Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Οι Προέλληνες
Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι όταν οι Αθηναίοι «καθάριζαν» τη Δήλο, απομακρύνοντας όλους τους θαμμένους σ’ αυτήν νεκρούς, διαπίστωσαν πως οι περισσότεροι ήταν Κάρες. Η αναφορά αυτή γίνεται και από άλλους συγγραφείς και σε άλλα έργα. Παραδόσεις και συγγραφείς μνημονεύουν, εκτός από τους Κάρες, και Πελασγούς, Λέλεγες, Τέμμικες, Ύαντες, Ωγύγιους, Έκτηνες, Άονες, Αίμονες, Δρύοπες, Καύκωνες, Πρωτοαχαιούς, Τυρρηνούς κ.ά.
Όλοι αυτοί οι λαοί, σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, μπορούν να μεριστούν σε δύο γλωσσικές ομάδες· τους Ινδοευρωπαίους Προέλληνες του ελληνικού χώρου και τους μη Ινδοευρωπαίους, συνδεόμενους με τους λεγόμενους Μεσογειακούς λαούς. Για τους Λέλεγες ενδείξεις πείθουν ότι ήταν συγγενείς με τους Χάττι, αρχαιότατο λαό της Μ. Ασίας. Εξάλλου ο επώνυμος ήρωάς τους, Λέλεξ, συνδέεται με τη Λακωνική (είναι βασιλιάς της χώρας και πατέρας του Ευρώτα) και τη Μεγαρίδα, όπως και με την Ιωνία ή τα νησιά του Αιγαίου. Στην Ιωνία ο Στράβωνας αναφέρει ότι υπήρχαν «λελέγεια» κτίσματα, ενώ η Μίλητος αποκαλούνταν Λελεγηίς. Στη βορειότερη Τρωάδα ήδη από την αρχαιότητα πολλοί χαρακτήριζαν διάφορα τοπωνύμια ως λελεγικά (Γάργαρα, Άντανδρος, Άσσος, Λάμψακος κτλ.). Σε ό,τι αφορά την παρουσία τους στην κυρίως Ελλάδα, ο Αριστοτέλης την εντοπίζει στη Δυτική Πελοπόννησο, την Αιτωλία και την Ακαρνανία, στη Λοκρίδα και, όπως ήδη προαναφέρθηκε στη Μεγαρίδα. Ο Ηρόδοτος πάλι τους συνδέει με τις Κυκλάδες. Στην Ήπειρο, κατά το Στέφανο Βυζάντιο, ήταν γείτονες με τους Μολοσσούς. Στη μ.Χ. εποχή, ο Φίλιππος από τα Συάγγελα, σε έργο του για τους Κάρες, τους ονομάζει δούλους των Καρών και επιπλέον τους παρομοιάζει με τους Είλωτες της Σπάρτης. Πολλοί υποθέτουν σήμερα ότι πιεζόμενοι από τους Χάττι ήρθαν στην Ελλάδα, ενώ όσοι έμειναν στη Μ. Ασία υποτάχτηκαν στους Κάρες. Η σταδιακή αφομοίωση των δύο αυτών λαών (Καρών και Λελέγων) ίσως ήταν ο λόγος που πολλοί στην αρχαιότητα έκαναν σύγχυση αυτών.
Οι Τυρρηνοί συνδέονται με τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και τη Μακεδονία, ιδίως την Ελυμιώτιδα/Ελίμεια, όπου κατά τις παραδόσεις εγκαταστάθηκε ο βασιλιάς τους Ελύμας. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Τυρρηνοί ήταν Λυδοί, που εγκατέλειψαν τη χώρα τους σε καιρό λιμού και εγκαταστάθηκαν σε άλλους τόπους υπό την ηγεσία του Τυρρηνού, γιου του Άτυος. Άλλοι τους συνέδεσαν με την πόλη Τύρρα της Λυδίας. Ωστόσο πέρα από κάθε αμφιβολία δεν υπήρξε συγγένεια μεταξύ Λυδών και Τυρρηνών.
Οι Έκτηνες συνδέονται με τη Βοιωτία, της οποίας ήταν αρχαιότατοι κάτοικοι. Οι Κυλικράνες κατοικούσαν στην Κεντρική Ελλάδα, στην Τραχίνα (της Φθιώτιδας) και ήδη από την αρχαιότητα θεωρούνταν λαός αλλόφυλος. Βασιλιάς τους, κατά τη μυθολογία, ήταν ο Εύρυτος, περίφημος τοξότης, την πρωτεύουσα του οποίου Οιχαλία κατέστρεψε ο Ηρακλής, εξανδραποδίζοντας τους κατοίκους της. Το όνομά τους σήμαινε ότι με στίγματα (τατουάζ) σχημάτιζαν μια κύλικα στο βραχίονά τους. Άλλη παράδοση υπαινίσσεται ότι ο Ηρακλής, αφού υπηρέτησε την Ομφάλη, φεύγοντας από τη Μ. Ασία έφερε στην Ελλάδα μαζί του δούλους, τους Κυλικράνες, να υπηρετούν αυτόν και τους απογόνους του.
Οι Κάρες δε συνδέονται με την κυρίως Ελλάδα. Οι σχετικές αναφορές που σημειώνουν κάτι τέτοιο κρίνονται σήμερα λαθεμένες. Προφανώς οφείλονται σε σύγχυση του λαού αυτού με τους Λέλεγες.
Εκτός όμως από τους Λέλεγες, τους Τυρρηνούς, τους Έκτηνες και τους Κυλικράνες, που αποτελούσαν το μεσογειακό υπόστρωμα των Προελλήνων, σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και ορισμένοι λαοί τους οποίους μπορούμε να συνδέσουμε με την ινδοευρωπαϊκή γλωσσική ομοεθνία. Στους Ινδοευρωπαίους Προέλληνες περιλαμβάνονται οι Αίμονες, οι Άονες, οι Φοίνικες, οι Δρύοπες, οι Καύκωνες, οι Πελασγοί, οι Τέμμικες, οι Ύαντες.
Οι Δρύοπες ανήκουν στους πρώτους λαούς που κατοίκησαν την Ελλάδα, και μάλιστα την εντός του Ισθμού, σύμφωνα με το Στράβωνα. Ο Στέφανος Βυζάντιος, πάντως, βασιζόμενος σε αρχαιότερη πηγή γράφει ότι αρχικά αυτοί κατοικούσαν στην Οίτη και τον Παρνασσό, απ’ όπου πιεζόμενοι έφυγαν για να διασπαρούν στην Εύβοια, την Κύθνο, την περιοχή της Κυζίκου και της Αβύδου στη Μ. Ασία, την Κύπρο, την Πελοπόννησο κ.α. Επώνυμος ήρωάς τους ήταν ο Δρύοπας, γιος του Απόλλωνα, ή η Δρυόπη, κόρη του Ευρύπυλου. Ονομάτισαν πάντως Δρυοπία την περιφέρεια της Τραχίνας, ενώ κατ’ άλλους Δρυοπίδα για ένα διάστημα αποκαλούνταν η Ήπειρος. Πάντως, όπως η επωνυμία τους μαρτυρεί, ήταν Ινδοευρωπαίοι.
Οι Αίμονες, το όνομα των οποίων συνδέεται είτε με τη λέξη αίμα είτε με το όρος Αίμος, έδωσαν το όνομα Αιμονία στη βόρεια Θεσσαλία, το οποίο επιζούσε εν μέρει και ως τη μ.Χ. εποχή, αφού το αναφέρει ο Αθηναίος στους «Δειπνοσοφιστές». Αιμονία ή Αιμονίες πόλη αναφέρεται ότι υπήρχε και στην Αρκαδία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, κτίσμα του Αίμονα, γιο του Λυκάονα. Κατά το Στέφανο Βυζάντιο, ο γενάρχης τους Αίμονας ήταν γιος του Χλώρου, γιου του Πελασγού, και πατέρας του Θεσσαλού. Ίσως αυτό να υπαινίσσεται συγγένεια με ένα άλλο ινδοευρωπαϊκό φύλο, τους Πελασγούς. Κατά τους μύθους ο Αίατος, βασιλιάς των Αιμόνων, εισέβαλε στη βόρεια Θεσσαλία, όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός που αποχώρησε την Όσσα από τον Όλυμπο, προσφέροντας διέξοδο στα λιμνάζοντα νερά του Πηνειού, που πλημμύριζαν τη θεσσαλική πεδιάδα.
Οι Άονες, κατά το Στέφανο Βυζάντιο, ήρθαν μαζί με τους Τέμμικες και από κοινού με αυτούς, τους Ύαντες και τους Λέλεγες κατοίκησαν στη Βοιωτία, ώσπου την περιοχή κατέλαβαν οι Φοίνικες του Κάδμου (οι Καδμείοι). Ο Παυσανίας ο Περιηγητής, στα «Βοιωτικά» του, αναφέρει ότι στον ίδιο χώρο προϋπήρχαν οι Έκτηνες, τους οποίους αποδεκάτισε «λοιμός». Τότε ήρθαν στον τόπο Άονες και Ύαντες και τελικά οι Άονες, νικημένοι από τους Φοίνικες, έμειναν εκεί, αφού υποτάχτηκαν στους νέους κυρίαρχους της χώρας, ενώ οι Ύαντες έφυγαν από τη Βοιωτία. Με τον καιρό αναμείχθηκαν με τους Φοίνικες (Καδμείους). Το όνομά τους πάντως δόθηκε στη χώρα (Αονία), ενώ επέζησε ως επωνυμία της πεδιάδας που εκτείνεται από τη Θήβα ως την Υλίκη (Αόνιο πεδίο).
Οι Φοίνικες για πολύ καιρό συγχέονταν με τους Σημίτες της Φοινίκης. Ωστόσο τόπος προέλευσής τους ήταν η πόλη Φοινίκη της Ηπείρου και η περιοχή της, όπου παραπόταμος του Θύαμη, ο Κάδμος, έφερε όνομα συγγενικό με το άλλο δικό τους όνομα (Καδμείοι). Εξάλλου το όνομα Φοίνικες συνδέεται με την ελληνική λέξη φοινός ή φοινικούς (= κόκκινος). Την επωνυμία Φοινατοί είχε επίσης ένα ηπειρωτικό φύλο ως τους ιστορικούς χρόνους. Κατά τους μύθους, ο Κάδμος συνδέεται άρρηκτα με την Ήπειρο· αφού βασίλεψε αρκετό καιρό στη Βοιωτία, έρχεται μαζί με την Αρμονία στην περιοχή αυτή, στα γεράματά του, γίνεται βασιλιάς των Θεσπρωτών, νικά τους Βρύγες και αποκτά τον Ιλλυριό, πρόγονο του αντίστοιχου λαού.
Καύκωνες μνημονεύονται στην Τριφυλία, όπου κατοικούσαν την πόλη Μάκιστο, κατά το Στέφανο Βυζάντιο. Η παράδοση ωστόσο λέει ότι ο πρόγονός τους Καύκωνας ήταν γιος του Αρκάδα. Ο Ηρόδοτος τους συνδέει με την Πύλο, την Αθήνα και τη Μίλητο, υπονοώντας ότι αναμείχθηκαν με τους Ίωνες και δηλώνοντας πως οι Μιλήσιοι «απόκτησαν βασιλιάδες Καύκωνες, απόγονους του Κόδρου, γιου του Μελάνθου». Ο Στράβωνας πάλι θεωρεί ολόκληρη την Ηλεία και τη Μεσσηνία χώρα των Καυκώνων και τις αποδίδει το όνομα Καυκωνία. Ο ίδιος αναφέρει ότι Καυκωνίτες ζούσαν στην περιοχή της Παφλαγονίας. Μαζί του συμφωνεί και ο Όμηρος, ο οποίος τους τοποθετεί κοντά στον Παρθένιο ποταμό και τους χαρακτηρίζει συμμάχους των Τρώων. Ίσως το ινδοευρωπαϊκό αυτό φύλο, μετά την κάθοδο των Ελλήνων στις ελληνικές χώρες, εν μέρει να υποτάχτηκε και να αναμείχθηκε μαζί τους και εν μέρει -ένα τμήμα του- να μετοίκησε στη ΒΔ Μικρά Ασία.
Οι Ύαντες, όπως ήδη σημειώθηκε, κατοικούσαν στη Βοιωτία, αλλά εντοπίζονται και στη Φωκίδα, τη Δυτική Λοκρίδα και την Αιτωλία. Μ’ αυτούς ολοφάνερα συνδέεται και η Υάμπολη των ιστορικών χρόνων.
Οι Τέμμικες από ορισμένους συνδέονται με το μεσογειακό υπόστρωμα, αλλά το όνομά τους αποδεικνύει ότι ήταν Ινδοευρωπαίοι. Ο Στράβωνας τους τοποθετεί στην Ανατολική Αττική· εκεί ζούσαν πριν μετοικήσουν στη Βοιωτία, μαζί με τους Άονες.
Οι Πελασγοί επί δεκαετίες συνιστούσαν ένα μεγάλο πρόβλημα. Άλλοι υπέθεταν ότι το όνομα ήταν γενικό και κάλυπτε διάφορα προελληνικά έθνη. Ορισμένοι τους έβλεπαν ως μεσογειακό λαό, που κατοικούσε όλα τα παράλια του Ευξείνου ή τουλάχιστον τα δυτικά κτλ. Σήμερα ωστόσο οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν ότι το όνομα συνδέεται με ένα προελληνικό ινδοευρωπαϊκό φύλο, ο επώνυμος ήρωας του οποίου σχετίζεται με την Αρκαδία (είτε ήταν πατέρας του Λυκάονα, προγόνου του Αρκάδα, είτε ήταν γεννημένος από τη γη, δηλαδή «αυτόχθονας»). Παράλληλα, ωστόσο, ο Πελασγός σχετίζεται και με τη Θεσσαλία και ήταν αδελφός του Αχαιού και του Φθίου, επωνύμων ηρώων των αντίστοιχων ελληνικών φύλων. Απ’ αυτόν μάλιστα ονομάστηκε ένα τμήμα της Πελασγιώτιδα. Κατά τους μύθους του Πελοποννησιακού Άργους, ζούσε εκεί και φιλοξένησε στο Άργος τη Δήμητρα, όταν αυτή γύρευε την Περσεφόνη. Ήταν μάλιστα ο πατέρας της ηρωίδας Λάρισας, που έδωσε το όνομά της στην ακρόπολη του Άργους. Λάρισα όμως ονομαζόταν και μία από τις κυριότερες πόλεις της Θεσσαλίας. Ο Όμηρος αναφέρει επίσης Πελασγικό Άργος (έτσι ονομάζει τη Θεσσαλία), αλλά στην Οδύσσεια υποστηρίζεται ότι Πελασγοί κατοικούσαν στην Κρήτη, ενώ Πελασγοί επίσης, που ζούσαν στην Τρωάδα, ήταν σύμμαχοι των Τρώων (στην Ιλιάδα). Κατά τον Ηρόδοτο Πελασγοί ήταν οι Αιολείς και οι Ίωνες, και, όπως είναι γνωστό σήμερα, οι Ίωνες ζούσαν κάποτε στην περιοχή του Ίωνα, παραπόταμου του Πηνειού, ενώ πατρίδα των Αιολέων γενικώς θεωρούνταν η Θεσσαλία. Ο Έφορος υποστηρίζει ότι οι Πελασγοί ξεκινώντας από την Αρκαδία σκόρπισαν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Πελασγικός επίσης ονομάζεται από τον Όμηρο ο Δίας της Δωδώνης, ενώ πελασγικά χαρακτηρίζονται διάφορα αρχαία τείχη ή άλλα κτίσματα. Ο Ηρόδοτος μας παρέχει την πληροφορία ότι μιλούσαν μη ελληνική, δηλαδή βάρβαρη, γλώσσα. Πελασγοί ωστόσο επέζησαν σε διάφορους τόπους, κατά τους ιστορικούς χρόνους, στη Χαλκιδική, την Κρηστωνία και την Προποντίδα. Ορισμένοι υποθέτουν ότι και οι Ευρυτάνες μιλούσαν την πελασγική γλώσσα, στους ιστορικούς χρόνους, ενώ οι Πελασγοί της Χαλκιδικής εκτός από τη μητρική τους γλώσσα μιλούσαν και την ελληνική. Απ’ όλα αυτά, καθώς και από γλωσσικές ή αρχαιολογικές έρευνες, συμπεραίνεται ότι οι Πελασγοί ήταν ένας λαός ινδοευρωπαϊκός, με όνομα ινδοευρωπαϊκό, και όχι μια ομοεθνία ή ομάδα βάρβαρων λαών.
Τα πρώτα ελληνικά φύλα
Αχαιοί, Δαναοί, Άβαντες είναι τα πρώτα ελληνικά φύλα που κάνουν την εμφάνισή τους και ακούγονται στην Ελλάδα. Οι Αχαιοί των μυκηναϊκών χρόνων είναι αναμφίβολα Έλληνες, και το όνομά τους συνδέεται με το στοιχείο «αχ», το οποίο απαντάται σε πολλά ονόματα ποταμών (Ίναχος, δύο ποτάμια με αυτό το όνομα, Αχελώος, Αχήτης κτλ.), ενώ εντοπίζεται και στο όνομα Αχιλλέας· ίσως ο ήρωας να ήταν κάποτε θεότητα του υγρού στοιχείου, γι’ αυτό μάλλον παρουσιάζεται και ως γιος της Νηρηίδας Θέτιδας.
Οι πρώτοι Αχαιοί κατοίκησαν σε πολλούς ελληνικούς τόπους, ξεκινώντας μάλλον από τη Φθιώτιδα Αχαΐα, ενώ ενδέχεται να ζούσαν και στην Αθαμανία, στην Πελοπόννησο, και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Η διασπορά τους σ’ όλο τον ελληνικό χώρο είναι η αιτία που το όνομά τους επιβάλλεται στην πρώτη επική ποίηση ως γενική επωνυμία των φύλων της Ελλάδας.
Από τα ελληνικά φύλα που αναφέρονται πρώιμα, εκτός από τους Αχαιούς, είναι οι Δαναοί και οι Άβαντες. Οι Δαναοί εικάζεται ότι κατοικούσαν στην περιοχή της Λέρνης, όπως αναφέρουν οι σχετικοί μύθοι. Οι Άβαντες μνημονεύονται από τον Όμηρο ως κάτοικοι της Εύβοιας, ενώ αναφέρεται ότι τμήμα τους ζούσε και στην Ιλλυρία.
Περί το 2000 π.Χ. ελληνικά φύλα (Αρκάδες) κατοικούν στην περιοχή του Αλιάκμονα (Δυτ. Μακεδονία). Γι’ αυτό ίσως οι μύθοι μνημονεύουν το Λυκάονα ως βασιλιά της Ημαθίας. Αργότερα βέβαια ωθούνται ως την Πελοπόννησο, αφήνοντας τμήματά τους στον άνω ρου του Αχελώου και την περιοχή του Σπερχειού. Στην περιοχή του Γράμμου, του Βοΐου εν μέρει, του Σμόλικα και της Τύμφης ζουν, την ίδια περίοδο, διάφορα δυτικά ελληνικά φύλα, ενώ οι Ίωνες καταλαμβάνουν το χώρο νοτίως των Αρκάδων, στην περιοχή του Ίωνα ποταμού, όπως ήδη έχει ειπωθεί, ενώ τμήμα τους ίσως είχε προωθηθεί ως την Πελοπόννησο, στον Αλφειό, που παλαιότερα λεγόταν Ίωνας.
Οι μετακινήσεις προς το νότο των ελληνικών φύλων συμπαρασύρουν και τους Προέλληνες, αν και οι Λέλεγες στη Λοκρίδα, οι Δρύοπες στην κοιλάδα του Σπερχειού, οι Κάδμιοι/Φοίνικες της Βοιωτίας επιβιώνουν ως τα τέλη της ύστερης χαλκοκρατίας. Οι Μινύες πιθανώς ήταν εγκαταστημένοι αρχικά στην περιοχή του Ολύμπου και των Τεμπών, ενώ αργότερα εντοπίζονται στην Κωπαΐδα και τον Ορχομενό. Τα ονόματα του ήρωα Άλμωνα και της Αλμωνίας (πόλης) σχετίζονται με τη Μακεδονία, ενώ η πόλη Αλμωνία ταυτίζεται με τη Μινύα. Στη Μακεδονική Αλμωνία, αναφέρεται στους μύθους, εγκαταστάθηκε μετά τη φυγή του από την Τροία ο Αινείας.
Ο Όμηρος μνημονεύει τους Περραιβούς και τους Αινιάνες ως συνεργαζόμενα φύλα, προσθέτοντας ότι συμμετείχαν στα τρωικά υπό κοινό αρχηγό. Πιθανολογείται επιπλέον ότι ο χώρος εγκατάστασής τους ήταν το βόρειο τμήμα της ιστορικής Περραιβίας, όπου υπήρχε και η πόλη Βωδώνη/Δωδώνη, της οποίας οι κάτοικοι, κατά τους επιτομείς του Στράβωνα, μετακινήθηκαν δυτικότερα σε κατοπινούς χρόνους (στο χώρο της ιστορικής Δωδώνης). Σύγχυση, ωστόσο, επικρατεί σχετικά με το χώρο που κατείχαν τα δύο αυτά φύλα, γιατί από τον Όμηρο αυτός προσγράφεται στους Λαπίθες.
Οι Λαπίθες κατοικούσαν στο πλέον δυτικό τμήμα της Θεσσαλίας, προς την Πίνδο, και κατείχαν κατά τον Όμηρο τις πόλεις Ολοοσσώνα, Γυρτώνη, Όρθη, Ηλώνη, αν και ορισμένοι κατοπινοί συγγραφείς θεωρούν ότι και η Λάρισα ήταν στην κατοχή τους, όπως και το όρος Ομόλη (τμήμα της Όσσας). Παρουσία Λαπιθών εντοπίζεται βέβαια και σε άλλα μέρη, π.χ. γένος Περιθοιδών (και δήμος) στην Αττική –ο Πειρίθους ήταν ήρωας των Λαπιθών–, ενώ την Κορώνεια ίδρυσε ο Λαπίθης Κόρωνος. Από την άλλη μεριά, οι Κυψελίδες της Κορίνθου υποστήριζαν ότι ήταν Λαπίθες. Λαπίθες ήρωες επίσης παρουσιάζονται να δρουν στη Λακωνία (Άμπυκας, Έλατος, Λαπίθης).
Οι Φλεγύες ήταν εγκαταστημένοι στη Δαυλίδα της Φωκίδας, αλλά ο Όμηρος δεν τους περιλαμβάνει στα ελληνικά φύλα που έλαβαν μέρος στα τρωικά. Ίσως είχαν απορροφηθεί από άλλα φύλα στο τέλος της μυκηναϊκής εποχής. Συνδέονται πάντως με τη Θεσσαλική Γυρτώνα, απ’ όπου ενδεχομένως μετανάστευσαν στη Σικυώνα και τη Στερεά.
Στη Θεσσαλία αναφέρεται ότι ζούσαν Φθίοι, Δόλοπες, Μυρμιδόνες, Έλληνες. Οι Μυρμιδόνες, οι Έλληνες και οι Φθίοι παρουσιάζονται από τον Όμηρο ως λαοί στους οποίους βασίλευε ο Πηλέας, με κέντρο του κράτους του τη Φθιώτιδα Αχαΐα. Η μετοίκηση του Πηλέα στο τέλος των τρωικών στην Ήπειρο ίσως εξυπονοεί μετακίνηση αυτών των φυλών προς τα δυτικά. Δόλοπες εντοπίζονται επίσης βόρεια του Τυμφρηστού και αργότερα στη νήσο Σκύρο, με την οποία συνδέεται και ο Αχιλλέας άλλωστε (κρύβεται εκεί για να μη συμμετάσχει στον τρωικό πόλεμο, παντρεύεται την κόρη του βασιλιά της νήσου Δηιδάμεια κτλ.).
Οι Αθαμάνες, φυλή της οποίας επώνυμος ήρωας ήταν ο Αθάμαντας, πατέρας του Φρίξου και της Έλλης, πρέπει να ήταν εγκαταστημένοι νοτιότερα, στη Φθιώτιδα Αχαΐα, όπως δηλώνουν οι μύθοι οι σχετικοί με τον Αθάμαντα και την Ινώ. Αργότερα μετοίκησαν στην ιστορική Αθαμανία, όπου προϋπήρχαν Αχαιοί (ποταμός της περιοχής, παραπόταμος του Αχελώου ήταν ο Ίναχος).
Οι Κεφαλλήνες κατείχαν την ιστορική Ακαρνανία και τα νησιά Κεφαλληνία, Ιθάκη και Ζάκυνθο, όπως υπαινίσσεται η Οδύσσεια. Ορισμένοι μύθοι ωστόσο τους συνδέουν και με τη Θεσπρωτία· οι σχετικές αναφορές όμως μπορεί να εξυπονοούν μόνο την ύπαρξη καλών σχέσεων με τους Θεσπρωτούς, οι οποίοι κατείχαν τα παράλια της Ηπείρου. Στους Θεσπρωτούς πάντως βασιλεύει, σύμφωνα με το χαμένο έπος «Θεσπρωτίδα», ο Οδυσσέας, βασιλιάς και ήρωας των Κεφαλλήνων, που παντρεύεται τη βασίλισσά τους, Καλλιδίκη, μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη και το φόνο των μνηστήρων.
Οι Πίερες, φύλο ελληνικό που έδωσε αρχικά το όνομά του στην Πιερία, δεν πρέπει να συνδέονται με τους Πίερες Θράκες, αυτούς που αργότερα απώθησαν από την Πιερία οι Μακεδόνες και μετεγκαταστάθηκαν στον Πιερικό κόλπο, γύρω από το Φάγρητα. Συνδέονται, σύμφωνα με τους μύθους, με τους Μάγνητες, και οι πηγές υπαινίσσονται εγκατάστασή τους στις Θεσπιές. Τους Μάγνητες πάλι ορισμένοι θεωρούν συγγενείς των Μακεδόνων ή μακεδονικό φύλο. Κατά τον Ηρόδοτο (απόσπασμα από το χαμένο έπος του «Ηοίες»), Μακεδών και Μάγνης ήταν αδέλφια, γιοι της Θυίας, θυγατέρας του Δευκαλίωνα, και του Δία (επομένως πρώτα ξαδέλφια του Έλληνα) και «κατοικούσαν γύρω από την Πιερία και τον Όλυμπο, σε κατοικίες δοξασμένες».
Το όνομα των Βοιωτών σχετίζεται βέβαια με το όρος Βοίον (Βόιο) και εντοπίζεται μια δηλωμένη συγγένεια του φύλου αυτού με τα δυτικά ελληνικά φύλα, καθώς και με τους Αιολείς, πράγμα που μαρτυρείται και από τη διάλεκτό τους. Η εγκατάστασή τους στη Βοιωτία προϋποθέτει μια πρωιμότερη στη Θεσσαλία, απ’ όπου πιεζόμενοι αργότερα από τους Θεσσαλούς ήρθαν στην Καδμεία, στην οποία έδωσαν και το όνομά τους.
Παρουσία Αιολέων μαρτυρείται και στη Φθιώτιδα Αχαΐα. Ωστόσο, ο κύριος όγκος τους αργότερα βρίσκεται εγκαταστημένος στη Θεσσαλία και περιορίζει ή εγκολπώνει διάφορα άλλα φύλα (Περραιβούς, Αινιάνες, Λαπίθες κτλ.). Το όνομά τους, που σημαίνει ποικίλος, ίσως μαρτυρεί την ανάμειξη φύλων, και η συγγένεια της αιολικής διαλέκτου με τη βοιωτική και τη θεσσαλική των ιστορικών χρόνων προς τα εκεί οδηγεί. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Θεσσαλοί έρχονται από τη Θεσπρωτία να κατοικήσουν την Αιολίδα γη, δηλαδή κατευθύνονται από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Ο Στράβωνας πάλι υποστηρίζει ότι οι Βοιωτοί διώχτηκαν (εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας) από την Άρνη, όπου κατοικούσαν ως τότε, από τους Θεσσαλούς και ήρθαν στην Καδμηίδα χώρα. Αυτό ίσως εξηγεί τη γλωσσική συγγένεια Βοιωτών και Αιολέων. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι τμήμα της Αιτωλίας (αυτό γύρω από την Πλευρώνα και την Καλυδώνα) ονομαζόταν παλαιότερα Αιολίδα και προσθέτει ότι όλα τα ελληνικά φύλα αποκαλούνταν Αιολείς κάποτε, εκτός από τους Αθηναίους, τους Μεγαρείς και τους Δωριείς του Παρνασσού. Η λατρεία του Αιόλου, ήρωα αρχικά των Αιολέων και έπειτα θεού των ανέμων, η τόσο διαδεδομένη σε ολόκληρη την Ελλάδα, μαρτυρεί τη διασπορά τους σ’ όλο τον ελληνικό χώρο. Πολλοί ήρωες, π.χ. στην Πελοπόννησο κ.α., εμφανίζονται ως Αιολείς, όπως ο γεννημένος στην Κόρινθο Σίσυφος.
Οι ανατολικοί και δυτικοί Λοκροί χωρίζονταν από τους Φωκείς γεωγραφικά, και κατά τις παραδόσεις τους είναι ντόπιοι, δεν έχουν έρθει από άλλους τόπους, πράγμα που μαρτυρεί την πρωιμότητα της εγκατάστασής τους στη δυτική και ανατολική Λοκρίδα και τη Φωκίδα.
Αιτωλοί και Επειοί πρέπει να ήταν φύλα συγγενικά, αφού ο Επειός, επώνυμος ήρωας των δεύτερων, ήταν γιος του Ενδυμίωνα, ήρωα των πρώτων. Ο Όμηρος τοποθετεί, πάντως, τους Αιτωλούς στο χώρο που αυτοί κατείχαν στους ιστορικούς χρόνους, ενώ για τους Επειούς αναφέρει ότι κατοικούσαν το Βουπράσιον, την Ήλιδα, την Υρμίνη, τη Μύρσινο κ.ά. πόλεις, από τις οποίες έφυγαν με 40 πλοία για να πάρουν μέρος στον τρωικό πόλεμο. Ο ήρωας Αιτωλός, πάλι, παρουσιάζεται ως γιος του Ενδυμίωνα και αδελφός του Επειού σε πολλούς μύθους. Ωστόσο ο Στράβωνας αναφέρει ότι ο Εκαταίος ξεχώριζε τους Ηλείους από τους Επειούς, και αυτό ίσως μαρτυρεί εγκατάσταση των δεύτερων σε χώρο που κατείχαν οι πρώτοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, τους Δωριείς οδηγούν στην Πελοπόννησο Αιτωλοί, οι οποίοι όμως κρατούν για τον εαυτό τους την Ηλεία (εδώ υπονοείται άμεση συγγένεια Επειών και Αιτωλών). Άλλοι ωστόσο θεωρούν ότι οι Ηλείοι ήταν απλώς οι Αιτωλοί που οδήγησαν τους Δωριείς στην Πελοπόννησο.
Στην περιοχή της Δωδώνης ο Όμηρος τοποθετεί τους Σελλούς/Ελλούς, μάντεις και προφήτες του Δωδωναίου και Πελασγικού Δία. Ο Ησίοδος στην ίδια περιοχή τοποθετεί την Ελλοπία, πόλη και περιφέρεια των Ελλόπων σύμφωνα με ορισμένους, κατά τους οποίους οι τύποι Σελλοί και Ελλοί αποτελούν συγκεκομμένη εκδοχή του ονόματος Ελλόπιοι. Ελλοπία ωστόσο ονομάζεται και η Εύβοια, είτε ολόκληρη είτε το βόρειο τμήμα της, ενώ οι Ελλόπιοι αλλού είναι θεσσαλικό φύλο. Κατά μία εκδοχή, το όνομα Έλλην επίσης προέρχεται από το Σελλάς/Ελλάς.
Κατά τους μύθους, οι Γραικοί ή Γραίοι (ή Γραίκες) ήταν φύλο ελληνικό που ζούσε στη Δυτική Θεσσαλία και το όνομά τους έφεραν όλοι οι Έλληνες κάποτε, ώσπου, σύμφωνα με τους μύθους, βασίλεψε σ’ όλα τα φύλα ο Έλληνας, γιος του Δευκαλίωνα, το όνομα του οποίου πήραν και οι ως τότε αποκαλούμενοι Γραικοί. Ο επώνυμος ήρωας του φύλου, πάντως, κατά τον Ησίοδο ήταν γιος του Δία και της Πανδώρας, θυγατέρας του Δευκαλίωνα. Κατά τον Αριστοτέλη, οι Γραικοί κατοικούσαν το χώρο όπου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Ο ίδιος επίσης τοποθετεί αυτόν το χώρο στην περιοχή της Δωδώνης (εκεί «κατοικούσαν οι Σελλοί και οι ονομαζόμενοι τότε Γραικοί και τώρα Έλληνες»).
Ο Ηρόδοτος, και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, αναφέρουν ότι οι Μακεδνοί ζούσαν στην Πίνδο, όπου βρισκόταν και η τετράπολή τους (Βοιός, Ερινεός, Κυτίνιον και Πίνδος). Οι Μακεδνοί αυτοί, φύλο πολυπλάνητο, κατά τον ίδιο, ήρθαν στη συνέχεια στη Δωρίδα, απ’ όπου μετοίκησαν στην Πελοπόννησο έπειτα από πολλές απόπειρες. Η παραμονή τους στη Δωρίδα, συμπεραίνεται σήμερα, τους χάρισε το κατοπινό όνομά τους, Δωριείς. Ο Όμηρος αγνοεί τους Δωριείς, εκτός από μια περίπτωση στην Οδύσσεια, όπου τους κατονομάζει ως ένα από τα φύλα που ζούσαν στην Κρήτη. Οι Δωριείς της ιστορικής εποχής διαιρούνται σε τρεις φυλές, τους Υλλείς, τους Δυμάνες και τους Πάμφυλους. Ένα χαμένο σήμερα έπος, ο «Αιγίμιος», αναφερόταν στον ομώνυμο βασιλιά των Μακεδνών, τον οποίο βοηθάει ο Ηρακλής στον πόλεμό του εναντίον των Λαπιθών. Κατά τον Έφορο (το απόσπασμα διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος), ο Αιγίμιος ή Αιγιμιός «είχε δυο γιους, τον Πάμφυλο και το Δυμάνα, ενώ τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή, έκανε τρίτο παιδί του (τον υιοθέτησε δηλαδή) ως ανταπόδοση της χάρης που χρωστούσε στον Ηρακλή για τα όσα έπραξε αυτός για λόγου του». Η παράδοση εξηγεί τη διαίρεση σε τρεις φυλές των Δωριέων και την πρόσδεσή τους με τους Ηρακλείδες. Κατ’ άλλη εκδοχή, ο Ηρακλής εκδιώκει τους Δρύοπες από τη γη τους και φέρνει σ’ αυτήν τους ως τότε ονομαζόμενους Μακεδνούς, υπηκόους του Αιγιμιού, οι οποίοι στη συνέχεια παίρνουν το όνομα Δωριείς. Ο μύθος αποκαλύπτει επίσης τη δημιουργία μιας συμμαχίας, στην οποία αργότερα προστέθηκαν οι Υλλείς, εγκαταστημένοι στη Στερεά. Η μετακίνηση προς το νότο των Μακεδνών συμπίπτει με μια άλλη, αυτή των Μολοσσών, ή μέρους τους, στην Αττική, τη Σικυωνία και την Αρκαδία.
Λίγο αργότερα οι Μακεδόνες, εναπομείναντες στην ανατολική Πίνδο Μακεδνοί, προωθούνται προς την Πιερία και τη μακεδονική πλευρά του Ολύμπου, απ’ όπου στη συνέχεια απλώνονται στην Ημαθία και τη Βοττιαία.
Για τους Ακαρνάνες παραδίδεται ότι ως μια περίοδο ονομάζονταν Κουρήτες. Ο επώνυμος ήρωάς τους, ο Ακαρνάν, ήταν γιος του Αλκμέωνα, κυρίου προσώπου της «Αλκμεωνίδας», ενός χαμένου σήμερα έπους. Την παράδοση αναφέρει ο Θουκυδίδης, ο οποίος εξηγεί μ’ αυτόν τον τρόπο την εμφάνιση (ή μάλλον τη μετονομασία αυτού του φύλου). Ο Στράβωνας θεωρεί ότι οι Κουρήτες καταλάμβαναν το ανατολικό τμήμα της Ακαρνανίας και οι Λέλεγες το δυτικό. Συγγενείς προς αυτούς ήταν και οι Αμφιλόχιοι, κυριότερη πόλη των οποίων ήταν το Αμφιλοχικόν Άργος, που το όνομά του δηλώνει την παρουσία αχαϊκού στρώματος στην περιοχή.


C:\Εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης 2005\Media\12000\00011867.htm

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

ΕΡΩΤΟΣ ΑΚΟΥΣΜΑ

Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασσεν• αυτά
πρώτα• κ’ έπειτα τ’ άλλα -πιο μικρά- που στην ζωή σου
επέρασες κι’ απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι’ απτά.-
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.

ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ, ΔΑΣΚΑΛΕ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Στη μνήμη του εκλεκτού και ακούραστου δασκάλου μας
Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου

Ήταν μία από εκείνες τις ειδήσεις που ξαφνιάζουν. Πάντα ξαφνιάζει η είδηση του θανάτου ενός ανθρώπου, μέλους του καθημερινού μικρόκοσμού σου, πόσο μάλλον όταν ο ίδιος είχε φροντίσει μόλις μία μέρα πριν να σου τηλεφωνήσει, να σου στείλει τις ευχές του για τη γιορτή σου, για υγεία και μακροημέρευση. Το επόμενο βράδυ σου ανακοίνωσαν απλά το θάνατό του κι ένα κομμάτι του κόσμου σου γκρεμίστηκε, φανερώνοντας εκείνο το απειροελάχιστο κενό που εμφανίζεται με κάθε νέα απώλεια.
Τον Κωνσταντίνο Σιαμπανόπουλο τον γνώρισα λίγα χρόνια πριν, όταν νέα και άμαθη δημοσιογράφος, με το όνομά μου μόνο όπλο, χτύπησα την πόρτα του γραφείου του με ένα πάκο χειρόγραφα στο βάθος της τσάντας μου. Του τα πρότεινα για το περιοδικό του Συνδέσμου, τα ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Τα μελέτησε με προσοχή και μου τηλεφώνησε το ίδιο κιόλας βράδυ για να μου πει πως θα δημοσιεύσει κάποιο απ’ όλα. «Έχεις πολύ καλή πένα», μου είπε και φρόντιζε από τότε να το επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία μπροστά σε οποιονδήποτε τρίτο, παρεμβαλλόταν στην κουβέντα μας. Από τη μέρα εκείνη πέρασα πολλές φορές ακόμα την πόρτα του γραφείου του, είτε ως δημοσιογράφος για κάποιο επίσημο γεγονός, είτε ως απλή επισκέπτρια, είχα την ευκαιρία να δω τρεις φορές το όνομά μου να φιγουράρει στα ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ και να τιμηθώ από το Σύνδεσμο Γραμμάτων & Τεχνών, μαζί με άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους, για την απειροελάχιστη -στ’ αλήθεια- προσφορά μου στην προβολή και ανάδειξη των μουσείων στο νομό Κοζάνης. Τραγική ειρωνεία είναι πως μου τηλεφώνησε την προηγούμενη μέρα από την ανέλπιστη φυγή του να μου ευχηθεί για την ονομαστική μου εορτή. Ξαφνιάστηκα στ’ αλήθεια πολύ, ίσως και να τρόμαξα όταν έμαθα πως έφυγε από κοντά μας κι ένιωσα πως εκείνο το τελευταίο τηλεφώνημα του ίσως να ήταν ένας υποσυνείδητος αποχαιρετισμός προς όλους όσους γνώρισε και αγάπησε.
Στάδιο του πένθους είναι να μπορείς να θυμάσαι εκείνον που έφυγε χωρίς την αρχική μεγάλη θλίψη. Αναγκαστικά όλους εμάς που μείναμε πίσω η ζωή μας τραβάει ηθελημένα και αθέλητα μαζί της και συνεχίζουμε να ζούμε. Με τη μορφή του στις αναμνήσεις μας και τις συμβουλές του στα όνειρά μας.
Καλό σου ταξίδι, λοιπόν δάσκαλε. Εμείς ήμασταν όλοι εκεί στην αναχώρηση για το τελευταίο μεγάλο ταξίδι σου, ήταν υποχρέωση μας, σαν ένα μικρό ελάχιστο ευχαριστώ για όλα όσα μας πρόσφερες. Καλό σου ταξίδι και όταν φτάσεις εκεί ψηλά να δώσεις τις ευχές και τα φιλιά μας σε όλους τους αγαπημένους μας. Είναι όλοι εκεί και σε περιμένουν να σε καλωσορίσουν. Θα κάνετε ωραία παρέα. Και αν ποτέ μας πεθυμήσεις ή δεις ότι κάνουμε κάτι λάθος, μη μας αφήσεις στην άγνοιά μας. Έλα σ’ ένα όνειρο και συμβούλεψε μας. Θα σ’ ακούσουμε, πάντα σ’ ακούγαμε και τώρα που έφυγες θα μας λείψουν οι συμβουλές σου. Εμείς, όλοι όσοι μείναμε πίσω, σου υποσχόμαστε πως θα προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε το έργο σου. Με το δικό σου μεράκι και τη δική σου πολύτιμη φώτιση από ψηλά.
Καλό σου ταξίδι, δάσκαλε. Και να μας θυμάσαι που και που. Εσύ θα μείνεις στις καρδιές μας πάντα.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1976: 34 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ MΕΤΑΞΑ

23 Νοεμβρίου 1976... Ίο δικινητήριο αεροσκάφος της Ολυμπιακής Αεροπορίας τύπου YS-11A με στοιχεία νηολογίου SX-BBR και όνομα «Νήσος Μήλος» απογειώνεται στις 08:35, ώρα τοπική, από το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Τελικός του προορισμός είναι το αεροδρόμιο Φίλιππος της Κοζάνης, με ενδιάμεσο σταθμό τη Λάρισα.
Στο πιλοτήριο του καινούργιου αεροσκάφους (παραλήφθηκε το 1971 από την Ολυμπιακή) ο έμπειρος κυβερνήτης και πρώην ιπτάμενος της πολεμικής αεροπορίας Κωνσταντίνος Σκιαδάς και συγκυβερνήτης ο Νικόλαος Τάρναρης. Μαζί τους στην καμπίνα επιβατών πετούν οι ιπτάμενοι συνοδοί Σταματία Σταθοπούλου και Γεωργία Τσουκαντά, οι οποίες είχαν ήδη ξεκινήσει να ετοιμάζουν το πρωινό, μόλις το αεροσκάφος οριζοντίωσε στα 10.000 πόδια.
Οι χειριστές είχαν ενημερωθεί από την επιμελητεία των πτήσεων της Ολυμπιακής κατά την πρωινή ενημέρωση ότι στη Λάρισα και στην Κοζάνη οι νεφώσεις εκείνο το πρωινό είχαν την «τιμητική» τους και πως η θερμοκρασία στην Κοζάνη ήταν κοντά στους 50C, δηλαδή «σε φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα». Δύο λεπτά πριν τις 9 το πρωί, το πλήρωμα επικοινωνεί με τον πύργο ελέγχου της Λάρισας και ζητά πλήρες μετεωρολογικό δελτίο τόσο για τη Λάρισα όσο και για την Κοζάνη: «Λάρισα καλημέρα, η Ολυμπιακή 830, επίπεδο πτήσεως 100, αναφέρατε καιρικές συνθήκες... Ολυμπιακή 830 καλημέρα, καιρός νεφελώδης, νέφη στα 4/8, ορατότητα 150 μέτρα, άπνοια, βαρομετρική πίεση 29,63, η θερμοκρασία στο έδαφος στους 80C, αναμείνατε για το μετεωρολογικό της Κοζάνης... Ελήφθη η Ολυμπιακή 830 κατερχόμενοι για τα 8000 και εν συνεχεία για τα 6000, η βάση των νεφών άνω των 10.000 ποδών». Το έμπειρο πλήρωμα καταλαβαίνει γρήγορα ότι έτσι όπως ήταν τα πράγματα, η προσγείωση στο αεροδρόμιο της Λάρισας θα ήταν από δύσκολη έως αδύνατη, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζει την προσέγγιση εξ’ όψεως λόγω καιρού και αν τα πράγματα ήταν καλύτερα σε περίπου 25 λεπτά που θα έφτανε εκεί, θα επιχειρούσε προσγείωση.
Στις 09:07 η Λάρισα μεταβιβάζει το δελτίο καιρού του αεροδρομίου της Κοζάνης: «Ολυμπιακή 830 ο καιρός στην Κοζάνη νεφοσκεπής 8/8 AC8000 πόδια, 6-8 SCU 3500 πόδια, 2/8 ST 1500 πόδια, θερμοκρασία εδάφους 60C, βαρομετρική 29,62 ορατότητα 8 – 10 χιλιόμετρα, άνεμος 10 κόμβοι... Ευχαριστούμε Λάρισα, ελήφθη ο καιρός από Ολυμπιακή 830, να διαβιβασθεί στην Κοζάνη ότι συνεχίζουμε για εκεί», απαντά το πλήρωμα από το YS-11A, το οποίο εκείνη την ώρα βρισκόταν πάνω από τον ραδιοφάρο της Αγχιάλου και σε 15 λεπτά θα έφθανε στην Λάρισα. Στις 09:18 το αεροσκάφος περνά κοντά από το αεροδρόμιο της Λάρισας και δυο λεπτά αργότερα, αναφέρει πως βρίσκεται 10 μίλια βόρεια της Λάρισας και πως γυρίζει στη συχνότητα της Κοζάνης: «Φίλιππε καλημέρα, η Ολυμπιακή 830. Διαβιβάστε το μετεωρολογικό... Ολυμπιακή 830 καλημέρα σας, 2/8 ST 1500 πόδια, 7/8 SCU 3500 πόδια, 8/8 AST 8000 πόδια, θερμοκρασία εδάφους 60C, άνεμος 10 κόμβοι». Το πλήρωμα ζητά να επαναλάβει η Κοζάνη το μετεωρολογικό δελτίο κάτι που ο «Φίλιππος» κάνει ένα λεπτό αργότερα. Το μετεωρολογικό δεν τους λέει πολλά πράγματα, το πλήρωμα του BBR ασφυκτιά μέσα στη «σούπα», πνίγεται στα 6.000 πόδια... θεωρούν ότι η μόνη διέξοδος είναι στα χαμηλότερα... αρχίζουν κάθοδο για τα 3.500 πόδια, κάπου για να βρουν ένα σημάδι...
Δυστυχώς, οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν σε όλη την περιοχή του όρους Μεταξά δεν βοηθούν. Η πυκνή νέφωση που έχει σκεπάσει την περιοχή του Σαρανταπόρου, δεν αφήνει να φανούν οι παγίδες που κρύβονται στα υψώματα που σφίγγουν τον κλοιό γύρω από το YS-11A της Ολυμπιακής. Το έμπειρο πλήρωμα κρίνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει για Κοζάνη. Αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, στρίβει δεξιά 180 μοίρες και συνεχίζει για δύο λεπτά μια πορεία μεταξύ 214 και 233 μοιρών με ταυτόχρονη άνοδο στο ύψος των 4.500 ποδών. Το βαρύ πέπλο της νέφωσης, δεν λέει να σχιστεί. Αδιέξοδο παντού... Αποφασίζουν ταχεία κάθοδο με βαθμό 1.100 ποδών και οριζοντιώνουν στα 3.880 πόδια. Μένουν εκεί για μόλις 45 δευτερόλεπτα, το πλήρωμα βλέπει από ένα τυχαίο σκίσιμο της ομίχλης ένα διαφορετικό χρώμα από αυτό των νεφών. Η εικόνα στα μάτια του έμπειρου κυβερνήτη δεν είναι άγνωστη, είναι όμως η τελευταία. «Τράβα Νίκο, τράβα να βγούμε...», ίσως ήταν τα τελευταία λόγια προς τον συνάδελφό του. Ενστικτωδώς κολλούν και οι δυο το χειριστήριο στην κοιλιά τους, τραβούν με όση δύναμη έχουν και το «Romeo» σηκώνει μούρη απότομα. Η στάση του αυτή κρατά μόλις 12 δευτερόλεπτα και συνοδεύεται από έντονες ταλαντεύσεις και κραδασμούς. Απώλεια στήριξης; Έτσι φαίνεται, μα συνεχίζει να ανεβαίνει παράλληλα με την πλαγιά. Στις 09.37 δεν μπορεί πια. Η κοιλιά του «Νήσος Μήλος» γλύφει την πλαγιά του Μεταξά, το αεροπλάνο γλιστρά, αναπηδά και σχεδόν εφαπτόμενο με το έδαφος συντρίβεται φλεγόμενο σε απόσταση 250 μέτρων από το σημείο της πρώτης επαφής και σε υψόμετρο 4190 ποδών.
Τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά λίγα λεπτά αργότερα, όταν η Κοζάνη και η Λάρισα αδυνατούν να επικοινωνήσουν πλέον με το SX-BBR. Μόλις δίδεται το σήμα ότι το αεροσκάφος εξαφανίστηκε και πιθανότατα να έχει καταπέσει σε μια από τις ορεινές περιοχές του Σαρανταπόρου και του Μεταξά, σημαίνει συναγερμός. Η αστυνομία ειδοποιεί την κοινότητα του χωριού Μεταξά ότι χάθηκε το αεροπλάνο της Ολυμπιακής. Την ώρα εκείνη το χωριό ήταν καλυμμένο από την πυκνή ομίχλη, το ψιλόβροχο σε συνδυασμό με την υγρασία τρυπούσαν το κόκαλο και η θερμοκρασία βρισκόταν σταθερά κάτω από 5 βαθμούς με το βοριά να φυσά. Ο γραμματέας του χωριού βγαίνει τρέχοντας από το κοινοτικό κατάστημα στην πλατεία και ενημερώνει όλους όσοι βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στο καφενείο. Μεταξύ αυτών και ο Γιάννης Γκουζιώτης, 78 χρονών σήμερα και ο δόκιμος τότε ιερέας Κωνσταντίνος Παπαγιάννης.
Ο κος Γκουζιώτης εργαζόταν τότε σε ένα λατομείο, το οποίο λόγω των κακών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την ημέρα, έμεινε κλειστό. «Ήμασταν στο καφενείο στην πλατεία και μόλις μας ενημέρωσε ο γραμματέας μαζευτήκαμε 11 νομίζω άτομα και με ένα αγροτικό ξεκινήσαμε να βρούμε που έπεσε το αεροπλάνο. Την περιοχή εγώ την ήξερα καλά, γιατί τέσσερα χρόνια έκανα φύλακας στη βάση του Ο.Τ.Ε. που βρίσκεται στην κορυφή και ξέραμε καλά που πηγαίναμε», μας λέει μετά από 33 χρόνια ο κος Γκουζιώτης. Έχει χρόνια να μιλήσει για το αεροπορικό δυστύχημα και να επαναφέρει στη μνήμη του τις δραματικές εικόνες που αντίκρισε. Είχε περάσει μισή ώρα από την πτώση του αεροσκάφους και το αγροτικό με τους έντεκα κατοίκους του χωριού Μεταξά κινούνταν μέσα στην πυκνή ομίχλη επάνω στον κακοτράχαλο ορεινό δρόμο, που οδηγούσε στην τηλεπικοινωνιακή βάση του Ο.Τ.Ε. Ξαφνικά, μέσα στη μονοτονία του γκρίζου, είδαν λευκά χαρτιά να ανεμίζουν δεξιά και αριστερά. «Εδώ είναι, εδώ είναι», φώναξε ο Γιάννης Γκουζιώτης και χτύπησε την οροφή του αγροτικού για να σταματήσει ο οδηγός. «Είσαι σίγουρος», τον ρώτησε ο εδώ και πολλά χρόνια πλέον ιερέας του Μεταξά Κωνσταντίνος Παπαγιάννης. «Εδώ έπεσε, δεν βλέπετε τα χαρτιά», συνέχισε ο Γιάννης Γκουζιώτης και οι άνδρες κατέβηκαν από το αγροτικό και χωρίστηκαν σε δυο ομάδες για να συνεχίσουν την έρευνα. Ο κος Γκουζιώτης με κάποιους κατοίκους ακολούθησε τα χαρτιά και ο παπα-Κώστας προχώρησε πιο δεξιά με τους υπόλοιπους.
«Καθώς περπατήσαμε, όχι πολλά μέτρα από το δρόμο, άρχισε να γίνεται αντιληπτή μυρωδιά από καύσιμο και καταλάβαμε ότι πλησιάζουμε. Μετά είδαμε το έδαφος να καίγεται, μια ευθεία γραμμή, λες και έβαλε κάποιος φωτιά επίτηδες», εξιστορεί ο κος Γκουζιώτης, «μετά είδαμε βαλίτσες ανοιγμένες, μια από εδώ και μια από εκεί και μόλις φτάσαμε επάνω από τη μικρή χαράδρα, είδαμε το αεροπλάνο σπασμένο στη μέση να καίγεται, το ίδιο και οι άνθρωποι». Οι φωνές των κατοίκων του χωριού για να εντοπίσουν τυχόν επιζώντες δυστυχώς αντιλαλούσαν μάταια στις πλαγιές του βουνού. Όλοι ήταν νεκροί, 46 επιβάτες και το τετραμελές πλήρωμα. Όπως θυμάται ο κος Γκουζιώτης, προσπάθησαν να τραβήξουν μερικούς επιβάτες από τη φωτιά, αλλά δεν κατάφεραν και πολλά. Όλοι ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα σημείο, ο ένας επάνω στον άλλον, μια στοίβα ανθρώπων, έτσι όπως πετάχτηκαν από το YS-11A, μετά το σύρσιμο του στη χαράδρα.
Από τα δεξιά προσέγγισε και ο παπα-Κώστας με τους υπόλοιπους. «Ήταν τόσο πυκνή η ομίχλη που δε βλέπαμε ο ένας τον άλλο σε απόσταση δυο μέτρων και για να μη χαθούμε σφυρίζαμε», θυμάται. Μόλις πέρασε το σημείο του σπασμένου φτερού του αεροσκάφους, το θέαμα που αντίκρισε ήταν φρικτό, «δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου αυτό που είδα. Όλοι στοιβαγμένοι ο ένας επάνω στον άλλο, λες και το είχαν καταλάβει και είχαν αγκαλιαστεί. Μια κοπέλα ήταν μπρούμυτα πεσμένη και καιγόταν μέχρι την μέση και ένας φαντάρος, δεν φαινόταν χτυπημένος, αλλά ήταν ακίνητος πεσμένος στο έδαφος», εξιστορεί με μεγάλη ταραχή τόσα χρόνια μετά ο παπα-Κώστας. Στη συνέχεια μαζί με ένα ακόμη κάτοικο του χωριού περπάτησαν για το τηλεπικοινωνιακό κέντρο του Ο.Τ.Ε., το οποίο βρίσκεται ένα χιλιόμετρο από το σημείο της πτώσης, στην κορυφή του βουνού. Λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν δεν υπήρχε κάποιος έξω και αναγκάστηκαν να πηδήξουν την περίφραξη, προκειμένου να ενημερώσουν τους τηλεπικοινωνιακούς ότι βρήκαν το αεροπλάνο. «Τότε οι τηλεφωνικές γραμμές ήταν ανοιχτές και μόλις τους είπαμε ότι το βρήκαμε, ακούστηκαν πολλές διαφορετικές φωνές που φώναζαν... που είναι, πες μας ποιο είναι το σημείο, είναι ζωντανοί; Δυστυχώς, όμως, η απάντηση για επιζώντες ήταν αρνητική. Μετά η ομίχλη διαλύθηκε, λες και περίμενε να γίνει πρώτα το κακό», περιγράφει με συγκίνηση τις στιγμές αυτές ο παπα-Κώστας.
Σε λίγο στο σημείο της πτώσης άρχισαν να καταφθάνουν άνδρες της ασφάλειας, αστυνομία, στρατός και άλλος κόσμος. Η περιοχή αποκλείστηκε και την επόμενη μέρα ξεκίνησε το μακάβριο έργο της αναγνώρισης των πτωμάτων, το οποίο σύμφωνα με δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής εκείνης, ήταν πολύ δύσκολο, λόγω της απανθράκωσης των θυμάτων.
Στο ξέφωτο που κατέπεσε το «Νήσος Μήλος» της Ολυμπιακής, 4 χιλιόμετρα από το Μεταξά, βρίσκεται μέχρι σήμερα μια σπασμένη πτέρυγά του με τη μπλε λωρίδα από τα χρώματα της εταιρείας, ξεφτισμένη σε κάποια σημεία, να υπενθυμίζει το γεγονός. Λίγο παραπέρα βρίσκεται ένας μαρμάρινος σταυρός με μια επιγραφή χαραγμένη στη μνήμη του υποσμηναγού Γιάννη Ζήκου, επιβάτη της μοιραίας πτήσης, που στήθηκε από τους γονείς του. Σε όλη τη γύρω περιοχή διάσπαρτα μικρά-μικρά κομμάτια του αεροσκάφους στέκονται σε πείσμα του χρόνου που πέρασε αδιάψευστοι μάρτυρες του γεγονότος.
Στο σημείο που βρέθηκαν οι επιβάτες και το πλήρωμα στέκεται σήμερα μια μικρή εκκλησία, την οποία έχτισαν στη μνήμη των νεκρών, οι συγγενείς τους, η Ολυμπιακή και η Μητρόπολη. Η εκκλησία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και σήμερα τα σημάδια της εγκατάλειψής της είναι εμφανή. «Έκανα μεγάλη προσπάθεια να φτιάξω αυτή την εκκλησία όπως πρέπει», λέει ο παπα-Κώστας και προσθέτει πως «ένας μηχανικός που έβαλα να μου υπολογίσει το ποσό που χρειάζεται για να φτιαχτεί, μου είπε πως είναι 25.000-. Έκανα προσπάθειες και έστειλα επιστολές στην Ολυμπιακή για να χρηματοδοτήσει τις επισκευές, αλλά απάντηση δεν πήρα μέχρι σήμερα».
Κάπου-κάπου, 33 χρόνια μετά από εκείνη την συννεφιασμένη μέρα του Νοέμβρη, ο παπα-Κώστας πηγαίνει στο σημείο και κάνει ένα τρισάγιο στη μνήμη αυτών που χάθηκαν κοντά στο χωριό του.


ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ OΜΙΚΡΟΝ

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΤΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ…

(…ΓΙΑΤΙ Η ΘΛΙΨΗ ΔΕΝ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ)
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Εις μνήμην Χρίστου Μπέσα

Δεν μπορώ ακόμη να εξηγήσω κι ας έχω πλέον μεγαλώσει και κάποιοι λένε ότι ωρίμασα, γιατί με ξαφνιάζει πάντα τόσο, σχεδόν με τρομάζει, η είδηση της αναπάντεχης, ξαφνικής φυγής ενός ανθρώπου, μέρους του μικρόκοσμου μου, μα όχι της στενής ή ευρύτερης οικογένειάς μου, αλλά του ευρύτερου χώρου μέσα στον οποίο κινούμαι κι ανασαίνω καθημερινά. Έτσι με ξάφνιασε και στ’ αλήθεια με τρόμαξε η είδηση της απρόσμενης φυγής -γιατί φυγή θα το λέω πάντα εγώ, θάνατο ποτέ- του Χρήστου Μπέσα, του φιλοσόφου γιατρού της πόλης μας, ενός ανθρώπου στ’ αλήθεια -το λέω και το πιστεύω απόλυτα- ξεχωριστού με πολύπλευρο ταλέντο σε πολλούς τομείς του επιστητού. Τον είχα γνωρίσει μόλις τα τελευταία χρόνια, την εποχή των σπουδών μου και των πρώτων δημοσιογραφικών και λογοτεχνικών μου προσπαθειών -αν και οι γονείς μου και η οικογένεια μου τον ήξεραν από παλιά, τον συμβουλευόταν για τις ιατρικές του γνώσεις, όπως οι περισσότερες οικογένειες της Κοζάνης- κι αμέσως έδειξε ένα πρωτόγνωρο ενδιαφέρον για το έργο μου. «Γράφεις ξεχωριστά», μου είπε. «Δροσερά». Και με αυτά τα λόγια και μόνο με γοήτευσε.
Το Χρήστο Μπέσα τον γνώρισα καλοκαίρι, λίγο πριν τον τελευταίο χρόνο των σπουδών μου, στο γραφείο ενός κοινού μας φίλου και το Νοέμβρη, την ημέρα της γιορτής μου, θυμάμαι πως με πήρε λαχανιασμένος, ξημερώματα σχεδόν, τηλέφωνο, ελπίζοντας να είναι ένας από τους πρώτους που μου εύχεται το χρόνια πολλά. Με συγκίνησε εκείνη η βιασύνη του. Δεν την είχα ξανασυναντήσει ποτέ πριν σε κανέναν άνθρωπο, δεν πίστευα ότι υπάρχει, μα μου άρεσε πολύ.
Την πρώτη φορά που πέρασα ως ασθενής την πόρτα του ιατρείου του, το επόμενο καλοκαίρι της γνωριμίας μας, θυμάμαι πως έκλαιγα. Με είχε τρομοκρατήσει το πρόβλημα που τότε πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου αντιμετώπισα με την όρασή μου -από τα δώδεκα μου με συνεχώς αυξανόμενη μυωπία- κι ο γιατρός, που είχα επιλέξει να με εξυπηρετήσει, δε μου είπε τίποτα ενθαρρυντικό. Για την ακρίβεια δε μου είπε τίποτα απολύτως. Έτσι έβαλα τα κλάματα στη μέση της πλατείας -αυτόματη αντίδραση το κλάμα σε κάθε στιγμή αναστάτωσης, το ξεπέρασα στα 25- και πήραμε την πρωτοβουλία να πάμε για μία δεύτερη γνώμη στο ιατρείο του Μπέσα. Κι εκείνος, μόλις του εξήγησα τι μου συμβαίνει, έβαλε τα γέλια. Τόσο απλό του είχε φανεί κι απλούστατο ήταν τελικά το ανυπέρβλητο για τον προηγούμενο γιατρό ιατρικό μου πρόβλημα. Κι έτσι πέρασε στην αιωνιότητα και στη λήθη την επόμενη κιόλας μέρα με το γέλιο του το καλύτερο φάρμακο.
Ίσως όλα αυτά που τώρα σας εξιστορώ να εμπίπτουν στον τομέα των προσωπικών δεδομένων και να μην έπρεπε να σας τα αποκαλύψω, μα προσπαθώ να σας εξηγήσω πως στάθηκε δίπλα μου ο Χρήστος Μπέσας. Ο θάνατός του έγινε αφορμή να ξεπηδήσουν απ’ το υποσυνείδητο διάφορες θύμησες και αναμνήσεις, της σύντομης έστω γνωριμίας μας, που είχα ξεχάσει ότι είχα και μάλλον κάπως έτσι έπρεπε να γίνει. Κάπως έτσι γίνεται πάντα με όλους τους ανθρώπους. Μετά τη μεγάλη πίκρα για έναν άδικο, νομίζω εγώ, χαμό, έρχεται η σειρά των αναμνήσεων. Όταν το πρώτο ξάφνιασμα περάσει και μπούμε σ’ ένα νέο στάδιο του πένθους και θυμόμαστε εκείνον που έφυγε χωρίς την αρχική μεγάλη θλίψη. Αναγκαστικά, όλους εμάς που μείναμε πίσω, η ζωή μας τραβάει άθελα κι ηθελημένα μαζί της και συνεχίζουμε να ζούμε. Κι όταν το κενό, το κομμάτι του κόσμου μας, που γκρεμίστηκε στο άκουσμα του θανάτου του, κάποτε καλυφθεί, τότε έρχεται η σειρά των αναμνήσεων. Αναμνήσεων που δε θυμάσαι καν ότι είχες και που πλέον δεν πληγώνουν. όταν ξυπνάνε στο νου, μα ο Θεός ξέρετε είναι σοφός και με σοφία εποίησε τον άνθρωπο.
Είχα πολύ καιρό να συναντήσω το Χρήστο Μπέσα κι όσα άκουγα για την υγεία του δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά. Δεν τολμούσα ωστόσο να του τηλεφωνήσω, φοβόμουν, μήπως δε με θυμηθεί, μήπως τον μπερδέψω και τώρα κατακρίνω σφόδρα τον εαυτό μου γι’ αυτή τη δειλία μου. Είμαι πάντα κι ό,τι και να γίνει αισιόδοξος άνθρωπος, πιστεύω κι ελπίζω μέχρι το τέλος σ’ ένα θαύμα, σ’ ένα θαύμα που τελικά για το Χρήστο Μπέσα δεν έγινε, μα, λέω και παρηγορούμαι, κάποιος άλλος κανονίζει τη ζωή μας κι όχι οι ελπίδες του κάθε ανθρώπου.
Δεν ξέρω τι πρέπει να πω για να τελειώσω. Δεν ξέρω ποτέ πως να τελειώσω ένα κείμενο κι ας λένε πολλοί κι ας έλεγε κι εκείνος πως έχω ιδιαίτερη έφεση στο γραπτό λόγο. Κι έτσι, σαν καταφύγιο, επιλέγω τα δικά του ποιητικά λόγια:
«Στην επόμενη δύση του ήλιου, περίμενε με αγάπη μου.
Στο κατώφλι αυτού του τρεμάμενου κόσμου,
λουσμένη καθώς είσαι, στο αλησμόνητο φως, ενός κόσμου που χάθηκε.
Να το ξέρεις, όμως, πως δεν υπάρχουν πλέον χρυσά χρόνια,
Και πως, παρόλα τα μυστήρια που σε τυλίγουν
για μένα θα είσαι πάντα κάτι σαν εξαίρεση και θρίαμβος μαζί.
Χωρίς ψυχρά κηρύγματα».


Καλό ταξίδι, λοιπόν, φιλόσοφε της πόλης μας. Νιώθουμε ευτυχείς που έστω λίγο σε γνωρίσαμε, που έστω λίγο σε ακούσαμε, που γέμισες με τα όνειρά σου τις πεζές ζωές μας. Αυτά θα φυλούμε πάντα, αιώνια στην καρδιά μας. Τις παραινέσεις σου και τα υπέροχα, πολύχρωμα, φωτεινά όνειρά που μας χάριζες.

Κοζάνη, Μάρτιος 2007

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

«Θα περάσει κι αυτό», φώναζε. «Ο σπόρος μας είναι γερός και δεν χάνεται. Ήρθανε οι Τούρκοι, ήρθαν οι Βούλγαροι κι εμείς επιβιώσαμε. Τώρα ήρθαν άλλοι βάρβαροι, οι Ούνοι, οι καινούργιοι βάρβαροι, οι σημερινοί, οι βάρβαροι του σημερινού κόσμου. Το Φανάρι επέζησε και με τους Τούρκους, θα επιζήσουμε κι εμείς με τους Ούνους».
(Από το βιβλίο του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου «Το χρονικό της μεγάλης νύχτας», σελ. 72).

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΜΥΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

ΚΕΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ
ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ Ή ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ»
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Με την παρουσία και την ομιλία ενός γνωστού για τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές του παραγωγές σκηνοθέτη κι ενός αγαπημένου φίλου και «τέκνου» της Κοζάνης, του κου Κώστα Κουτσομύτη πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης 5 Μαρτίου 2003 στο Κοβεντάρειο η πρώτη εκδήλωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Κοζάνης με θέμα: «Κινηματογράφος & Λογοτεχνία».
Την παρουσίαση του κου Κουτσομύτη έκανε η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων κα Έλσα Βαρδάκα, που μίλησε για τη ζωή και το μέχρι τώρα έργο του σκηνοθέτη στα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά πλατό, μεταφέροντας στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη πολλά γνωστά λογοτεχνικά έργα. Ο ίδιος ο κος Κουτσομύτης παίρνοντας το λόγο ευχαρίστησε το σύνδεσμο για την πρόσκληση αυτή που αποδέχτηκε με ιδιαίτερη χαρά. «Ήρθα», είπε χαριτολογώντας, «γιατί ενώ ως μαθητής ήμουν πολύ κακός στα μαθηματικά, ήμουν πολύ καλός στα φιλολογικά μαθήματα». Η ομιλία επικεντρώθηκε στην τέχνη της εικόνας κατά τη μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση, μία τέχνη, όπως ο κος Κουτσομύτης παρατήρησε, άγνωστη και στο τρόπο της εικόνας να επηρεάζει τους αποδέκτες και κυρίως τα παιδιά, διαμορφώνοντας στο μυαλό τους και στον κοινωνικό περίγυρο τα στάνταρ της σύγχρονης ζωής, που αυτή επιθυμεί να προβάλει. Η εικόνα έχει τη δύναμη να επιβάλλει στο κοινό αυτό που «πρέπει» να επιθυμεί, οδηγώντας το σε μία παθητική και άκριτη θεώρηση του κόσμου. Ειδικότερα για τα παιδιά και τους εφήβους, που είναι πιο επιρρεπείς στην άκριτη μίμηση, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος και η διδασκαλία της εικόνας από τα σχολικά ακόμη χρόνια είναι πλέον αναγκαία, για τη σωστή αποκωδικοποίηση της και για τη δημιουργία και την παρουσίαση προγραμμάτων, που θα παρέχουν γνώση και καλλιέργεια.
Μιλώντας λίγο πριν στο Θ ο κος Κουτσομύτης επισήμανε αυτή την αδυναμία του τηλεοπτικού κοινού να αποκωδικοποιήσει την εικόνα που λαμβάνει. «Έχουμε έναν αναλφαβητισμό της εικόνας πολύ μεγάλο, θα έλεγα πάνω από 80 και 90%, γιατί κανένα παιδί και κανένας άνθρωπος σε κανένα σχολείο, ενώ διδάσκεται το λόγο, τη γραφή δε διδάσκεται την εικόνα». Μία κατάσταση που επηρεάζει αρνητικά και την πορεία της σύγχρονης τηλεόρασης και τα πρότυπα που αυτή προβάλει κυρίως στα μικρά παιδιά, τους άκριτους λήπτες του μηνύματος. Η μεταφορά ενός βιβλίου στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη είναι μία τέχνη που απαιτεί μία πληρέστερη γνώση της τέχνης της εικόνας, είτε πρόκειται για τηλεόραση, είτε για κινηματογράφο, αφού όπως ο κος Κουτσομύτης επισήμανε, και στις δύο μορφές πρόκειται για την ίδια εικόνα, σε διαφορετικές απλά διαστάσεις. Οι διαφορές από εκεί και πέρα περιορίζονται στα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου, π.χ. τις ώρες μετάδοσης που πρέπει να περιοριστούν ή να τα επεκταθούν ανάλογα με τη χρονική διάρκεια. «Όταν έχεις πολλές ώρες στη διάθεση σου», είπε ο κος Κουτσομύτης, «όταν έχεις ένα μυθιστόρημα και το κάνεις, ας πούμε 35 ώρες στην τηλεόραση, είναι διαφορετικό το σενάριο, διαφορετική η μεγέθυνση κ.λπ. Ενώ στο σινεμά πρέπει να πεις σε δυο-δυόμισι ώρες ένα μεγάλο βιβλίο, ας πούμε το «Πόλεμος και Ειρήνη». Αλλά η βασική δυσκολία είναι ότι έχεις να κάνεις με δύο τελείως διαφορετικές γλώσσες. Έχεις τη λογοτεχνική γραφή, πρέπει να μείνεις όσο το δυνατό πιστός, να μην προδώσεις το συγγραφέα και αυτό να το κάνεις εικόνα. Όλο θέλει πάρα πολύ μελέτη και πάρα πολλούς ειδικούς συνεργάτες και το πιο βασικό πρόβλημα είναι ότι είναι πάρα πολύ ακριβές παραγωγές και κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να πας φυλακή από χρέη». Η συζήτηση αν πρέπει ή όχι τα λογοτεχνικά έργα να μεταφέρονται στο πανί έχει ξεκινήσει, όπως ο κος Κουτσομύτης, παρατήρησε πριν από την εμφάνιση και του κινηματογράφου ακόμα, όταν γνωστά λογοτεχνικά έργα, διασκευάζονταν για τη σκηνή του θεάτρου. Αυτό όμως που τελικά η λογοτεχνία κερδίζει από όλη αυτή τη διαδικασία είναι ο θεατής που θα θελήσει να αποκτήσει το βιβλίο. «Ένας θεατής που έχει δει ένα έργο και μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο να αγοράσει έστω κι ένα μόνο βιβλίο», λέει ο κος Κουτσομύτης, «αυτό είναι κέρδος για τη λογοτεχνία. Από την πείρα μου πολλά βιβλία που οπτικοποιήθηκαν, άσχετα αν έγιναν επιτυχίες ή όχι, στείλανε χιλιάδες κόσμο στα βιβλιοπωλεία. Μπορεί να μην πάρουν τελικά αυτό το βιβλίο, μπορεί να πάρουν ένα άλλο, αλλά θα μπουν σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Κι αυτό είναι κέρδος». Όσο για την ταινία, που υποσχέθηκε να γυρίσει την Κοζάνη αυτή βρίσκεται σίγουρα μέσα στα μελλοντικά του σχέδια.
Με την έναρξη της ομιλίας παρουσιάστηκε ένα σύντομο βίντεο με χαρακτηριστικές σκηνές από έργα του Κώστα Κουτσομύτη, βασισμένα σε λογοτεχνικά έργα Μετά την ομιλία ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων, ενώ ο Σύνδεσμός Φιλολόγων απένειμε στον κο Κουτσομύτη τιμητική πλακέτα, αναμνηστική της βραδιάς.


- Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 7/3/2003, σελ. 1, 5.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ Ο ΝΕΟΣ 6ος ΤΟΜΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Με το γνωστό, καλαίσθητο εξώφυλλο, που έχει καθιερώσει από το πρώτο του τεύχος και με μία πληθώρα θεμάτων από την επικαιρότητα, τη λαογραφία και την παράδοση του νομού Κοζάνης και της Δυτικής Μακεδονίας, κυκλοφόρησε ο νέος, 6ος τόμος του ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ για το 2011.
Το ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ αποτελεί τη συνέχεια του Ημερολογίου Κοζάνης, που εξέδιδε από το 1975 ο γνωστός για τις συγγραφικές του καταθέσεις και μελέτες δάσκαλος κος Αναστάσιος Ζ. Μπέλλος. Μετά την ανάληψη της διεύθυνσης του περιοδικού από το γιο και διάδοχο του κο Ζήση Μπέλλο το 2005, το ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ συνεχίζει την πετυχημένη πορεία, που το Ημερολόγιον Κοζάνης ξεκίνησε, καλύπτοντας θεματικά με το νέο του τίτλο και νέα μορφή όλο το δυτικομακεδονικό χώρο.
Ο νέος 6ος τόμος του περιοδικού φιλοξενεί μία πληθώρα άρθρων και μελετών σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων από την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και όχι μόνο (Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδου, Αναστάσιος Δάρδας, Νικόλαος Μέρτζος, Γεώργιος Μπόντας, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος κ.α.). Παράλληλα στις σελίδες του καταγράφονται όλα τα σημαντικά γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, συνοδευόμενα από πολλές φωτογραφίες και πλούσια εικονογράφηση και οι νέες εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών. Παρόντα πάντα τα άρθρα και οι μελέτες των δύο δημιουργών του Αναστάσιου και Ζήση Μπέλλου.
Το ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ κυκλοφορεί με ετήσια περιοδικότητα, μία φορά το χρόνο.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

Ξαφνικά ξύπνησε απότομα από το προσωπικό του όνειρο. Ήταν εκείνη η κραυγή που τον τρόμαξε, μα τότε τη νόμισε εφιάλτη και δεν της έδωσε σημασία. Οι εφιάλτες, του είχαν πει κάποτε, ξεχνιούνται τ’ άλλο πρωί κι έτσι γινόταν πάντα μέχρι τότε, γιατί να είναι αυτός ο εφιάλτης διαφορετικός; Μόνο που το πρωί που ξημέρωσε, μετά από εκείνη την κραυγή που του τάραξε τον ύπνο, δεν ήταν σαν τα άλλα που είχαν περάσει, ούτε και σαν εκείνα που θα ερχόταν. Είχε κάτι άλλο εκείνη η μέρα ζωγραφισμένο στην παλάμη της και δεν έφταιγε η άνοιξη. Η άνοιξη δε σου πλακώνει την ψυχή. Ούτε αφήνει ζωντανούς τους εφιάλτες.
Ξαφνικά πάνω από το κεφάλι του άρχισαν να πετούν αόρατα αεροπλάνα, δεν έβλεπε την όψη τους, μα ο βόμβος τους διέλυε κάθε λογική, το λιμάνι γέμισε πλοία με στρατιώτες από την άλλη άκρη του κόσμου, που στα διαλείμματα για τσιγάρο χάζευαν το Λευκό Πύργο και τις κοπέλες με τα πολύχρωμα φορέματα που έκαναν βόλτα στην παραλία -όπως όλοι οι στρατιώτες του κόσμου σ’ όλα τα λιμάνια της γης- και στους δρόμους βάδιζαν πια μόνο θυμωμένοι άνθρωποι. Ξαφνικά εκείνο το πρωινό, μετά από εκείνη την κραυγή που του τάραξε τον ύπνο, είδε έντρομος το στόχο, που οι υποτιθέμενοι «σύμμαχοί» του είχαν ζωγραφίσει πάνω στα Βαλκάνια, στη γειτονιά του μέσα και για να περνά ευχάριστα η ώρα τους άρχισαν να τον σημαδεύουν με έξυπνες βόμβες. Να σημαδεύουν ξεδιάντροπα το δικό του κόσμο. Επίθεση για να τιμωρήσουν τους κακούς και να προστατέψουν τους αδύνατους, είπαν, ανθρωπιστικό έργο. Αυτός το είπε απλά πόλεμο κι ας μην του άρεσε καθόλου αυτή η λέξη. Μα οι άνανδροι κυρίαρχοι από την άλλη άκρη της γης, οι υποτιθέμενοι «σύμμαχοί» του, που χρίστηκαν μόνοι τους προστάτες των λαών, μόνο αυτόν τον τρόπο ήξεραν και μόνο έτσι μπορούσαν να επιβάλλουν το άδικο δίκιο τους. Με έξυπνες βόμβες και αόρατα αεροπλάνα!
Και ξεκίνησαν πάλι την αυγή αμέτρητοι άνθρωποι, όπως αιώνες πριν ή μόνο κάποια χρόνια, να φεύγουν από τις πατρίδες τους με τα παιδιά τους αγκαλιά. Κι αμέτρητοι άνθρωποι έγιναν πάλι πρόσφυγες, καθώς η ιστορία γραφόταν ξανά στις ίδιες σελίδες με τα ίδια λόγια. Έτσι απλά, έμαθε, γίνεσαι από άνθρωπος πρόσφυγας. Και οι πρόσφυγες δεν είναι άνθρωποι. Μπορεί να είναι θύματα, ξεριζωμένοι, επαίτες σε κάποιο δρόμο ή απειλή για την οικονομία του δικού του προηγμένου κόσμου, θέαμα ίσως για το τηλεοπτικό κοινό, που παρακολουθεί τον πόλεμο ανέκφραστο, όπως κι αυτός ή κινούμενοι στόχοι για τις έξυπνες βόμβες των υποτιθέμενων «συμμάχων» του, αλλά αιώνες τώρα οι πρόσφυγες δεν είναι άνθρωποι. Αυτό του το έκαναν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή που οι νέοι πρόσφυγες πήραν ξανά τα ίδια μονοπάτια, έτσι που αν τους συναντήσει ποτέ στο δρόμο του να μην τους δει σαν ανθρώπους. Θα τους λυπόταν και η λύπη δεν ταιριάζει στον πολιτισμό του.
Ύστερα, έμαθε από φήμες, πως αυτές οι έξυπνες βόμβες, που τους είχαν πει να καταστρέφουν μόνο τα οπλοστάσια των κακών, των δικών του γειτόνων, άρχισαν να κουράζονται -πράγμα περίεργο, τον είχαν διαβεβαιώσει πως ήταν ακούραστες- τα μάτια τους θόλωσαν από τους καπνούς και τα δάκρυα των αθώων κι άρχισαν να μπερδεύουν τους στόχους τους και να σκοτώνουν ανθρώπους. Ανθρώπους, που είχαν πάψει να είναι άνθρωποι, γιατί είχαν γίνει πρόσφυγες κι άλλους ασήμαντους Βαλκάνιους. «Κατά λάθος», του είπαν τότε εκείνοι που έπαιζαν με τις βόμβες. Λυπήθηκαν όλοι πολύ κι ύστερα το ξέχασαν.
Ξαφνικά οι υποτιθέμενοι «σύμμαχοί» του χώρισαν ξανά τον κόσμο του σε καλούς και κακούς. Βλέπετε οι παλιοί κακοί είχαν πια πεθάνει κι έπρεπε να βρεθούν καινούργιοι αντίπαλοι. Ύστερα οι «κακοί» στρατιώτες έκλαιγαν σαν ανυπεράσπιστα παιδιά πάνω στα άψυχα σώματα των αδελφών τους, που κατά λάθος σκότωσαν οι έξυπνες βόμβες κι ορκίζονταν εκδίκηση και το προηγούμενο κακό, αυτό που ήρθαν τάχα να διορθώσουν οι «καλοί» στρατιώτες από την άλλη άκρη της γης -αυτοί που μέχρι πριν λίγες μέρες ή ίσως λίγες ώρες χάζευαν το Λευκό Πύργο και τις κοπέλες με τα πολύχρωμα φορέματα που έκαναν βόλτα στην παραλία, όπως όλοι οι στρατιώτες του κόσμου σ’ όλα τα λιμάνια της γης- επαναλαμβανόταν με μεγαλύτερη μανία. Να πως ξαναγεννιούνται τα μίση των λαών! Από κάποια …λάθη κι από ένα αναμμένο σπίρτο που κάποιοι πέταξαν με θρασύτητα μες στα Βαλκάνια. Εδώ που ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ έλεγε πως είναι η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», έτοιμη να εκραγεί με κάθε νέα φλόγα. Και λένε πως το κάνουν για το καλό της ανθρωπότητας!
Ξαφνικά ο κόσμος του όλος άλλαξε και θα ορκιζόταν πως άκουγε κι αυτός τις σειρήνες, που ούρλιαζαν τα βράδια. Άκουγε κι αυτός τα κλάματα και τις προσευχές των προσφύγων, που είχαν πάψει να είναι άνθρωποι, γιατί είχαν γίνει πρόσφυγες, μα δεν είχαν πάψει να πιστεύουν στο Θεό κι επειδή δεν μπορούσε να τ’ αντέξει όλα αυτά είχε κλείσει καλά τ’ αυτιά του κι είχε πιάσει σφιχτά από το χέρι τη μικρή κι ασήμαντη ζωή του, που ήξερε πάντα να τον τραβάει μακριά από κάτι τέτοια. Μα τα βράδια τον έβρισκαν πάλι με το ίδιο βάρος στην ψυχή, ένα επιπλέον βάρος από τη μέρα που άρχισαν οι σειρήνες να ουρλιάζουν. Ύστερα έβλεπε πάλι τα παιδιά του πολέμου και των προσφύγων, που είχαν πάψει να είναι άνθρωποι, κρεμασμένα στο λαιμό της μητέρας τους, μοναδικής τους προστασίας στα ερείπια του κόσμου τους. Έχουν ένα βλέμμα αυτά τα παιδιά... Πρώτη φορά έβλεπε τόση απόγνωση σ’ ένα παιδικό βλέμμα! Κι όλα να ψάχνουν απεγνωσμένα για μια καλή νεράιδα, μια τόση δα ασήμαντη, καλή νεράιδα, που θ’ αγγίξει με το μαγικό ραβδάκι της τον κόσμο τους και θα γιατρέψει τις πληγές. Μα οι καλές νεράιδες δε ζούνε πια στα γκρεμισμένα σπίτια τους και τα παιδιά με το απελπισμένο βλέμμα νομίζουν πως τα εγκατέλειψαν κι αυτές. Ύστερα βλέπουν πάλι τα μάτια της μητέρας τους πνιγμένα στα δάκρυα -άλλα κενά, άδεια από ελπίδα βλέμματα αυτά- και δακρύζουν και τα παιδιά. Βάζουν τα κλάματα και σαστισμένοι οι φωτογράφοι όλου του κόσμου κι οι κάμερες όλων των λαών παίρνουν το δάκρυ τους και το στέλνουν μακριά, μέσα στα σπίτια των άλλων, εκείνων που υπερηφανεύονται ότι είναι ακόμα άνθρωποι και μόλις κουραστούν από το πολύ αίμα, απλά αλλάζουν κανάλι. Μέσα και στο δικό του σπίτι. Ποτέ δεν πίστευε ότι πληγώνει τόσο το δάκρυ ενός μικρού παιδιού. Και το μόνο που ευχήθηκε ήταν να υπήρχε πράγματι μια καλή νεράιδα σαν αυτές που ζουν στα παραμύθια. Μια τόση δα ασήμαντη, καλή νεράιδα που θα ερχόταν και θ’ άγγιζε με το μαγικό ραβδάκι της τον παράλογο κόσμο του και θα γιάτρευε όλες τις πληγές, θα τιμωρούσε τους άνανδρους ανθρώπους, θα σταματούσε τις έξυπνες βόμβες και τ’ αόρατα αεροπλάνα. Θα έκανε μαργαριτάρι το δάκρυ των παιδιών. Όμως, τι ατυχία! Αυτός εδώ και καιρό είχε μεγαλώσει και του είχαν μάθει να λέει πως καλές νεράιδες πια δεν υπάρχουν.
Ξαφνικά ο κόσμος του όλος άλλαξε και δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Φταίνε οι σειρήνες που ουρλιάζουν κάθε φορά που σκοτεινιάζει και τα δάκρυα των μικρών παιδιών, που έχουν πάψει να πιστεύουν σε καλές νεράιδες. Φταίει εκείνη η κραυγή που τον ξύπνησε απότομα, αρχή της άνοιξης, από το προσωπικό του όνειρο. Τώρα οι εφιάλτες μένουν ζωντανοί σαν ξημερώσει και η άνοιξη σου πλακώνει την ψυχή. Κλείνει τ’ αυτιά του, μα οι φωνές δε σταματούν. Έχουν εγκατασταθεί μες στο κεφάλι του και του θυμίζουν συνεχώς την ύπαρξή τους. Κι αυτός είναι μικρός κι αδύναμος, ασήμαντος και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να σιωπήσουν και κάθε μέρα η αδικία και ο παραλογισμός τον πληγώνουν όλο και πιο πολύ. Τον τρελαίνουν. Κι οι φωνές αυξάνουν, πληθαίνουν, δυναμώνουν και του ματώνουν την καρδιά. Αχ, πώς πονάει τώρα η καρδούλα του! Και το μόνο που μπορεί να κάνει, μήπως και σταματήσει κάπως ο πόνος της καρδιάς του, είναι να φωνάξει. Να ουρλιάξει, μήπως και τρομάξουν οι έξυπνες βόμβες και τ’ αόρατα αεροπλάνα και πάψουν να σκοτώνουν ανθρώπους. Μήπως και ξυπνήσει τις καλές νεράιδες, μήπως τον ακούσει και κάποιος θεός και κάνει ένα θαύμα. Γιατί στα θαύματα των ανθρώπων έχει πάψει πια να ελπίζει.
Κάποτε αυτός ο πόλεμος, όπως όλοι οι πόλεμοι, θα τελειώσει. Και για πρώτη φορά στη ζωή του θα ήθελε να είναι με τους νικημένους.

Θεσσαλονίκη, Μάιος 1999

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Τα νέα βιβλία του Βασίλη Αποστόλου

Η ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Δύο ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αναγνώσματα από την τοπική ιστορία κυκλοφόρησαν λίγο καιρό πριν από το συγγραφέα και ερευνητή Βασίλη Αποστόλου. Οι τόμοι «ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1912-15» και «ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1916-17» περιέχουν μία πληθώρα ανέκδοτων μέχρι σήμερα εγγράφων με αιτήματα πολιτών, δραστηριότητες δήμων, συλλόγων και υποδιοικητών κατά τα πρώτα κι ίσως κατά τα κρισιμότερα χρόνια της ενσωμάτωσης της Κοζάνης στο νέο ελληνικό κράτος. Ένα κομμάτι της άγνωστης, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας τοπικής ιστορίας, που περιγράφει, ανάμεσα στα αιτήματα και στις καταγραφές των πολιτών και την καθημερινή ζωή στην Κοζάνη τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση.
Μία έρευνα, καρπός της καθημερινής πολύωρης και μακρόχρονης, για τρία ολόκληρα χρόνια, ενασχόλησης του συγγραφέα με το αρχειακό υλικό των Γενικών Αρχείων του Κράτους-Αρχεία Νομού Κοζάνης. Ένα μέρος των κειμένων προέρχεται από τα Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, που φυλάσσονται σήμερα στη Θεσσαλονίκη. Κείμενα σημαντικά, γιατί αποτυπώνουν τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες εκείνης της περιόδου. Ταυτόχρονα μία καταγραφή των γενικότερων συνθηκών ζωής κατοίκων και άλλων, χριστιανών και μουσουλμάνων. Από την πλειοψηφία των εγγράφων συνεπάγεται ότι οι Οθωμανοί κάτοικοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγράμματοι. Το οθωμανικό κράτος δεν ενδιαφερόταν για τη μόρφωση και εκπαίδευση των μελών του, εν αντιθέσει με τους Έλληνες, που από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, δεν παραμέλησαν την εκπαίδευση και τη μόρφωσή τους.
Οι μελέτες του Βασίλη Αποστόλου περιέχουν σημαντικά στοιχεία και μαρτυρίες για όλους τους δήμους και τις κοινότητες, τους οικισμούς του νομού Κοζάνης. Παρουσιάζει τα προβλήματα που προέκυψαν κατά τους τρεις τελευταίους εμπόλεμους μήνες του 1912, τις πυρπολήσεις οικισμών, τις επιθέσεις των μουσουλμάνων, τα προβλήματα των κατοίκων, την ανασφάλειά τους μέχρι της εδραιώσεως της τάξης και εφαρμογής των νόμων του νέου ελληνικού κράτους, τις παρατυπίες και τις απαιτήσεις των Γάλλων και τα παράπονα των Ελλήνων εναντίον τους κατά τα χρόνια της γαλλοκρατίας, που είχε επιβληθεί στη Μακεδονία με την αποβίβαση αγγλογαλλικών δυνάμεων τον Οκτώβριο του 1915 στη Θεσσαλονίκη. Εντύπωση προκαλεί η ποιότητα της ελληνικής γλώσσας των κειμένων. Είναι μια γλώσσα κατανοητή, με πλούσιο λεξιλόγιο, που σημαίνει ότι οι συντάκτες των κειμένων ήταν ανώτερης μόρφωσης και άριστοι γνώστες της ελληνικής γλώσσας. Τα εκπαιδευτήρια της περιοχής έκαναν καλά και ολοκληρωμένα τη δουλειά τους κι ας λειτουργούσαν μόνο με τη συνδρομή της εκκλησίας και της κοινότητας.
Την ιστορία, λένε οι σοφοί ερευνητές, δεν τη γράφουν οι καθηγητές του πανεπιστημίου, αλλά οι άνθρωποι. Κι αυτή η ιστορία, η ιστορία των απλών ανθρώπων, είναι αυτή που καθορίζει τη στάση μας στο σήμερα. Κομμάτια της ιστορίας των απλών ανθρώπων συγκεντρώνονται και παρουσιάζονται στα δύο νέα βιβλία του Βασίλη Αποστόλου, δύο άριστα βοηθήματα για μαθητές, σπουδαστές, ιστορικούς και όλους όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του τόπου.

Κατερίνα Μ. Μάτσου

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ...

Η κοινωνική ιστορία ενός ελληνικού φαινομένου, του περιπτέρου, που χαρακτηρίζει τις πόλεις και γύρω από το οποίο οργανώνεται η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Όταν ο συγγραφέας και σκιτσογράφος Μίνως Αργυράκης επέστρεψε το 1956 από την Ευρώπη στην Αθήνα έγραψε στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ ότι «η μοντέρνα Αθήνα είναι μια Βαβέλ από λιμουζίνες, στραβοβαλμένα κτίρια, περίπτερα και τουρίστες». Η εικόνα δεν έχει αλλάξει πολύ. Ακόμη και σήμερα η Αθήνα χαρακτηρίζεται από την πληθώρα των περιπτέρων της, ενώ παραμένουν τα στραβοβαλμένα κτίριά της. Μόνο οι τουρίστες είναι λίγοι και οι λιμουζίνες έχουν αντικατασταθεί από Καγέν, ΒΜW και φυσικά πολλά ταξί. Αλλά είναι δύσκολο για τον κάτοικο της πόλης, κυρίως της μεγάλης πόλης, να φανταστεί τη ζωή του χωρίς περίπτερα.

Από την καπνοσακούλα στα πούρα
Τα πρώτα περίπτερα ήταν μαγαζάκια που πουλούσαν καπνό και καπνοσακούλες. Μετά τη δεκαετία του 1860, με τη ζήτηση του καπνού να αυξάνεται, τα μικρά ευκαιριακά καπνοπωλεία εξελίσσονται σε οργανωμένα μαγαζιά. Χάρμα οφθαλμών οι όμορφες προσεγμένες βιτρίνες τους διαφημίζουν ποικιλίες καπνού, σιγαρόχαρτων, τουμπεκίων, πούρων, σιγαρέττων. Παράλληλα στα περίπτερα πωλούνται διάφορα αντικείμενα συνοδευτικά του καπνίσματος, όπως καπνοσακούλες, σιγαροθήκες και πίπες τσιγάρων, που σκαρφαλώνουν και αυτά στις φωταγωγημένες προθήκες.
«Αφίκετο εκ Σπετσών την παρελθούσαν Πέμπτην ο κ. Σπύρος Μερκούρης. Εξεδόθη το 24ον τεύχος του φιλολογικού περιοδικού ΙΡΙΣ Αθηνών περιέχον πλην της φιλολογικής ύλης και μιαν επιστολήν του κ. Παλαμά. Τα λαμπρόν αυτό περιοδικό θα πωλήται από αύριον αντί 25 λεπτών εις τα περίπτερα των πλατειών Συντάγματος και Ομόνοιας». Με αυτό τον άκρως γλαφυρό και παραστατικό τρόπο στα μέσα του 1889 η εφημερίδα ΣΚΡΙΠ γνωστοποιούσε τη δημιουργία των πρώτων περιπτέρων στην Αθήνα σε μια ταραγμένη για πολλούς λόγους εποχή.

Ανάπηροι πολέμων
Τα περίπτερα από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα τα διαχειρίζονταν ανάπηροι πολέμων. Τον Σεπτέμβριο του 1922 το Υπουργείο Περιθάλψεως κατέθεσε νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο και κατά τους νόμους 254 και 1960, οι οποίοι αναφέρονται στα ήδη ανεγερθέντα περίπτερα αλλά και σε αυτά που πρόκειται να ανεγερθούν στο μέλλον, αυτά θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην Πανελλήνιον Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921.
Η παραχώρηση περιπτέρου, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, είναι προσωπική και μόνο υπόθεση. Δεν επιτρέπεται να πωληθεί, να μεταβιβαστεί, να μπει σε καθεστώς υποθήκης, να υπομισθωθεί. Επίσης επιτρέπεται συνεταιρισμός μόνο μεταξύ δύο εταίρων και με την άδεια μόνο του υπουργείου. Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου η χρήση και εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζεται αυτόματα στη γυναίκα και στα παιδιά του αναπήρου-τραυματία και αργότερα περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ένωσης. Το ποσό μισθώσεως ξεκινούσε από τις 20 δραχμές και έφτανε ως τις 250 δραχμές.
Τα όποια χρήματα εισπραχθούν «θα διατεθούν υπέρ της δημιουργίας ειδικού ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου». Μη μας παραξενεύει που υπήρχε τέτοια ευαισθησία με τους αναπήρους. Είχαν μεσολαβήσει οι πόλεμοι του ‘12-‘13 και λίγο μετά η Μικρασιατική Καταστροφή, με αποτέλεσμα τραυματίες και ανάπηροι να γεμίζουν τους αθηναϊκούς δρόμους ζητώντας ελεημοσύνη και βοήθεια ενώ το κράτος αδυνατούσε να μεριμνήσει γι’ αυτούς.

Τρεις εκδόσεις την ημέρα
Αυτή την εποχή άρχισαν να πωλούνται στα περίπτερα και οι εφημερίδες. Οι εφημερίδες για την Ελλάδα της εποχής εκείνης αποτελούσαν είδος πρώτης ανάγκης. Λόγω της σημασίας των ειδήσεων και της έλλειψης άλλων μέσων κυκλοφορούσαν σε τρεις εκδόσεις την ημέρα. Τα νέα στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν δυσάρεστα, γεγονός που τις καθιστούσε αναγκαίο «κακό» της καθημερινότητας. Το επόμενο προϊόν που μπορούσαν να πωλούν τα περίπτερα ήταν τα τσιγάρα. Στην αρχή τα περίπτερα πωλούσαν ξεχωριστά τα τσιγάρα και ξεχωριστά τον καπνό. Αργότερα όμως οι καπνοβιομηχανίες άρχισαν να πωλούν έτοιμα τσιγάρα με ή χωρίς φίλτρο.
Ταυτόχρονα άλλαξε και η κατάσταση στο θέμα της κατασκευής των περιπτέρων. Το περίπτερο έγινε ομοιόμορφο, ομοιόχρωμο και με τις ίδιες διαστάσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα (1,30Χ1,50 μ.), με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά. Τα περίπτερα τοποθετήθηκαν στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα άλση των πόλεων και των χωριών. Τα τετραγωνικά όπου τοποθετούνταν τα περίπτερα προσδιορίζονταν από τις τοπικές αρχές με την προϋπόθεση ότι δεν παρεμπόδιζαν την κίνηση πεζών και τροχοφόρων.
Τα πρώτα χρόνια τις άδειες των περιπτέρων έδινε το Υπουργείο Πρόνοιας, ενώ αργότερα η αρμοδιότητα αυτή πέρασε στις κατά τόπους νομαρχίες. Τα καινούργια περίπτερα κατασκευάζονταν με τη φροντίδα των δικαιούχων και αποτελούσαν αποκλειστικό περιουσιακό τους στοιχείο.

Τα ψυγεία πάγου
Αργότερα, γύρω στο 1940, στα περίπτερα εισήλθαν προς πώληση τα ζαχαρώδη και τα αναψυκτικά με τη βοήθεια των ψυγείων πάγου. Η κίνηση αυτή βοήθησε τις εγχώριες βιομηχανίες όπως η ΗΒΗ να καταλάβουν με αναψυκτικά, πορτοκαλάδες, λεμονάδες και γκαζόζες έναν μεγάλο χώρο στην γκάμα των προϊόντων περιπτέρου.
Τα φυλλαράκια τσίκλας με γεύση δυόσμου, κανέλας, μέντας και Τutti Frutti αποτέλεσαν τα πρώτα δείγματα τσίκλας που μπήκαν στα περίπτερα. Ακολούθησαν οι σοκολάτες ΙΟΝ με εξαιρετικά γλαφυρή διαφήμιση: «Είναι σαν να τρώτε για πρώτη φορά σοκολάτα γάλακτος. Ξεχωρίζει από τις άλλες γιατί, χάρη στην ειδική επεξεργασία που εφαρμόζει η ΙΟΝ, διατηρεί ακέραια το φυσικό της χρώμα και τα θρεπτικά συστατικά της. Απολαμβάνετε κάθε κομμάτι της και είναι σαν να τρώτε για πρώτη φορά».
Σήμερα στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι λειτουργούν πάνω από 17.000 περίπτερα. Από αυτά τα 5.500 βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Λεκανοπεδίου της Αθήνας και του Πειραιά, τα 1.500 στη Θεσσαλονίκη και τα υπόλοιπα 11.000 σε ολόκληρη την Ελλάδα, με έμφαση στους νομούς Ηρακλείου και Αχαΐας.
Τα σημερινά περίπτερα έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην παγκοσμιοποίηση, αν σκεφθούμε ότι μέσω των προπληρωμένων καρτών σταθερής, κινητής τηλεφωνίας και Ιnternet βοηθούν τους πελάτες τους να ανακαλύψουν και να εισέλθουν στη νέα εποχή, στον κόσμο της παγκόσμιας επικοινωνίας. Δεν είναι περίεργο που ένα μεγάλο τμήμα των πελατών τους είναι αλλοδαποί μετανάστες «αναγκάζοντας» τους ανθρώπους που δουλεύουν σήμερα στα περίπτερα να μαθαίνουν ξένες γλώσσες, όπως τα αλβανικά και τα ρωσικά, αλλά και γλώσσες που προέρχονται από την ασιατική και την αφρικανική ήπειρο. Πολλοί Αλβανοί μετανάστες είναι πια ιδιοκτήτες περιπτέρων.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το δέσιμο του αστού με το περίπτερο είναι τόσο μεγάλο που κάποιοι επιχειρηματίες προσπάθησαν να δημιουργήσουν αλυσίδες νέου τύπου περιπτέρων (mini market) στις γειτονιές της Αθήνας, αλλά απέτυχαν καθώς δεν μπορούσαν να προσφέρουν την προσωπική σχέση του περιπτερά με τη γειτονιά και τους ανθρώπους της.

Το Μινιόν ήταν περίπτερο
Το πρώτο περίπτερο με βιτρίνα το δημιούργησε ο Αγγελος Σεραφειμίδης, ένας νέος 25 χρόνων που φθάνει μετανάστης από την Αμερική με λίγα δολλάρια στην τσέπη και θέλει να σταδιοδρομήσει στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Νοικιάζει ένα περίπτερο και έχει τη φαεινή ιδέα να ανοίξει τα δύο πλαϊνά του περιπτέρου και να τα μετατρέψει σε βιτρίνες! Και αντί να πουλάει εφημερίδες, τσιγάρα και καραμέλες, εκθέτει στις δύο βιτρινούλες του μικρά είδη: στυλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, είδη καπνιστού, σουγιάδες, ψαλίδια κ.τ.λ. Οι τιμές του χαμηλότερες απ’ αυτές που προσέφεραν τα ειδικά καταστήματα, όπως ο Σταυρίτης κ.ά. Ο τρόπος παρουσίασης των ειδών του και η εξυπηρέτηση στον πελάτη προκαλούν την προσοχή του κόσμου.
Γρήγορα ο Σεραφειμίδης αναπτύσσει τις πωλήσεις και τις ποικιλίες του. Ο κόσμος σχολιάζει και μιλάει για το περίπτερό του, που ο ίδιος το έχει ονομάσει ΜΙΝΙΟΝ. Ο Γιάννης Γεωργακάς ανακαλύπτει αυτόν τον δαιμόνιο νέο και γίνεται συνέταιρός του. Από αυτό το περίπτερο το 1934 ξεκίνησε η ιστορία του ΜΙΝΙΟΝ για να μετεξελιχθεί και από περίπτερο στα Χαυτεία να γίνει το 1945 το μεγάλο ΜΙΝΙΟΝ της οδού Πατησίων.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ


http://www.newsinnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3193:2010-11-07-09-17-04&catid=43:2010-08-10-08-11-02

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Κοζάνη, 29 Ιουνίου 2009


Αξιότιμε Δήμαρχε Κοζάνης, κύριε Πάρη Κουκουλόπουλε,
η επιστολή μου παίρνει αφορμή από τη σημερινή εκδήλωση για τον πόλεμο του ‘40, την κατοχή και την αντίσταση, αλλά και την τιμή όσων πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, που θα πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας. Είναι αυταπόδεικτη η τιμή που οφείλει η κάθε πόλη να αποδίδει στους δικούς της ήρωες και αναγκαία η γνώση της τοπικής ιστορίας με όλες τις μεγάλες κι απειροελάχιστες στιγμές της. Έναν τέτοιο ξεχασμένο ήρωα, που δε θα έχει την ευκαιρία να διηγηθεί τις αναμνήσεις του από τον πόλεμο του ’40 σήμερα στο Μουσείο Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας, θα ήθελα να σας θυμίσω.
Πρόκειται για τον ανθυπολοχαγό Μάρκο Τριανταφύλλου, που άφησε την τελευταία ταυ πνοή στα βουνά της Αλβανίας το χειμώνα του ’40. Άφησε πίσω απαρηγόρητους τους γονείς και τις αδελφές τους και όλους τους άλλους αγαπημένους του συγγενείς, μα όλοι ήταν σίγουροι, είναι σίγουροι πως ο Μάρκος θυσιάστηκε για την ελευθερία και την τιμή της πατρίδας κι αυτό μετρίαζε κάπως τον πόνο. Δεν τον ξέχασαν ποτέ κι ακόμη και σήμερα τον θυμούνται και τον αναφέρουν με αγάπη και περηφάνια φροντίζοντας να διαφυλάξουν τη μνήμη του και για τις επόμενες γενεές.
Μετά τον καταστροφικό σεισμό του Μάη του 1995 το πατρικό του σπίτι στην περιοχή της Γιτιάς, όπου επί χρόνια ζούσε μία από τις αδελφές του, κατεδαφίστηκε και ο χώρος μετατράπηκε, με απόφαση του Δήμου Κοζάνης, σε πλατεία. Επιθυμία όλων των δικών του, ανιψιών και ξαδέλφων, είναι να δοθεί στην πλατεία αυτή το όνομα του. Το όνομα του χαμένου ανθυπολοχαγού Μάρκου Τριανταφύλλου, που θυσιάστηκε πολεμώντας για το υπέρτατο ιδανικό της Ελευθερίας στα βουνά της Αλβανίας. Αυτή είναι η δική μας επιθυμία και η δική μας παράκληση προς το Δήμο Κοζάνης. Μία επιθυμία που δε θα της κοστίσει απολύτως τίποτα. Ίσως μόνο την ευθύνη την ονοματοθεσίας του δρόμου.
Νιώθω πως η σημερινή εκδήλωση στο Μουσείο Σύγχρονης Τοπικής Ιστορίας είναι μία ευκαιρία να σκεφτείτε την επιθυμία μας και δίπλα στους άλλους μικρούς ήρωες της πόλης μας να τοποθετήσετε και το Μάρκο Τριανταφύλλου. Για να αποδείξουμε πως δεν ξεχνάμε την ιστορία και τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για τη δική μας ελευθερία. Κι ίσως να μάθουμε και λίγο καλύτερα την ιστορία αυτής της πόλης. Δώστε μας την αφορμή να την ψάξουμε.

Με εκτίμηση
Κατερίνα Μ. Μάτσου
Δημοσιογράφος

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΕΙΣΜΟΥ

1. Μην αρχίσετε να τρέχετε πανικόβλητοι από το ένα γραφείο στο άλλο φωνάζοντας «Σεισμός»!!! Όλοι το ξέρουμε ότι γίνεται σεισμός.

2. Σταθείτε κάτω από τραπέζια ή γραφεία. Βάλτε μία σφυρίχτρα στο στόμα και αλειφτείτε με τζατζίκι, έτσι ώστε να σας βρουν τα σκυλιά της Ε.Μ.Α.Κ.

3. Σε περίπτωση που σας έχει έρθει το monitor καπέλο μείνετε εκεί που είστε, διότι μπορεί να προκαλέσετε πανικό στους γύρω σας νομίζοντας ότι είστε εξωγήινος.

4. Αν σας έρθει η κυρά Κατίνα από το πουθενά, μην πανικοβληθείτε. Μάλλον συγύριζε στην ταράτσα!!!

5. Μην παίρνετε τηλέφωνο στο κινητό τσάμπα!!! Έτσι κι αλλιώς και το σταθερό, την ώρα του σεισμού, κινητό είναι!!!

6. Μην πάτε να κατεβείτε με το ασανσέρ, είναι άσκοπο. Θα κατεβείτε μαζί με τον όροφο.

7. Μην τρέξετε στους πυροσβεστήρες χωρίς λόγο. Αυτοί είναι σχεδιασμένοι για άλλη θεομηνία. Μην αρχίσετε να ψεκάζετε Co2 παντού όπου βρίσκεστε !!!

8. Μην πλησιάζετε στις ακτές!!! Μπορεί να βγει ο Γκοτζίλα!!!

9. Αν βρεθείτε έξω την ώρα του σεισμού, μείνετε έξω! Αν βρεθείτε μέσα, μείνετε μέσα! Αν προβληματιζόσαστε για το αν ήσασταν μέσα ή έξω μάλλον έχει γίνει της πουτάνας!!!

10. Μην αρχίσετε τα τηλέφωνα στον Βαρώτσο. Δεν απαντάει ο πούστης!!!

11. Αν είστε σε εξωτερικό ραντεβού φωνάξτε δυνατά «ΑΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» και πέστε από το παράθυρο.

12. Μην τρέχετε όλοι στην έξοδο κινδύνου!!! Δεν υπάρχει πλέον τέτοια έξοδος!!!

13. Μην αρχίσετε τις φήμες περί δευτέρας παρουσίας ή Νοστράδαμου ή «σου τα έλεγα το 2010 θα πεθάνουμε» και τέτοια.

14. Μην ανοίγετε το mail προσπαθώντας να ειδοποιήσετε κάποιους! ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ MAIL!!!

15. Τέλος, αν επιζήσετε μην πάτε στο λογιστήριο προσπαθώντας να πείσετε να σας δώσουν μισθούς συναδέλφων που απεβίωσαν.

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

«Είκοσι χρόνια παίζοντας αντί χαρτιά, βιβλία»

Σ’ αυτή την πρώτη σύνοψη, 20 χρόνια περίπου από τότε που άρχισα να παιδεύομαι με τα κείμενα, κατάλαβα τι ευλογημένο καταφύγιο είναι οι λέξεις. Ιδίως εκείνες που θέλεις εσύ να γράψεις, όχι καθ’ υπαγόρευση ή εργασιακή επιταγή, να τις πεις στον εαυτό σου ή τον άλλο, τον ακριβώς δίπλα σου, μ’ αυτόν που ζεις κάθε στιγμή στη ζωή ή στη σκέψη κι όχι για τους άλλους ή σε ό,τι έχει σχέση με άλλους. Τότε είναι μια απόλαυση στην οποία παραδίνεσαι. Βουλιάζεις στο ονειρώδες της γραπτής φυγής σου και ξαναβγαίνεις στην επιφάνεια πιο ανάλαφρος, αφού απέβαλες με τη γραπτή κατάθεση των επιθυμιών σου στο κοινωνικό εφετείο, τα ψυχικά σου βάρη, άλγη και όνειρα. Ικανοποίησες δε ως ένα σημείο και τη ματαιοδοξία σου, την οποία όσο και να θέλεις να θεωρείς εκτός εαυτού σου, εν τούτοις τσιμπολογείς κρυφά ή υποκριτικά από το άρτυμα της…


(Β.Π. Καραγιάννης. «Είκοσι χρόνια παίζοντας αντί χαρτιά, βιβλία», απόσπασμα).

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΑΣΑΝΣΕΡ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΡΕΠΤΕΣ;

Είναι ένα αντικείμενο που χρησιμοποιούμε καθημερινά οι περισσότεροι. Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί οι ανελκυστήρες έχουν καθρέφτες;
Εμείς ψάξαμε και βρήκαμε τις πιο πιθανές εξηγήσεις. Οι βασικοί λόγοι για την ύπαρξη καθρεπτών, είναι ψυχολογικοί και λόγοι ασφαλείας.
Όταν με τη βιομηχανική ανάπτυξη τα κτίρια άρχισαν να γίνονται όλο και ψηλότερα, η χρήση ανελκυστήρων έγινε απαραίτητη. Οι ανελκυστήρες εκείνη την εποχή ήταν αρκετά αργοί και συχνά οι άνθρωποι που τους χρησιμοποιούσαν εξέφραζαν παράπονα. Οι μηχανικοί της εποχής άρχισαν να σκέφτονται τη λύση στο πρόβλημα. Ένας μηχανικός διατύπωσε την άποψη ότι οι ανελκυστήρες δεν είναι αργοί, αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι για να απασχολούνται στη διαδρομή, τους δημιουργείται η αίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλά! Έτσι προτάθηκε η χρήση καθρεπτών και οι πρώτες δοκιμές έδειξαν ότι τα παράπονα μειώθηκαν αισθητά και η χρήση τους καθιερώθηκε. Οι άνθρωποι έχουν κάτι να απασχολούνται στη διαδρομή και έτσι ξεπερνούν τον ψυχολογικό σκόπελο της απραξίας!
Ταυτόχρονα λόγοι ασφαλείας επιβάλουν τη χρήση καθρεπτών. Η καθημερινή χρήση του ανελκυστήρα τον έχει ενσωματώσει στην καθημερινότητά μας και πολλές φορές εισερχόμαστε αφηρημένοι. Τι γίνεται όμως αν, για κάποιο λόγο, ο θάλαμος δεν βρίσκεται πίσω από την πόρτα; Υπάρχει κίνδυνος πτώσης στο φρεάτιο. Έτσι η ύπαρξη καθρέπτη μας διευκολύνει να αντιληφθούμε την ύπαρξη του θαλάμου σε αντίθεση με το σκοτεινό φρέαρ.
Επίσης πολλοί άνθρωποι έχουν κλειστοφοβία και ο περιορισμός σε ένα τόσο μικρό χώρο τους προκαλεί αναστάτωση. Με τη χρήση καθρεπτών ο χώρος «διπλασιάζεται» και απαλύνει το αίσθημα κλειστοφοβίας.

http://www.newsinnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3172:2010-11-06-13-22-04&catid=43:2010-08-10-08-11-02

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη με το διευθυντή της χορωδίας ΕΛΙΜΕΙΑ κο Γιάννη Παφίλη

«ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΣΤΙΣ ΧΟΡΩΔΙΕΣ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ ΤΗ ΜΕΛΩΔΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥΣ»
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Την καθιερωμένη ετήσια Θεία Λειτουργία της πραγματοποίησε την Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2003 στον Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης η χορωδία της Κοζάνης ΕΛΙΜΕΙΑ. Η Θεία Λειτουργία της ΕΛΙΜΕΙΑΣ, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην αρχή της νέας σεζόν, εγκαινίασε τον κύκλο των φετινών εκδηλώσεων της χορωδίας, που συνεχίζει, υπό τη διεύθυνση του κου Γιάννη Παφίλη, μία επιτυχημένη πορεία και παρουσία, 50 σχεδόν χρόνων, στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης. Στον ιερό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου βρέθηκαν το πρωί της Κυριακής όλα τα μέλη και πολλοί φίλοι της ΕΛΙΜΕΙΑΣ, ευχόμενοι η νέα χρονιά να φέρει και τα ποθητά αποτελέσματα στην απόκτηση του πολυπόθητου προσωπικού χώρου της χορωδίας, αφού και φέτος οι πρόβες πραγματοποιούνται σε αίθουσα του Γκέρτσειου.
Το Θ μίλησε με το μαέστρο της ΕΛΙΜΕΙΑΣ κο Γιάννη Παφίλη για τα φετινά σχέδια της χορωδίας, αλλά και τις προβλέψεις του για το μέλλον του χορωδιακού τραγουδιού στην Κοζάνη.

- Κύριε Παφίλη, είχαμε σήμερα εδώ, στον Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, την καθιερωμένη ετήσια Θεία Λειτουργία της ΕΛΙΜΕΙΑΣ, με την οποία ουσιαστικά εγκαινιάζονται οι εκδηλώσεις της νέας σεζόν. Ποια είναι τα σχέδια της ΕΛΙΜΕΙΑΣ για φέτος;
- Πράγματι, κάθε χρόνο κάνουμε την ετήσια Θεία Λειτουργία μας με την έναρξη της νέας σεζόν. Αμέσως μετά, στα μέσα Δεκεμβρίου, ετοιμάζουμε μία συναυλία, η οποία θα πραγματοποιηθεί εδώ, στην πόλη της Κοζάνης και ίσως να κάνουμε και κάποια εκδήλωση με χριστουγεννιάτικα τραγούδια Μετά τη συναυλία του Δεκέμβρη έχουμε κάποιες προσκλήσεις να λάβουμε μέρος σε χορωδιακά φεστιβάλ εκτός Κοζάνης, αλλά δυστυχώς λόγω οικονομικής δυσπραγίας δε θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις προσκλήσεις αυτές.
- Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που διευθύνετε τη χορωδία, πώς βλέπετε την πορεία της μέσα στην πόλη της Κοζάνης και στα μουσικά δρώμενα της περιοχής;
- Έχουμε λάβει μέρος σε πάρα πολλές εκδηλώσεις, τόσο εδώ, στην πόλη της Κοζάνης, όσο και εκτός πόλεως. Έχουμε πάει στην Κορυτσά της Αλβανίας, δώσαμε κι εκεί μία συναυλία, λάβαμε μέρος και στη Θεία Λειτουργία που έγινε του Αγίου Γεωργίου στην Κορυτσά, στους ιερούς ναούς της Κοζάνης έχουμε κάνει πάρα πολλές εμφανίσεις σε θείες λειτουργίες. Προσωπικά ήμουν, για να ‘μαι ειλικρινής, κάπως απαισιόδοξος ως προς την λειτουργία της χορωδίας, γιατί οι χορωδοί μας ήδη έχουν μεγαλώσει. Παρ’ όλα αυτά κάθε χρόνο πλαισιώνεται η χορωδία με νέους χορωδούς και ανανεώνεται, αλλά το θέμα είναι ότι δεν έρχονται νέοι σε ηλικία. Έρχονται συνήθως άνθρωποι, οι οποίοι είναι άνω των 50 ετών. Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε και καταβάλλουμε προσπάθειες για να πετύχουμε είναι να φέρουμε ανθρώπους νέους, έτσι ώστε να έχει ζωή η χορωδία.
- Γιατί δεν έρχονται οι νέοι; Δεν το βρίσκουν ενδιαφέρον ή έχουν άλλα ενδιαφέροντα;
- Είναι πολλοί οι λόγοι. Ένας λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν κίνητρα και οι νέοι θέλουν κίνητρο. Το κίνητρο βεβαίως στη χορωδία, εκτός από το μεράκι που έχει κανείς για το χορωδιακό τραγούδι, είναι το οικονομικό. Κι όταν λέω το οικονομικό, δε εννοώ ότι θέλουν να πληρωθούν οι άνθρωποι, δεδομένου ότι στη χορωδία και στη δική μας, αλλά και σε όλες γενικά τις χορωδίες της πόλεως μας, οι χορωδοί και οι μαέστροι δεν αμείβονται. Προσφέρουμε όλοι τις υπηρεσίες μας αφιλοκερδώς, στερούμενοι πολλές φορές τις κοινωνικές, τις επαγγελματικές, τις οικογενειακές μας υποχρεώσεις και ερχόμαστε μόνο και μόνο από μεράκι, από την αγάπη προς το χορωδιακό τραγούδι. Όταν όμως δεν έχουμε χρήματα να κινηθούμε και να λάβουμε μέρος σε μία εκδήλωση, που γίνεται εκτός πόλεως κι αναγκαζόμαστε να βάλουμε «από τη τσέπη μας» για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε, αυτό δυσκολεύει τα πράγματα. Εάν είχαμε την οικονομική ευχέρεια να λάβουμε μέρος σε μία οποιαδήποτε εκδήλωση εκτός πόλεως, αυτό είναι ένα κίνητρο. Ένας άλλος λόγος είναι ότι οι νέοι πλέον έχουν άλλα ενδιαφέροντα. Παλιότερα, εμείς δεν είχαμε κάτι άλλο, παρά τις καντάδες μας με τις κιθάρες και τ’ ακορντεόν και καμιά φορά τρώγαμε και καμιά γλάστρα στο κεφάλι. Σήμερα οι νέοι έχουν άλλα ενδιαφέροντα και δεν τραγουδούν πλέον. Κλείνονται μέσα στις καφετέριες, κλείνονται μέσα στο καβούκι τους και δεν τραγουδούν. Αυτοί είναι οι λόγοι που με κάνουν απαισιόδοξο ως προς τη συνέχιση των χορωδιών.
- Θα μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό ο Δήμος Κοζάνης ή ίσως κάποιος άλλος φορέας;
- Με τη σκέψη αυτή που σας ανέφερα προηγουμένως θα μπορούσαν και θα ‘πρεπε να κάνουν κάτι. Να δώσουν αυτά τα κίνητρα, δηλ. να ενισχύσουν οικονομικά τις χορωδίες, έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν και να είναι και ένα κίνητρο για την προσέλκυση νέων χορωδών. Να έχουμε π.χ. και εμείς και όλες οι χορωδίες μία ετησία επιχορήγηση από το Δήμο για να μπορούμε να καλύπτουμε κάποιες ανάγκες.
- Κύριε Παφίλη, είναι αναγκαία η μουσική γνώση για ένα χορωδό;
- Οι μουσικές γνώσεις είναι απαραίτητες στη χορωδία. Δυστυχώς, οι χορωδοί μας δεν ξέρουν μουσική κι ίσως να φταίμε κι εμείς οι μαέστροι που δεν τους μάθαμε. Προσωπικά από τότε που ανέλαβα τη χορωδία (1992) κάθε χρόνο με την έναρξη της νέας σεζόν κάνω μαθήματα μουσικής θεωρίας στους νέους χορωδούς. Αυτοί οι άνθρωποι βέβαια δε θα γίνουν μουσικοί, αλλά τουλάχιστον θα έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, έτσι ώστε να μπορούν να διαβάσουν ένα μουσικό κομμάτι. Και να μπορούμε να συνεννοηθούμε στη μουσική γλώσσα.
- Μπορεί όμως να γίνει διδασκαλία χορωδίας, χωρίς, έστω αυτή την ελάχιστη, μουσική γνώση;
- Δυστυχώς, έτσι γίνεται στις περισσότερες χορωδίες. Μαθαίνουν τα κομμάτια πρακτικά, χωρίς να έχουν αυτές τις γνώσεις που είναι απαραίτητες για ένα χορωδό. Αλλά είπαμε: ίσως να φταίμε κι εμείς οι μαέστροι που δεν μάθαμε στους χορωδούς μας μουσική.
- Πώς βλέπετε τη μουσική παιδεία στην Κοζάνη σήμερα;
- Η μουσική παιδεία στην Κοζάνη δεν ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια. Η μουσική παιδεία στην Κοζάνη ξεκίνησε προπολεμικά. Η Κοζάνη προπολεμικά είχε ένα υπέροχο ωδείο. Είχε τη χορωδία τον ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ, η οποία και πολυμελής ήταν και αποτελούνταν κι από νέους ανθρώπους. Ορισμένοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους, τους τότε νέους, είναι και σήμερα, αλλά έχουν πλέον μεγαλώσει και δεν μπορούν να προσφέρουν ό,τι τότε. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους εγώ προσωπικά εκφράζω ένα μεγάλο ευχαριστώ για ό,τι προσέφεραν μέχρι σήμερα στην πόλη της Κοζάνης και ίσως είναι και κάποιοι πρόδρομοι που άνοιξαν το δρόμο σε μας. Σα μαέστρος τους ευχαριστώ και τους συγχαίρω για ό,τι προσέφεραν μέχρι σήμερα στην Κοζάνη. Από το παλιό ωδείο της Κοζάνης επίσης έχουν βγει πάρα πολλοί σπουδαίοι μουσικοί. Και τα νέα ωδεία κάνουν μια καλή προσπάθεια, αλλά το θέμα είναι το εξής: όλοι αυτοί οι μαθητές που πηγαίνουν στα ωδεία δεν πηγαίνουν για να σπουδάσουν μουσική. Πηγαίνουν ένα δύο τρία χρόνια το πολύ και τα αφήνουν ή συμβαίνει το εξής: τελειώνοντας το σχολείο και πηγαίνοντας τα παιδιά να σπουδάσουν οπουδήποτε περάσουν, τα εγκαταλείπουν. Πολύ λίγα παιδιά είναι αυτά που μαθαίνουν μουσική με σκοπό να σπουδάσουν μουσική και συνεχίζουν και τελειώνουν. Είναι πολύ λίγα.
- Ποιες είναι οι προσδοκίες σας για το μέλλον της ΕΛΙΜΕΙΑΣ και των άλλων χορωδιών στην Κοζάνη;
- Καταρχήν θα σας πω τι προβλέπω για το μέλλον. Προβλέπω ότι, όπως παν τα πράγματα, σε 3-4 χρόνια το πολύ δε θα υπάρχουν χορωδίες στην Κοζάνη. Εύχομαι να αφυπνιστούν οι αρχές μας και να βοηθήσουν, ώστε να μπορέσουμε να διατηρήσουμε, αν όχι όλες αυτές τις χορωδίες, τουλάχιστον μία χορωδία στην Κοζάνη. Αυτή είναι η ευχή μου και ελπίζω ότι κάποιος θ’ ακούσει την απέλπιδα φωνή μου, διότι γι’ αυτό κουραζόμαστε, γι’ αυτό τρέχουμε, για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τη χορωδιακή μουσική παράδοση της Κοζάνης.
- Κύριε Παφίλη, σας ευχαριστώ πολύ.
- Εγώ σας ευχαριστώ.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 4/11/2003, αρ.φ. 11885, σελ. 8.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

ΓΙΑΤΙ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Στο εύλογο ερώτημα των παιδιών μας: «Γιατί μαθαίνουμε ιστορία;» μπορούμε άραγε να επαναλάβουμε τη στερεότυπη απάντηση που έδιναν στη δική μας γενιά οι δάσκαλοι και οι γονείς μας; Ότι δηλαδή «εκ της ιστορίας αντλούμεν υψηλά ηθικά παραδείγματα, μανθάνομεν διά την δόξαν της φυλής μας και διά την δόξαν -ή την καταισχύνην- των άλλων φυλών» και ότι συνεπώς η ιστορία μάς διδάσκει ουσιαστικά πώς να διακρίνουμε τους λαούς σε δύο ομάδες: στους εχθρούς και τους φίλους μας; Ή ότι η ιστορία αποτελεί ένα ωραιοποιημένο ζωντανό ή άχαρο (ανάλογα με την παραστατική ικανότητα του ιστορικού) ευρετήριο μαχών και άλλων σημαντικών πολιτικών γεγονότων και μια πινακοθήκη ηρώων, καλών ή κακών, αλλά πάντοτε υπαίτιων για την πορεία των εθνών και συνεπώς και για την πορεία του δικού μας έθνους;
Απαντώντας σ’ αυτό το απλό φαινομενικά ερώτημα ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός Marc Bloch έγραψε, μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου τον είχαν κλείσει οι Γερμανοί στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, ένα μικρό δοκίμιο με τίτλο «Απολογία της ιστορίας ή το επάγγελμα του ιστορικού», στο οποίο, κάτω από την πίεση των γεγονότων που ζούσε έντονα ο ίδιος, διατύπωσε μια νέα αντίληψη για την ιστορία. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή -που την αποδέχτηκαν, εμπλουτίζοντας το περιεχόμενό της και διευρύνοντας την εμβέλειά της και άλλοι Γάλλοι κυρίως, αλλά και Ιταλοί και Αγγλοσάξονες ιστορικοί, άμεσοι ή έμμεσοι μαθητές του Bloch- η ιστορία δεν είναι πια μόνο το παρελθόν, όπως μας αναπλάθεται από τα ακίνητα δεδομένα του· δεν είναι ένας ζωγραφικός πίνακας κάποιου διάσημου παλιού ζωγράφου, που καταστράφηκε από τις ζημιές του χρόνου και που δίνεται «προς αποκατάσταση» στον τεχνίτη επιδιορθωτή-ιστορικό, για να τον καθαρίσει με μεγάλη προσοχή και υπομονή και κάπου-κάπου και να τον συμπληρώσει, προσθέτοντας μερικές απαραίτητες μικρές πινελιές. Η ιστορία είναι πρώτα απ’ όλα κίνηση, κίνηση μέσα στο χρόνο. Αλλά ο ιστορικός δεν μπορεί να συλλάβει την κίνηση αυτή, αν δεν έχει προσλαμβάνουσες παραστάσεις, αν δεν έχει όρους και σημεία αναφοράς, που θα πρέπει να τα δανειστεί από την καθημερινή του εμπειρία. Ζούμε την κίνηση της ιστορίας. Μπροστά στα μάτια μας υφαίνεται η στόφα της. Έργο του ιστορικού είναι, ακριβώς, να συλλάβει τη διαδικασία της ύφανσης, να ξεδιαλύνει τους παράγοντες που παίρνουν μέρος σ’ αυτή, να συνδέσει τη μελέτη των ανθρώπων του παρελθόντος με τη μελέτη των συγχρόνων του, των ζωντανών ανθρώπων.
Έτσι, η ένταξη της μελέτης του παρόντος στη δικαιοδοσία της ιστορίας διεύρυνε σημαντικά τους μεθοδολογικούς της ορίζοντες. Όλοι λοιπόν οι τρόποι προσέγγισης της σύγχρονης ζωής, οι επιστήμες που προϋποθέτουν και εμπειρική έρευνα (η πολιτική οικονομία, η κοινωνιολογία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η ψυχολογία, η δημογραφία, η γεωγραφία), όλες, μ’ ένα λόγο, οι κοινωνικές επιστήμες, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην ιστορική έρευνα. Έτσι η πρόοδος των κοινωνικών επιστημών επηρέασε άμεσα και την επιστήμη της ιστορίας. Και τόσο πλούσια έγινε η ιστορία από τα δώρα και τα καλά που της πρόσφεραν οι καινούριοι φίλοι και συνεργάτες της, ώστε, όπως παρατήρησε και ο Fernand Braudel, ξανάνιωσε, «έφτιαξε ένα πραγματικά καινούριο σώμα». Και τη συνοχή αυτού του σώματος, το συνεκτικό του ιστό, οι ιστορικοί δεν τον αναζητούν πια σε μεταφυσικές έννοιες, όπως στα «πεπρωμένα» των λαών ή στην ταγμένη -συχνά πέρα από τους ανθρώπινους παράγοντες- «αποστολή» τους· τον αναζητούν στο χρόνο, την πολύτιμη συνισταμένη της ζωής των ανθρώπων, που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το παρόν με το μέλλον.
Στο έργο αυτό έγινε προσπάθεια να ενσωματωθούν σε μεγάλο βαθμό μερικά από τα διδάγματα αυτής της νέας αντίληψης για την ιστορία. Ωστόσο ο αναγνώστης δεν πρέπει να θεωρήσει τη συλλογική εργασία, που του προσφέρεται εδώ, ως εφαρμογή μιας νέας μεθοδολογίας ή προσαρμογή στις θέσεις μιας συγκεκριμένης ιστορικής σχολής. Οι συνεργάτες του έργου αξιοποίησαν βέβαια, ως ένα σημείο, τις δυνατότητες που πρόσφεραν οι ως τώρα επιτεύξεις της νεότερης ιστοριογραφίας, αλλά δεν παραγνώρισαν τους καρπούς της παραδοσιακής, ελληνικής και ξένης, ερευνητικής προσπάθειας. Γνώμονας τέθηκε απαρχής η βασική αντίληψη -αδιαφιλονίκητη σήμερα για τους ιστορικούς- του ενοποιητικού ρόλου του χρόνου, του στοιχείου αυτού που ονομάζεται ιστορική διάρκεια.
Στο πλαίσιο λοιπόν αυτού του προγράμματος δόθηκε έμφαση όχι μόνο στο ιστορικό παρελθόν, αλλά και στο παρόν· τόσο στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, όσο και στην τρέχουσα ακόμη πραγματικότητα -ιστορική έτσι ή αλλιώς-, τη σημερινή δομή του ελληνικού κράτους και τις ανελισσόμενες μορφές και εκδηλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Η πραγματικότητα αυτή δεν αντιμετωπίστηκε, όπως ήταν φυσικό, μόνο από τη σκοπιά του ιστορικού· φωτίστηκε συστηματικότερα από εκείνους που τη μελετούν σε βάθος και αμεσότερα: τον οικονομολόγο, τον πολιτικό επιστήμονα, τον ειδικό ερευνητή της μιας ή της άλλης δραστηριότητας του σύγχρονου Έλληνα. Ταυτόχρονα, έγινε μια πρώτη προσπάθεια να περιγραφεί με συνεργασίες έγκυρων επιστημόνων ο ελληνικός χώρος. Η περιγραφή αυτή επιχειρήθηκε όχι γενικά και αφηρημένα ή περιστασιακά και διακοσμητικά (όπως γίνεται συνήθως σε ιστορικού χαρακτήρα εργασίες), αλλά με εξειδικευμένες μελέτες και αναλύσεις για το έδαφος και το υπέδαφος της Ελλάδας, τη χλωρίδα και την πανίδα της, για τη συμπεριφορά του περιβάλλοντος, για όσα δηλαδή αποτέλεσαν και αποτελούν, σε μεγάλη χρονική διάρκεια, τη θεμελιακή και αντικειμενική εκείνη πραγματικότητα που επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει αποφασιστικά ολόκληρη την ελληνική ιστορική διάρκεια.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΙ Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΗΡΑΣ

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ

Κάπου σε μιαν άκρη μιας μεγάλης ηπείρου, ζούσε μια γυναίκα που την έλεγαν Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες που υπήρξαν ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό την αγάπησαν όλοι οι αρχαίοι θεοί της και την προίκισαν.
Την αγάπησε ο Ποσειδώνας και της χάρισε τις πιο καθαρές θάλασσες στον κόσμο και τις γέμισε άσπρα νησιά μαγευτικά.
Την αγάπησε η Δήμητρα κι έκανε τη γη της εύφορη και γόνιμη.
Την αγάπησε η Άρτεμις κι ευλόγησε τα δάση της.
Την αγάπησε ο Ήφαιστος και γέμισε τη γη της πλούτο ορυκτό.
Την αγάπησε η Εστία και της έμαθε να είναι νοικοκυρά.
Την αγάπησε η Αφροδίτη και της έμαθε τα μυστικά του έρωτα.
Την αγάπησε ο Απόλλωνας και της χάρισε τις τέχνες και τη μουσική του.
Την αγάπησε ο Άρης κι ήταν ανίκητη.
Την αγάπησε ο Ερμής και της έφερε το εμπόριο.
Την αγάπησε ο Δίας και της έμαθε να είναι φιλόξενη, να αγαπάει τους ξένους.
Μα πιο πολύ την αγάπησε η Αθηνά και της χάρισε τη σοφία της κι απ’ τη σοφία της Αθηνάς η Ελλάδα έφτιαξε τη δημοκρατία.
Τόσο πολύ την αγάπησαν την Ελλάδα οι Θεοί της που αποφάσισαν να μείνουν σε αυτή να την προσέχουν .
Δεν υπήρχε στον κόσμο καμία γυναίκα που δεν ήθελε να μοιάσει της Ελλάδας. Όλες την κοίταζαν με θαυμασμό κι υιοθετούσαν τις αρετές, τις γνώσεις της. Μόνο μία τη ζήλευε θανάσιμα. Η Ήρα. Και της έστειλε μια κατάρα. Να προδοθεί από τους άντρες της.
Γνώρισε πολλούς άντρες η Ελλάδα κι έκανε πολλά παιδιά. Μάλιστα κάποια από αυτά έγιναν σπουδαία σε όλο τον κόσμο κι η Ελλάδα ακόμα πιο αγαπητή. Μετά από πολλά πολλά χρόνια όμως η κατάρα της Ήρας έπιασε. Ήρθαν κάποιοι άντρες κι ένας ένας, της πήραν τις αρετές, τη σοφία και την ομορφιά της... Τα χωράφια της δεν έβγαζαν πια ζηλευτούς καρπούς, τα δάση της καιγόντουσαν, ο ορυκτός της πλούτος έμενε θαμμένος βαθιά, οι θάλασσες μολύνθηκαν, τα σπίτια της γκρεμιζόντουσαν, οι τέχνες και η μουσική της φθήνυναν, έχανε στις μάχες, έκλεινε τα μαγαζιά της, δε τη σέβονταν οι ξένοι κι η δημοκρατία της δεν ίσχυε.
Μα το χειρότερο κακό που βρήκε την Ελλάδα ήταν ο πόνος της μάνας, γιατί τα παιδιά της μάλωναν μεταξύ τους. Ψάχνοντας να βρουν ποιος φταίει κατηγορούσαν το ένα το άλλο και κάθε ένα κάποιον από τους προηγούμενους άντρες της. Κι αυτός ο καβγάς συνεχιζόταν πολλά χρόνια.
Μέχρι που η Ελλάδα έκλαψε, έκλαψε τόσο δυνατά, που το δάκρυ της έγινε βροχή και μέρες έπεφτε πολλές στα κεφάλια των παιδιών της. Έκλαιγε παρακαλώντας τα να αγαπηθούν μεταξύ τους, να μη ξεχνάν ότι είναι αδέρφια, γεννημένα από την ίδια μάνα και να της βρουν έναν άντρα που να αγαπήσει όσο κανείς άλλος την Ελλάδα και τα παιδιά της... Κι όλοι μαζί να παρακαλέσουν την Ήρα, να σπάσει την κατάρα της...


http://isonomia-gia-olous.blogspot.com/2010/10/blog-post_684.html

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη με την ποιήτρια Αφροδίτη Κοΐδου

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Γνώρισε την ποίηση, σαν αναγνώστρια, στα πρώτα χρόνια του σχολείου και έκανε τις πρώτες, προσωπικής ποιητικές δοκιμές στα πρόσφορα σε τέτοιους πειραματισμούς εφηβικά και φοιτητικά χρόνια.
Η Αφροδίτη Κοΐδου, η Κοζανίτισα οφθαλμίατρος, που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη ποιητική συλλογή, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες τη νέα συλλογή με τον τίτλο «Όρασις ένδον» (εκδ. ΠΑΝΔΩΡΑ).
Το Αναγνωστήριο του Θ μίλησε με την Αφρ. Κ. για την ποίηση, την γνωριμία της με αυτήν και για τη νέα της συλλογή.

- Κυρία Κοΐδου, κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες το νέο σας βιβλίο, η νέα σας ποιητική συλλογή «Όρασις ένδον». Για τι πρόκειται;
- Είναι μια επιλογή 55 μικρών σχετικά και αυτοτελών ποιημάτων, που έχουν γραφτεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και παρουσιάζονται σε δύο ενότητες με επιμέρους τίτλους «Παράθυρο» και «Περιπλάνηση». Αποδίδουν διάφορα θέματα, που υπήρξαν ικανά να προκαλέσουν αυτή την κίνηση, την «όραση ένδον». Αυτή ήταν η γενεσιουργός αιτία και αν καταφέρουν να την προκαλέσουν και στον αναγνώστη, θα εκπληρώσουν έναν από τους στόχους που κάνει την προσωπική αυτή υπόθεση που λέγεται ποίηση να εκτίθεται στο κοινό.
- Πώς προέκυψε αυτή η «περιπέτεια», αυτή η ενασχόλησή σας με τη γραφή και τον ποιητικό λόγο;
- Την ποίηση πρώτα συνάντησα μικρή μαθήτρια του δημοτικού. Τότε που σκύβαμε πάνω στα αναγνωστικά και σκαλίζαμε τους στίχους, βρίσκαμε πληροφορίες στις εγκυκλοπαίδειες και τις ανθολογίες για τους ποιητές και απαγγέλναμε ποιήματα .Η ποίηση έπεφτε τότε σαν την βροχή την αγαθή. Φαίνεται πως υπήρχε λίγο χώμα και φύτρωσε η αγάπη της. Στο γυμνάσιο τόλμησα να πάρω μέρος σε μαθητικούς διαγωνισμούς ποίησης και στα φοιτητικά μου χρόνια να δημοσιεύσω ποιήματα σε περιοδικά. Τα τελευταία δέκα χρόνια δημοσιεύω τα ποιήματά μου στην Κοζάνη στο περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ και οφείλω να ευχαριστήσω γι’ αυτό τον ακούραστο διευθυντή της κο Βασίλη Καραγιάννη. Σ’ αυτόν οφείλω και την έκδοση, το 2000, του πρώτου μου βιβλίου «Από μακριά μια μουσική».
- Λένε πολλοί ότι γενεσιουργός αφορμή της δημιουργίας ενός ποιήματος είναι η μελαγχολία. Συμφωνείτε εσείς μ’ αυτή την άποψη και γιατί χρειάζεται η μελαγχολία για να γεννηθεί ένα ποίημα;
- Η ελεγχόμενη μελαγχολία, καθώς λέει κι ένας φίλος ποιητής, κρύβεται πίσω απ’ όλα τα ποιήματα. Εγώ θα έλεγα η γνώση της ματαιότητας, του εφήμερου και φθαρτού προκαλεί συναισθήματα λύπης. Αν δεν μείνει κανείς μόνο σ’ αυτά και δεν βυθιστεί σε παθολογικές καταστάσεις, τότε μπορεί να δημιουργεί. Η δημιουργία βασίζεται στην ανάκληση της μνήμης. Ταξιδεύει στον χώρο και τον χρόνο της άλλης ζωής, δηλαδή στην μη ορατή πλευρά του κόσμου. Στη βαθύτερη ουσία της ποίησης ενυπάρχει το πένθος. Το ορφικό στοιχείο στη ζωή μας είναι η ανάμνηση του βιώματος που χάθηκε και η εμπέδωσή της στο εδώ και τώρα είναι το ποίημα. Με αυτή την έννοια η μελαγχολία είναι απαραίτητη για την δημιουργία.
- Ποια είναι η δική σας προσωπική αφορμή δημιουργίας;
- Η ποίηση γράφεται στις παρυφές της συνείδησης, εκεί που τα όρια συγχέονται, το πραγματικό και το φανταστικό χάνουν τα πλαίσιά τους, η γνώση υποχωρεί από τη λογική και μπαίνει στη θάλασσα του θυμικού και το συναίσθημα επενδύει τον κόσμο της νόησης. Εκεί αναδύεται το ποίημα βρεγμένο από δάκρυα, χαμένο στην αμφιβολία, ανισόρροπο στις στέρεες απαιτήσεις. Το αρπάζω έτσι από τα μαλλιά και προσπαθώ να το συνεφέρω, να το ανανήψω, να ζήσει. Και μερικές φορές τα καταφέρνει. Άλλες πάλι το εγκαταλείπω, γιατί έχουμε τερατογένεση.
- Τελικά μήπως η δημιουργία του κάθε ποιήματος για τον κάθε άνθρωπο είναι -όπως ο τίτλος του νέου σας βιβλίου- μία «όραση ένδον», μία εξερεύνηση του βαθύτερου εαυτού του;
- Η ζωή γίνεται κατ αρχάς αντιληπτή με εικόνες που εμπεδώνονται στο σώμα μέσα από τις αισθήσεις.. Η ανάκληση αυτών των εικόνων μέσα από το «Παράθυρο» της μνήμης είναι λειτουργία εσωτερικής όρασης. Τα ποιήματα προέρχονται από θραύσματα αυτών των αρχέγονων εικόνων, που ανασύρονται από την θάλασσα του ασυνειδήτου. Η όλη εξερεύνηση, η διεργασία περισυλλογής, η θέαση των κρυφών και μύχιων πλευρών τους, αυτή η όρασις ένδον, συμβαίνει στον καθένα σαν μία προσωπική περιπέτεια, μια «Περιπλάνηση», ένα ταξίδι στον άγνωστο και ανοίκειο κόσμο της ύπαρξης. Ο ποιητής προσπαθεί με όργανο τη γλώσσα να την παρουσιάσει, να της δώσει μορφή.
- Ταυτόχρονα με την ποιητική σας ενασχόληση, είστε και γιατρός. Πώς συμβιβάζονται αυτές οι δύο ιδιότητες;
- Ευτυχώς δεν έχει ψηφιστεί ακόμη το ασυμβίβαστο σ’ αυτήν την σχέση! Τα πάντα καθορίζονται από τη διάθεση του υποκειμένου για το ταξίδι της γνώσης και η όραση είναι μία απαραίτητη λειτουργία, όπως είπαμε, γι’ αυτό. Σαν οφθαλμίατρος υπηρετώ την όραση, αλλά και η Ιατρική, τι άλλο είναι παρά βοήθεια στον άνθρωπο για να μπορεί να πορεύεται, διατηρώντας, όσο αυτό είναι εφικτό, την ψυχοσωματική του ολότητα; Ο γιατρός βοηθάει, αλλά και ο ίδιος παίρνει από την σχέση αυτή. Ο ποιητής γιατρός θα έλεγα πως είναι τυχερός, γιατί στα δικά του προσωπικά βιώματα προστίθενται κι αυτά των ασθενών του και τον βοηθούν ακόμη περισσότερο στην εσωτερική πορεία και στην ποίηση.
- Τι ρόλο παίζει ο τόπος και ειδικότερα ο τόπος όπου ζει και δημιουργεί ο λογοτέχνης, αλλά και ο τόπος όπου μεγαλώνει στο μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο;
- Ο περιβάλλων χώρος που γεννιέται και μεγαλώνει ο λογοτέχνης αποτελεί την Έξω Ήπειρο, καθορίζει τις συντεταγμένες του μέσα σ’ αυτήν και τον προσδιορίζει σαν άνθρωπο που ανήκει σ’ ένα συγκεκριμένο τοπίο. Γίνεται αναπόσπαστο μέρος των βιωμάτων του και ανακαλείται μαζί τους στις μνήμες που γίνονται λογοτεχνικό έργο. Μαζί με την άλλη παράμετρο, τον χρόνο, επιδρούν αναλογικά σ’ αυτό που τελικά διαμορφώνει την προσωπική ιστορία. Όσο περισσότεροι τόποι, τόσο και διαφορετικές επιδράσεις και μνήμες και υλικό για λογοτεχνία. Βέβαια ποτέ δεν φτάνει μόνο αυτό.
- Υποστηρίζουν κάποιοι ότι η ελληνική επαρχία -ειδικότερα η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας- είναι σκληρή και δύσκολη για τους λογοτέχνες ως προς τις αφορμές που μπορεί να δώσει για τη δημιουργία ενός λογοτεχνήματος. Συμφωνείτε μ’ αυτή την άποψη;
- Όχι. Γιατί κάθε τόπος έχει τα μυστικά του, τις φανερές και κρυφές διαδρομές, τα βουνά και τα φαράγγια του, τα ποτάμια και τις πηγές τους. Και η Δυτική Μακεδονία είναι ιδιαίτερα προικισμένη. Είναι κι αυτό θέμα όρασης νομίζω!
- Ποια είναι τα «ποιητικά» σχέδια σας για το μέλλον;
- Γνωρίζω ότι το μέλλον δεν μας ανήκει. Στο παρόν θα συνεχίσω να πορεύομαι. Τώρα αν προκύψουν ποιήματα είναι ευχής έργον.


Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο δισέλιδο της εφημερίδας ΘΑΡΡΟΣ της Κοζάνης ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ, Νοέμβριος 2004, αρ. δισέλιδου: 18, σελ. 2.