισμός των 6,6R το Μάιο του 1995.
Το πρώτο μέρος του κωδωνοστασίου χτίστηκε, όπως βεβαιώνουν και οι εγγράμματες αναφορές στις τέσσερις όψεις του, το 1855 με συνολικό κόστος 62.152 γρόσια και 37 παράδες, χρήματα που αρχικά είχαν συγκεντρωθεί για την ανέγερση σχολείου και η παροχή τους στην κατασκευή του καμπαναριού ξεσήκωσε πολλές διαμαρτυρίες. Στην κορυφή του τρούλου, αντί σταυρού, που απαγορευόταν (αν και οι Κοζανίτες στην αρχή προσπάθησαν και για λίγο καιρό πέτυχαν να παραβλέψουν την απαγόρευση1) τοποθέτησαν ένα μεταλλικό περιστέρι με ανοιχτές φτερούγες, που από μακριά έδινε την εντύπωση σταυρού.

Το 1904 οι Κοζανίτες καταφέρνουν, με τη βοήθεια συνεισφορών συμπατριωτών τους της Θεσσαλονίκης -στη μακεδονική πρωτεύουσα έδρευε πάντα, ακόμη και πριν την απελευθέρωση και μέχρι σήμερα, μία πολυπληθής και ιδιαίτερα δραστήρια κοινότητα Κοζανιτών- να αποκτήσουν μία τεράστια καμπάνα, βάρους πολλών οκάδων, την οποία βιαζόταν να τοποθετήσουν στο κωδωνοστάσιο για να ακούγεται ο ήχος της από μακριά. Έστειλαν τότε επιστολή προς τον Μητροπολίτη Κωνστάντιο, ο οποίος, σα μέλος της Ιεράς Συνόδου, βρισκόταν την εποχή εκείνη στην Κωνσταντινούπολη και τον πληροφορούσαν για τη βιασύνη τους να τοποθετήσουν στο καμπαναριό τη νέα μεγάλη καμπάνα. Ο Κωνστάντιος τους προέτρεψε να μη βιαστούν και να περιμένουν μέχρι να γυρίσει και ο ίδιος στην Κοζάνη το Μάρτιο του 1905 για να είναι παρών στην πρώτη κρούση της και ν’ αποφευχθούν πιθανόν δυσάρεστα επεισόδια από πλευράς των Τούρκων της περιοχής.
Το πρώτο ρολόι του κωδωνοστασίου, μίας μόνο όψεως, ήταν δωρεά του Ηλία Κουτσιμάνη και τοποθετήθηκε στην ανατολική πλευρά κάποια στιγμή πριν το 1867 (χρονιά θανάτου του δωρητή του). Το 1939 προστέθηκε ο έβδομος όροφος, όπου και τοποθετήθηκε το νέο ρολόι τεσσάρων όψεων, δωρεά του Κωνσταντίνου Μαμάτσιου, άξιου τέκνου και μεγάλου ευεργέτη της πόλης. Από τότε οι Κοζανίτες χαριτολογώντας ονομάζουν το ρολόι τους Μαμάτσιο, (το ρολόι μόνο, όχι όλο το κωδωνοστάσιο) το όνομα δηλαδή του δωρητή του και περιμένουν με αγωνία, αλλά και αγαλλίαση κάθε χτύπημά του. Οι πρώτοι χτύποι του νέου ρολογιού των τεσσάρων όψεων ακούστηκαν στις 00:00 της 31ης Δεκεμβρίου 1939. Τον Απρίλιο του 1941 μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα (6 Απριλίου 1941) και τον βομβαρδισμό λίγες μέρες αργότερα της Κοζάνης (10 Απριλίου 1941), ο πρώτος όροφος του Δημαρχείου καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα θραύσματα η ανατολική και η νότια πλευρά των τριών πάνω ορόφων του κωδωνοστασίου υπέστη επιπόλαια, ανεξίτηλα ωστόσο, τραύματα, το ίδιο όμως παρέμεινε ακλόνητο.

Την ώρα του βομβαρδισμού, το απόγευμα της Πέμπτης 10 Απριλίου 1941, προπαραμονή της γιορτής του Λαζάρου, στην εκκλησία τελούνταν εσπερινός κι ήταν κατάμεστη από κόσμο. Παρότι ο πρώτος όροφος του Δημαρχιακού Μεγάρου δίπλα επλήγει από τις βόμβες και καταστράφηκε ολοκληρωτικά, κανένα από τα θραύσματα δεν έπληξε το κωδωνοστάσιο ή τον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου και οι κάτοικοι μίλησαν αμέσως για το θαύμα του «παππού» τους Αϊ-Νικόλα, που άπλωσε το χέρι του και προστάτεψε την πόλη, όπως την προστάτευε πάντα και δεν άφησε ποτέ ούτε Οθωμανούς, ούτε Εβραίους ή άλλους αλλόθρησκους να εγκατασταθούν στην Κοζάνη, ούτε φυσικές καταστροφές ή ανθρώπινες λεηλασίες να την καταστρέψουν.

Ο Άγιος Νικόλαος αναγνωρίσθηκε ως πολιούχος της πόλης της Κοζάνης με το Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Απριλίου 1953 και φέρει όλα αυτά τα χρόνια της συνύπαρξής μας τον τίτλο του στοργικού και πάντα προστάτη παππού της Κοζάνης.

Κοζάνη, Δεκέμβριος 2010


1. Οι Κοζανίτες, όταν έχτισαν το καμπαναριό, παρέβλεψαν την παραπάνω απαγόρευση και τοποθέτησαν στην κορυφή του κανονικά σταυρό, γεγονός που όταν αντιλήφθηκε το μουσουλμανικό στοιχείο της περιοχής, δεν μπορούσε να ανεχτεί. Διαμαρτυρήθηκε έντονα και απαίτησε να κατέβει ο σταυρός αμέσως. Έτσι, ύστερα από πιέσεις και διαμαρτυρίες του Αγά του Μπουτζακίων προς την Τουρκική διοίκηση, κατάφεραν να κατεβάσουν το σταυρό από τον τρούλο του κωδωνοστασίου, με την προϋπόθεση όμως, που οι Κοζανίτες τους έθεσαν, να χτυπούν ελεύθερα οι καμπάνες. (Γιώργου Χαρισίου Παφίλη. Το χτύπημα της καμπάνας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, 23 Δεκεμβρίου 2005, σελ: 8-9).

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Εκδήλωση για τα 100 χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα

«Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ…»
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Εκδήλωση αφιερωμένη στη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Παύλου Μελά και την ένοπλη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα διοργάνωσε το μεσημέρι της Κυριακής 12 Δεκεμβρίου 2004 στο Κοβεντάρειο η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης. Στην εκδήλωση κεντρική ομιλήτρια ήταν η κα Αθηνά Κακούλη-Τζινίκου, φιλόλογος-λαογράφος και τέως διευθύντρια του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Θεσ/νίκης, η οποία μίλησε για το Μακεδονικό Αγώνα στη Δυτική Μακεδονία.
Η κα Τζινίκου αναφέρθηκε επιγραμματικά σε όλη την ιστορία της Μακεδονίας από την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων το Μάιο του 1453 και την οριστική διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι την απελευθέρωση και την προσάρτησή της στο νέο ελληνικό κράτος το 1912. Όπως παρατήρησε ο Μακεδονικός Αγώνας δεν περιορίζεται στην τετραετία 1904-1908, που είναι κυρίως οι χρονιές της ένοπλης αντίστασης. Είναι ένας αγώνας που ξεκίνησε το 1870, κορυφώθηκε την τετραετία εκείνη (1904-1908) και συνεχίζεται -με άλλη μορφή πλέον- ακόμα και σήμερα. Η Μακεδονία υπήρξε το «μήλον της έριδος» για πολλούς αιώνες ανάμεσα στους Έλληνες, στους Βουλγάρους και στους Τούρκους, αφού η κυριαρχία της οδηγούσε υποχρεωτικά και στην κυριαρχία του Αιγαίου, την οποία και οι τρεις χώρες επιθυμούσαν. Η ελευθερία και η τελική προσάρτησή της στην Ελλάδα, όπως το συντριπτικό ποσοστό της πλειοψηφίας των κατοίκων της επιθυμούσε, ήταν αποτέλεσμα σκληρού και μακρόχρονου αγώνα. Οι Μακεδόνες ήταν πάντα Έλληνες, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν. Όπως η κα Τζινίκου παρατήρησε οι κατά καιρούς υποψήφιοι «μνηστήρες» της προσπάθησαν με δόλιους τρόπους, σφαγές και επιθέσεις να διασπάσουν το ελληνικό φρόνημα των κατοίκων της, που όμως κατόρθωσε να παραμείνει ζωντανό παρά τα 400 και πλέον χρόνια σκλαβιάς και υποδούλωσης από έναν αλλόθρησκο και βίαιο δυνάστη. Τα ονόματα των εθνομαρτύρων που έπεσαν στα χώματά της, πολεμώντας για την ελευθερία της, με κορυφαίο τον Παύλο Μελά, είναι αμέτρητα και όλη η Μακεδονία και η Δυτική Μακεδονία ειδικότερα προσέφεραν σπουδαίους αγωνιστές στον αγώνα της ελευθερίας.
Η κα Τζινίκου αναφέρθηκε και στις επισκέψεις του κορυφαίου Μακεδονομάχου Παύλου Μελά στην Κοζάνη και μίλησε με συγκινητικά λόγια για τις τελευταίες στιγμές του στη Στάτιστα της Καστοριάς (σημερινό Μελά) τον Οκτώβρη του 1904, όταν, χτυπημένος από εχθρική σφαίρα και ύστερα από προδοσία, ξεψύχησε στην αγκαλιά των συντρόφων του, κρατώντας στα χέρια τη φωτογραφία των παιδιών του. Ο Παύλος Μελάς είχε έρθει στη Μακεδονία, όχι για να σκοτώσει, αλλά για να σκοτωθεί. Έχοντας πλήρη γνώση του δύσκολου εγχειρήματος, που θέλησε να φέρει εις πέρας, ήρθε και θυσιάστηκε στα χώματά της. «Για τους ήρωες αυτούς», είπε η κα Τζινίκου, «δεν χρειάζεται ενός λεπτού σιγή. Αρκεί να τους κρατήσουμε για πάντα στην καρδιά μας».
Την εκδήλωση άνοιξε το Σύνολο Δημοτικής Μουσικής του Μουσικού Σχολείου Σιάτιστας, ενώ στον ίδιο χώρο λειτουργούσε Έκθεση Φωτογραφίας του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Θεσ/νίκης και του Ιστορικού Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνης.
Μιλώντας στο Θ λίγο πριν την έναρξη της εκδήλωσης η κα Τζινίκου παρατήρησε πως ο Μακεδονικός Αγώνας, μία πτυχή της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εθνική νεκρανάσταση του 1821, είναι σήμερα ελάχιστα γνωστός και αυτό οφείλεται και στις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτός διεξάγει. «Οι ίδιοι οι Μακεδονομάχοι», είπε η κα Τζινίκου, «κάτω από αντίξοες συνθήκες με διπλό αντίπαλο, τον Τούρκο και το Βούλγαρο, κατέστρεφαν ό,τι θα τους ενοχοποιούσε και συνεπώς έφτασαν μέχρι τις μέρες μας λίγες μαρτυρίες. Από την άλλη μεριά ήταν τόσο σεμνοί, ό,τι έκαναν το έκαναν για την πατρίδα κι όχι για τη φήμη ή τη δόξα και συνεπώς τα ελάχιστα απομνημονεύματα που έχουμε τα οφείλουμε στην Πηνελόπη Δέλτα, η οποία τα ζήτησε από τους Μακεδονομάχους για να γράψει τα βιβλία της. Δεν είναι ο Μακεδονικός Αγώνας όσο θα έπρεπε γνωστός και ακόμα ερευνάται». Αυτό οφείλεται και σε μία …συνήθεια των νεοελλήνων να αδιαφορούν για την ιστορία τους. «Εμείς οι νεοέλληνες», είπε η κα Τζινίκου, «ό,τι έχουμε εν αφθονία, δεν του δίνουμε αξία. Έχουμε εν αφθονία ιστορία, πολιτισμό και δεν τα τιμούμε όλα αυτά όσο θα έπρεπε. Ενώ γνωρίζουμε ότι η ιστορία είναι ασπίδα και δόρυ για την προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων, δυστυχώς δεν τα μελετούμε και δεν τα προβάλουμε όσο θα έπρεπε». Η ίδια προβάλει πρώτο το γεγονός ότι ο Αγώνας ήταν μια υπόθεση όλου του ελληνισμού. «Προσωπικά», διευκρινίζει, «θα ήθελα να προβληθεί περισσότερο το γεγονός ότι σύσσωμος ο ελληνισμός διεξήγαγε τον Μακεδονικό Αγώνα, αλλά με πρωτοπόρο το γηγενές στοιχείο, τους ντόπιους Μακεδόνες, όλων των ηλικιών και των δύο φύλων, όλων των κοινωνικών τάξεων». Όπως η κα Τζινίκου παρατήρησε η αρχαιολογική έρευνα και οι πλούσιες, αρχαιολογικές ανακαλύψεις σε όλη τη Μακεδονίας έχουν σήμερα αποστομώσει τους διάφορους πλαστογράφους της ελληνικής ιστορίας για την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων, που προσπάθησαν να αποδείξουν ότι τον Μακεδονικό Αγώνα δεν τον έκαναν οι Μακεδόνες, αλλά οι Έλληνες που καταπιέζουν το μακεδονικό έθνος. «Αυτό είναι λάθος. Πριν αρχίσει ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας, πριν σκοτωθεί ο Παύλος Μελάς και αφυπνιστεί ο ελληνισμός, οι Μακεδόνες, μόνοι και αβοήθητοι, 33 ολόκληρα χρόνια, από τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας στα 1870 μέχρι το 1903 την επανάσταση των Βουλγάρων στο Ίλιντεν, που αιματοκύλισε τη Μακεδονία και το θάνατο του Παύλου Μελά, που αφύπνισε συνειδήσεις μόνοι και αβοήθητοι αγωνίστηκαν να παραμείνουν Έλληνες με όπλο τους τον παπά και το δάσκαλο, το σχολείο και την εκκλησία. Νομίζω ότι αυτή η περίοδος του αγώνα θα πρέπει να φωτιστεί περισσότερο για να καταδειχτεί ότι οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες, ότι αγωνίστηκαν με το αίμα της ψυχής τους να παραμείνουν Έλληνες, να ελευθερώσουν την πατρίδα και αισθάνονται μεγάλη ευγνωμοσύνη και για τους πανέλληνες, οι οποίοι σαν μακεδονομάχοι, βαλκανιομάχοι αργότερα ήρθαν και κατέθεσαν τα νιάτα και την ανδρεία τους, έχυσαν το αίμα τους στα χώματα αυτά για την ελευθερία της Μακεδονίας». Η ονομασία του νεοϊδρυθέντος κράτους των Σκοπίων και οι διάφορες ιστορικές ανακρίβειες, που οι βόρειοι γείτονές μας δημιουργούν για να δικαιολογήσουν τον όρο Μακεδονία ως όνομα του κράτους τους αναθέρμανε, όπως η κα Τζινίκου παρατήρησε, το μακεδονικό ζήτημα και εισήγαγε το Μακεδονικό Αγώνα σε μία νέα μορφή. «Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω τους γείτονές μας», είπε η κα Τζινίκου, «πότε ήρθαν οι Σλάβοι στην Βαλκανική χερσόνησο, πότε έζησε ο Μέγας Αλέξανδρος και τι αυτός διέδωσε στα πέρατα του κόσμου; Την ελληνική γλώσσα. Γνωρίζετε κανέναν στρατηγό, κανένα βασιλέα που να διαδίδει γλώσσα, να διαδίδει πολιτισμό άλλον από αυτόν που είναι δικός του; Και βέβαια να τους ρωτήσουμε, αφού διεκδικούν την ονομασία Μακεδόνες, πού ήταν αυτοί όταν διεξάγονταν ο Μακεδονικός Αγώνας και τι έχουν καταθέσει σε αίμα, σε θυσίες στο χρηματιστήριο της ιστορίας για να διεκδικούν σήμερα αυτή την ονομασία; Δεν είμαστε εμείς οι οποίοι σφετεριζόμαστε δικά τους εδάφη. Αυτοί χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία σαν όχημα για να καταλάβουν τη δικιά μας Μακεδονία και να βγουν οι Σλάβοι στο Αιγαίο. Είναι μία παραχάραξη της ιστορίας, η οποία πρέπει από πλευράς μας να καταπολεμηθεί, διότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν τελείωσε. Συνεχίζεται με άλλες μεθόδους και με άλλα μέσα, με τον πολιτισμό και με τη διαφώτιση της διεθνούς κοινής γνώμης, η οποία δυστυχώς επί 60 χρόνια βομβαρδίζεται από τις προπαγάνδες των Σκοπιανών».


- Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 14/12/2004, σελ. 7.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗ «ΛΗΣΤΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ» ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» παρουσιάστηκε το απόγευμα της Πέμπτης 17 Απριλίου 2003 στην αίθουσα του Κοβεντάρειου από το ΙΝ.Β.Α., την πνευματική επιθεώρηση ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ και το Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης. Το νέο βιβλίο του Ανατολικομακεδόνα (από τις Σέρρες) συγγραφέα ασχολείται με την ύστατη εποχή της ληστοκρατίας στον Όλυμπο, στα Καμβούνια, στα Χάσια, στην Πίνδο και στο Γράμμο τη δεκαετία 1920-1930, την ίδια εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε με κόπο να συνέλθει από τις σκληρές περιπέτειες των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα.
Το συγγραφέα προλόγισε ο δ/ντης του ΙΝ.Β.Α. και της πνευματικής ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ κος Β.Π. Καραγιάννης, που μίλησε για τον Βασίλη Τζανακάρη και το συγγραφικό του έργο. Ένα έργο που σήμερα περιλαμβάνει 17 βιβλία, 3 εφημερίδες και 28 χρόνια στο τιμόνι του μηνιαίου περιοδικού των Σερρών «Γιατί». Όπως ο κος Καραγιάννης παρατήρησε, μιλώντας για το νέο βιβλίο, αυτό είναι το κορυφαίο έργο του με ένα θέμα που πλέον «έχει περάσει στη χορεία του πρόσφατου νεοελληνικού παρελθόντος που λέγεται ιστορία». Μία ιστορία που μας αφορά άμεσα, καθώς η Δυτ. Μακεδονία ήταν πάντα «ληστογεννήτρα» και «ληστοτρόφος» περιοχή.
Για το βιβλίο και το θέμα της μελέτης του μίλησε ο ιστορικός Θανάσης Καλλιανιώτης, που χαρακτήρισε το νέο βιβλίο του κου Τζανακάρη «μία άριστα λεπτομερής ληστογεωγραφία μέσω της οποίας ο αναγνώστης επισκέπτεται την αιματηρή βία των αρχών της μεσοπολεμικής υπαίθρου». Ο κος Καλλιανιώτης αναφέρθηκε και σε άλλα χαρακτηριστικά βιβλία του ιδίου θέματος και μίλησε για τη ζωή του Φώτη Γιαγκούλα, του ληστή από το Μεταξά, που λίγο πριν τα 20 του χρόνια είχε ήδη διαπράξει οχτώ φόνους και είχε επικηρυχτεί για 100.000 δρχ.
Ο ίδιος ο κος Τζανακάρης ευχαρίστησε την Κοζάνη για την πρόσκληση και μίλησε για το νέο του βιβλίο, που κράτησε, όπως είπε, ως έρευνα 10 χρόνια, γράφτηκε σε 5, ενώ ερευνήθηκαν περί τις 4.000 εφημερίδες. Όπως παρατήρησε το θρύλο γύρω από το όνομα και τη δράση των ληστών, τον δημιούργησαν όχι τόσο τα κατορθώματα τους, όσο οι εφημερίδες της εποχής. Ο ίδιος δεν υπερασπίζεται τη δράση τους, γοητεύτηκε όμως από τη μπέσα και τη λεβεντιά τους, αυτό που ερωτευόταν παράφορα οι γυναίκες. Οι ληστές την εποχή εκείνη αγαπήθηκαν και μισήθηκαν θανάσιμα. «Αναγκάστηκα», είπε ο κος Τζανακάρης, «να «ακολουθήσω» κι εγώ ο ίδιος τους ληστές και πόνεσα πολύ και για τα θύματα, αλλά και για τους θύτες».
Με το τέλος των ομιλιών οι ακροατές είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν με το συγγραφέα και να τους υπογράψει τα βιβλία του.

«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΛΑΙΓΟΝΤΑΣ…»
Λίγο πριν την εκδήλωση το Θ είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τον κο Τζανακάρη για το νέο του βιβλίο, που κυκλοφορεί με έναν τίτλο, όπως ο ίδιος παρατήρησε, ποιητικό, αλλά και τραγικά διαχρονικό. Αναφέρεται στο τέλος της ληστοκρατίας, εκατό χρόνια μετά τη γέννηση της, τη δεκαπενταετία 1920-1935, όταν ο δικτάτορας Πάγκαλος επανέφερε σε ισχύ έναν παλιό νόμο, που έλεγε ότι όποιος ληστής κόψει το κεφάλι του συντρόφου του και το παρουσιάσει στην αστυνομία θα πάρει αμνηστία και θα μπορέσει να μπει στη χωροφυλακή. «Και τότε έγινε κυριολεκτικά το σώσε», διευκρινίζει, «προκειμένου ο ένας ληστής να μπορέσει να γλιτώσει από τον άλλον». Η αφορμή για την έρευνα και τη μελέτη αυτής της σχεδόν άγνωστης, ξεχασμένης σήμερα πτυχής της ελληνικής ιστορίας δόθηκε από μία παιδική ανάμνηση. «Κάθε φορά που έγραφα γι’ αυτό το βιβλίο», είπε ο κος Τζανακάρης, «είχα στ’ αυτιά μου την ανάγνωση που μας έκανε ο πατέρας μου στις αρχές της δεκαετίας του ’50 μέσα από εφημερίδες της εποχής, διαβάζοντας μας τις συνέχειες των ληστρικών μυθιστορημάτων». Αυτό το γεγονός ξύπνησε και το πρώτο ενδιαφέρον της μελέτης. «Με ενδιέφεραν και με συγκλόνιζαν δύο πράγματα», διευκρινίζει. «Της μπέσας που είχαν οι ληστές και της λεβεντιάς. Και σήμερα λείπουν και τα δύο από την Ελλάδα». Το βιβλίο είναι ένα χρονικό της ληστοκρατίας, χωρίς όμως να είναι ένα ληστρικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα η ιστορία μιας άλλης Ελλάδας, πολύ κοντινής στο σήμερα, αλλά τελείως άγνωστης. Ίσως γιατί, όπως ο κος Τζανακάρης συνηθίζει να λέει, την ιστορία τη γράφουν οι καθηγητές και όχι οι άνθρωποι. Ο ίδιος δε δέχεται τον τίτλο του ιστορικού, γιατί αυτός γράφει την ιστορία των ανθρώπων, συμπάσχοντας τόσο με τα θύματα, όσο και με τους θύτες. «Θα μπορούσα να πω», σημειώνει, «αυτό που έλεγε πάντα ο αείμνηστος φίλος μου ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου, ότι πρέπει να διαβάζουμε την ελληνική ιστορία κλαίγοντας. Θα έλεγα λοιπόν ότι είναι τόσα τα πάθη του λαού μας που πρέπει και να τη γράφουμε κλαίγοντας».


- Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 19/4/2003, σελ.8.

ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΕ & ΣΥΓΚΙΝΗΣΕ «Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΡΟΥΣΑ»

ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Μία κατάθεση ψυχής ενός μεγάλου τέκνου της Κοζάνης ζωντάνεψαν στη σκηνή της Αίθουσας Τέχνης και σε πέντε μοναδικές παραστάσεις ερασιτέχνες ηθοποιοί και μουσικοί και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης. «Η γιαγιά μου η Ρούσα», το γνωστό αφήγημα του Κοζανίτη συγγραφέα και πολιτικού Μιχάλη Παπακωνσταντίνου εγκατέλειψε για λίγο τις σελίδες του βιβλίου και πήρε μορφή, λόγο, σάρκα και οστά πάνω στη θεατρική σκηνή, ξυπνώντας μνήμες και αναμνήσεις από την Κοζάνη του παρελθόντος.
Πάνω στη σκηνή της Αίθουσας Τέχνης παρελθόν και παρόν έσμιξαν αρμονικά σε μία μοναδική σε εικόνες και συναισθήματα παράσταση. Η Κοζάνη της ταραγμένης δεκαετίας του ‘20, της εποχής του μεσοπολέμου και της έλευσης των προσφύγων από τη χαμένη Μικρασία -εικόνες τραγικά επίκαιρες σήμερα- έτσι όπως αυτές καταγράφηκαν στο μυαλό και στην καρδιά ενός μικρού παιδιού, που ενήλικας πλέον καταθέτει με το γραπτό λόγο τις αναμνήσεις από τη γιαγιά του τη Ρούσα και τη μικρή τότε πατρίδα του. Μαζί κομμάτια από την τοπική, την πανελλήνια, αλλά και την παγκόσμια ιστορία, που άθελα τους συμβάδισε μαζί τους σε μία εποχή που παρελθόν, παρόν και μέλλον έδιναν έναν σκληρό αγώνα επικράτησης. Στον κεντρικό ρόλο της γιαγιάς η γνωστή ηθοποιός Ντόρα Σιμοπούλου, αγαπημένη φίλη του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, που ζωντάνεψε με ακρίβεια το πρόσωπο – αφορμή του αφηγήματος, «τον κρίκο», όπως ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηριστικά γράφει, «μεταξύ των παλαιότερων και των νεώτερων γενιών». Δίπλα της 27 ερασιτέχνες ηθοποιοί, που ζωντάνεψαν με επαγγελματική τελειότητα τους χαρακτήρες του έργου, ανάμεσα τους και εννέα μικρά παιδιά, ο μικρός αφηγητής και οι φίλοι του και οι μουσικοί της παράστασης, παρόντες επί σκηνής καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, αλλά και η ΠΑΝΔΩΡΑ, που έδωσε το δικό της μελωδικό τόνο στο έργο, σε μία παράσταση που δε ζωντάνεψε μόνο επί σκηνής, αλλά και στους διαδρόμους της Αίθουσας Τέχνης, ανάμεσα στους θεατές. Σκηνοθέτης της παράστασης ο Τώνης Λυκουρέσης, που ανέλαβε και το δύσκολο ρόλο της μεταφοράς του πεζού λόγου στη θεατρική σκηνή και μαζί την αναβίωση του χρώματος και του αρώματος της Κοζάνης, σε μία παράσταση που ενθουσίασε, αλλά κυρίως συγκίνησε τους Κοζανίτες, που επιβράβευσαν με το θερμότερο χειροκρότημα όλους τους συντελεστές της.
Στο έργο έλαβαν επίσης μέρος οι: Γιώργος Γκάτζιος, Νατάσα Σκαφίδα, Στάθης Νατσιός, Φωτεινή Χατζάρα, Μάγδα Κική, Ειρήνη Σταφυλά, Τάκης Συντουκάς, Γιώργος Αραβόπουλος, Γιώργος Αδαμίδης, Γιώργος Παφίλης, Αθηνά Μηνά, Νίκος Παυλίδης, Θανάσης Τσαλνταμπάσης, Νίκος Φιλημέγκας, Γιώργος Κοντορικός, Ευαγγελία Μακαντάση, Λένα Σιακαβάρα και Κώστας Διάφας και τα παιδιά Κων/νος Σιαμπανόπουλος, Γιώργος Αζής, Βασίλης Νήτσιος, Σταύρος Τζούτζας, Μιχάλης Νιάκας, Δημήτρης Κοκκαλιάρης, Γιάννης Παρχαρίδης, Ειρήνη Ντίνα και Ευσταθία Τσιφτσή.

«ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ…»
Λίγο πριν την έναρξη της παράστασης το Θ μίλησε με το σκηνοθέτη της παράστασης κο Τώνη Λυκουρέση για τις δυσκολίες, αλλά και τις προκλήσεις του έργου. Μία ιδέα που, όπως ο κος Λυκουρέσης διευκρίνισε, ξεκίνησε από μία πρόταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης το περασμένο καλοκαίρι. «Διάβασα το βιβλίο με πάρα πολύ σοβαρότητα και ευθύνη», είπε στο Θ, «γιατί είναι ένα πεζό αφήγημα με αρκετές παγίδες στη θεατρική του διασκευή, καθώς αφορά ένα παρελθόν και επιπλέον είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο αρκετά χρόνια πριν. Νομίζω όμως ότι βρέθηκαν κάποιοι συγκεκριμένοι θεατρικοί κώδικες, που επιτρέπουν στο θεατή να παρακολουθήσει ένα σύγχρονο κείμενο, το οποίο αφορά τη γιαγιά τη Ρούσα του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, αλλά και ταυτόχρονα έχει όλες τις αρετές, τις γοητείες, τις εικόνες και τα συναισθήματα που έχει το βιβλίο». Πάνω σε αυτή τη διασκευή στηρίχτηκε η υλοποίηση του έργου και η αναβίωση, επί σκηνής, της Κοζάνης του 1920. «Είναι μια Κοζάνη εποχής», είπε ο κος Λυκουρέσης, «μια Κοζάνη του μεσοπολέμου. Αλλά νομίζω από τον τρόπο που αντιδρά το κοινό και από το ύφος της όλης παράστασης, τα στοιχεία, αν και είναι ιστορικά, γίνονται ταυτόχρονα και διαχρονικά. Γιατί τον Κοζανίτη θεατή τον αγγίζουν, τον ευαισθητοποιούν και του αναπαράγουν μνήμες πολύ οικίες». Η μεγαλύτερη δυσκολία κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του έργου ήταν, όπως ο κος Λυκουρέσης παρατήρησε, στο να μπορέσουν να συνεργαστούνε μεταξύ τους πάρα πολύ ετερόκλητοι άνθρωποι, ερασιτέχνες ηθοποιοί και τεχνικοί που πρόσφεραν στο θέατρο τις ελεύθερες ώρες τους, που δεν συμβάδιζαν όμως πάντα. Το πάθος όλων ωστόσο ήταν αρκετό και ο ενθουσιασμός του κόσμου τους αντάμειψε με τον καλύτερο τρόπο.«Θέλω να πιστεύω», είπε ο κος Λυκουρέσης, «ότι είναι ειλικρινής όλος αυτός ο ενθουσιασμός και η συναισθηματική φόρτιση που μας μεταδίδουν οι θεατές μας και όσο περνούν οι μέρες και αποστασιοποιούμαι και εγώ από την παράσταση και τη βλέπω όλο και πιο μακριά πραγματικά ανακαλύπτω τις γοητείες της για τους Κοζανίτες. Μέχρι στιγμής δούλευα τις γοητείες της για μένα. Τώρα όμως αρχίζω και ανακαλύπτω μέσα από το κοινό ότι πραγματικά αυτή η μεταγραφή ενός δυνατού και ουσιαστικού αφηγήματος σε θεατρικό λόγο καταθέτει και μία γοητεία για το θεατή της». Η Κοζάνη, όπως και ο ίδιος διαπίστωσε, αν και πόλη της επαρχίας, έχει ένα πλούσιο θεατρικό δυναμικό που εντυπωσιάζει. «Ο αριθμός των Κοζανιτών που εργάζεται, που δουλεύει στο θέατρο, που συμμετέχει, «καλλιτεχνίζεται» με τη θεατρική τέχνη είναι πάρα πολύ μεγάλος για μια επαρχιακή πόλη και πιστεύω ότι αυτό σίγουρα επηρεάζει και το κοινό. Όταν υπάρχει ένα τέτοιο δυναμικό θεατρόφιλων και ανθρώπων που συμμετέχουν στις θεατρικές παραστάσεις -και είναι δεκάδες αυτές που γίνονται ερασιτεχνικές και μη μες στο χρόνο- είναι σίγουρο ότι γύρω απ’ αυτούς κινείται επίσης ένα πολύ σημαντικό και θερμό θεατρικό κοινό».


- Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 15/4/2003, σελ. 8.