Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Η ΠΟΛΙΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933)
Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ’ αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ’ είν’ η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».
Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Πέθανες -κι έγινες και συ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
κοιμού εν ειρήνη δε θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

«ΑΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΙΣΦΥΣΟΥΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΑ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ...»

«ΑΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΙΣΦΥΣΟΥΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΑ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ...»
Συζήτηση με τον κο Ζήση Παπαδημητρίου, συγγραφέα του βιβλίου
«Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός»

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Μεμονωμένα και σποραδικά είναι τα κρούσματα φυλετικού ρατσισμού στην Ελλάδα και στην ελληνική κοινωνία, καθώς είμαστε μία χώρα που δεν έχει παράδοση σε τέτοιου είδους συμπεριφορές. Αυτό τόνισε, μιλώντας στο Θ, ο κος Ζήσης Παπαδημητρίου, καθηγητής του Α.Π.Θ. και συγγραφέας του βιβλίου «Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός», ενός βιβλίου που παρουσιάστηκε και στην Κοζάνη πριν μερικούς μήνες, προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλης μερίδας του αναγνωστικού κοινού. Ο κος Παπαδημητρίου βρέθηκε ξανά στην πόλη μας λίγες μέρες πριν, όπου μίλησε σε καθηγητές και μαθητές στο 1ο Ενιαίο Λύκειο για το ρατσισμό στα σχολεία και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα.
«Στη χώρα μας», είπε στο Θ ο κος Παπαδημητρίου, «δεν υπάρχει ιδεολογικά εμπεδωμένος ρατσισμός, ιδιαίτερα ρατσισμός με την έννοια των φυλετικών γνωρισμάτων. Υπάρχουν όμως κρούσματα ρατσιστικής συμπεριφοράς στην καθημερινή μας ζωή, τα οποία αφορούν κοινωνικές μειονότητες, όπως τους τσιγγάνους και πολύ περισσότερο οικονομικούς μετανάστες και πρόσφυγες από την Αλβανία. Είμαι της άποψης ότι εκείνο το οποίο προέχει σήμερα είναι ότι η πολιτεία μας, η οποία δεν είχε μέχρι τώρα την εμπειρία, θα πρέπει να αναπτύξει μία οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ύπαρξης ενός εκατομμυρίου περίπου μεταναστών στη χώρα μας και τούτο γιατί, πολύ δίκαια οι Έλληνες, επειδή έχουν αλλάξει πολλά, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, έχουνε φόβους κι αυτοί οι φόβοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Δε θα πρέπει δηλ. να παραβλέψουμε το πρόβλημα που υπάρχει, αντίθετα θα πρέπει να διαμορφώσουμε τέτοιες συνθήκες, ώστε να καταγραφούν αυτοί οι μετανάστες που είναι εδώ σήμερα και οι οποίοι θέλουν να δουλέψουν, όσοι έρχονται σε αντίθεση με το νόμο πρέπει να εκδιωχθούν κι εδώ είμαι κατηγορηματικός, παράλληλα όμως πρέπει να διαμορφώσουμε και την υποδομή, ούτως ώστε τα παιδιά αυτών που θα μείνουν εδώ πέρα να μάθουν την ελληνική γλώσσα, να ενσωματωθούν μέσα στα ελληνικά σχολεία, όπως και οι ίδιοι οι μετανάστες. Γιατί νομίζω πως η συμμετοχή αυτών των ανθρώπων στον καθημερινό μας ελληνικό πολιτισμό, θα είναι προς το συμφέρον των ιδίων και προς το συμφέρον της κοινωνίας μας». Η ενσωμάτωση όλων αυτών των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία, όπως ο κος Παπαδημητρίου πρεσβεύει, θα βοηθήσει τους ίδιους τους Έλληνες να συνεχίσουν την παράδοση που κληρονόμησαν και να παίξουν ένα νέο σημαντικό ρόλο στο παγκόσμιο σκηνικό. «Προσωπικά είμαι πεπεισμένος», είπε ο κος Παπαδημητρίου, «πως ο λαός μας έχει ακριβώς σήμερα, κάτω από συνθήκες παγκοσμιοποίησης, να διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό πολιτιστικό ρόλο. Δεν είμαστε η κολοσσιαία οικονομική δύναμη. Είμαστε όμως ένας λαός ο οποίος δημιουργεί ακόμη πολιτιστικά αγαθά. Και με την έννοια αυτή αν σκεφτούμε βραχυπρόθεσμα κι αν αφήσουμε να παρισφύσουν στην κοινωνία μας ρατσιστικές συμπεριφορές, τότε θα χάσουμε ένα από τα βασικά στοιχεία που συνθέτει την ιστορική μας παρουσία, την ιστορική μας οντότητα, την ταυτότητα μας. Την οικουμενικότητα που διέκρινε πάντα το ελληνικό πνεύμα. Γιατί νομίζω πως μόνο σ’ αυτή τη βάση κι επειδή έχουμε τη δυνατότητα και την ευφυΐα μπορούμε να συμβάλλουμε τόσο στην ανάπτυξη του πολιτισμού στη χώρα μας, όσο και στην ανάδειξη του πολιτισμού στην Ε.Ε. και ευρύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο».
Στην εξάλειψη των έστω και μεμονωμένων κρουσμάτων ρατσισμού μπορούν να βοηθήσουν και τα Μ.Μ.Ε. που συχνά χρησιμοποιούνε τέτοια περιστατικά ως «κράχτη», όπως ο κος Παπαδημητρίου λέει, για να εξασφαλίσουνε μεγαλύτερη ακροαματικότητα. Και τα Μ.Μ.Ε. μπορούν να συμβάλλουν για να κατανοήσουν οι άνθρωποι τα πραγματικά αίτια του προβλήματος και να μη γίνονται πολλές φορές άθελα τους ρατσιστές, πιστεύοντας ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα υπερασπίσουν το προσωπικό τους συμφέρον. «Θα υπηρετήσουμε το προσωπικό μας συμφέρον στο βαθμό που θα υπηρετούμε το συλλογικό συμφέρον του ελληνικού λαού. Που σημαίνει πάνω απ’ όλα, ότι θα πρέπει να συγκρατήσουμε την επιθετικότητα μας και θα πρέπει να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις, ώστε αυτοί οι άνθρωποι να γίνουν κοινωνοί του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής κοινωνίας, της ελληνικής ιστορίας, γιατί μόνο έτσι θα εξασφαλίσουμε την προοπτική για τον ίδιο το λαό μας».
Μεμονωμένα είναι και τα κρούσματα ρατσιστικής συμπεριφοράς στα σχολεία, οι γονείς και όχι τα παιδιά, ξεκινούν τέτοιες ιστορίες. «Οι γονείς», είπε ο κος Παπαδημητρίου, «πολλές φορές δε θέλουν τα παιδιά τους να διδάσκονται στους ίδιους χώρους π.χ. με τα παιδιά των τσιγγάνων. Μην ξεχνάμε ότι οι τσιγγάνοι είναι Έλληνες πολίτες, υπηρετούνε την χώρα τους και αν έχουν έναν ιδιόμορφο, δικό τους τρόπο ζωής, αυτό θα πρέπει να το αναγνωρίσουμε και θα πρέπει να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις, την υποδομή, ώστε έτσι να μπορούνε με βάση το δικό τους πολιτισμό να υπάρχουν μέσα στη χώρα μας. Επίσης υπάρχουνε ορισμένες αρνητικές συμπεριφορές απέναντι στα παιδιά των ομογενών ή και στα παιδιά ακόμα των Αλβανών και άλλων ξένων μεταναστών που ζούνε στη χώρα μας και τα οποία κατά καιρούς προσλαμβάνουνε διαστάσεις ιδιαίτερα εκρηκτικές σε ορισμένες περιοχές. Νομίζω όμως ότι αυτές οι συμπεριφορές σιγά σιγά θα εκλείψουνε κι αυτό αποδεικνύεται και πως τα σχολειά μας, για να μπορέσουν να διατηρηθούν και για τα ελληνόπαιδα, θα πρέπει να ‘χουν τουλάχιστον μαθητές. Κι αν ρίξετε μία ματιά στα σχολειά στην Αττική, θα δείτε ότι σχεδόν το μισό των μαθητών είναι παιδιά ξένων. Και είναι ευχής έργον αυτά τα παιδιά να αποκτήσουνε την ελληνική κουλτούρα, γιατί ο καθένας απ’ αυτούς θα γίνει πραγματικά άγγελος ενός πνεύματος ελληνικού και θα συμβάλλει στην παρουσία μας διεθνώς».
Αν και στην Ελλάδα ο φυλετικός ρατσισμός δεν είναι διαδεδομένος, διάφορες άλλες μορφές κοινωνικού ρατσισμού, όπως ο κος Παπαδημητρίου καταλήγει, κάνουν ακόμα και σήμερα, στο κατώφλι του 21ου αιώνα, αισθητή την παρουσία τους. «Υπάρχουνε διάφορες μορφές κοινωνικού ρατσισμού στην Ελλάδα, όπως π.χ. ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στους ομοφυλόφιλους, ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στα άτομα με A.I.D.S. Πολλές φορές ορισμένοι δε θέλουν να περιθάλψουν άτομα με A.I.D.S., γιατί φοβούνται. Υπάρχει επίσης ρατσισμός σε βάρος των γυναικών. Ο σεξισμός είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στη χώρα μας παρά το γεγονός ότι δε θέλουμε να το παραδεχτούμε εμείς οι άνδρες. Η γυναίκα, παρά το γεγονός ότι έχει ενσωματωθεί μέσα στην διαδικασία παραγωγής, παρά το γεγονός ότι είναι η πλειονότητα του ελληνικού λαού, ωστόσο υπάρχουν ακόμα πολύ σημαντικές δυνάμεις σ’ αυτή την κοινωνία οι οποίες σκέφτονται σοβινιστικά και είναι της άποψης ότι οι γυναίκες είναι βιολογικά κατώτερες».


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 8/2/2001, αρ.φ. 11264, σελ. 8.

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Μία ώρα πίσω θα γυρίσουμε τους δείκτες των ρολογιών μας τα ξημερώματα της Κυριακής 31 Οκτωβρίου 2010, καθώς λήγει η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας και επανέρχεται σε ισχύ η χειμερινή. Από τα χαράματα της Κυριακής τα ρολόγια στην Ελλάδα και σε όλη την Ε.Ε. χτυπούν χειμώνα, γυρίζοντας μία ώρα πίσω, επιστρέφοντας στην κανονική, ηλιακή ώρα. Έτσι στις 04:00 το πρωί της Κυριακής οι δείκτες των ρολογιών μας, παραδοσιακών και ηλεκτρονικών, πρέπει να γυρίσουν μία ώρα πίσω και να δείξουν 03:00, σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική οδηγία, ενώ θα επανέλθουμε στη θερινή ώρα το τελευταίο σαββατοκύριακο του Μαρτίου. Ο βασικός λόγος για την αλλαγή της ώρας είναι η εξοικονόμηση ενέργειας.

Η πρώτη αναφορά για πρόταση χρησιμοποίησης της θερινής ώρας (Daylight Saving Time, DST) έγινε το 1784 από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, που πρωτοδιατύπωσε την ιδέα, σε ένα γράμμα του που δημοσιεύθηκε σε γαλλική εφημερίδα. Σε αυτό το γράμμα δεν υπάρχει αναφορά για αλλαγή της ώρας, αλλά πρόταση κατά τους θερινούς μήνες οι άνθρωποι να ξυπνούν μία ώρα νωρίτερα, ώστε να υπάρχει διαθέσιμο περισσότερο φυσικό ηλιακό φως! Η πρώτη φορά που προτάθηκε το ζήτημα σοβαρά ήταν το 1907 από τον Λονδρέζο αρχιτέκτονα William Willett, θερμό υποστηρικτή του μέτρου της θερινής ώρας, στο άρθρο του «Waste of Daylight», αλλά τελικά, αν και τον υποστήριξαν αρκετοί βουλευτές, δεν κατάφερε να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση για τη χρησιμότητα εφαρμογής του μέτρου και τα θετικά αποτελέσματά του. Η εφαρμογή της θερινής ώρας καθιερώθηκε πρώτη φορά κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, από τη γερμανική κυβέρνηση, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Willett (1915), από την 30η Απριλίου ως την 1η Οκτωβρίου 1916, ώστε να εξοικονομηθούν ενεργειακοί πόροι. Λίγο μετά, ακολούθησε τη γερμανική πρόταση και το Ηνωμένο Βασίλειο, εφαρμόζοντας τη θερινή ώρα από την 21η Μαΐου ως την 1η Οκτωβρίου 1916. Στις 19 Μαρτίου 1918, το Αμερικανικό Κογκρέσο καθιέρωσε την τυπική χρήση των χρονικών ζωνών και επισημοποίησε την αλλαγή της θερινής ώρας. Το μέτρο όμως καταργήθηκε σύντομα, λόγω της δυσαρέσκειας του κόσμου. Για κάποια χρόνια η εφαρμογή της θερινής ώρας καταργήθηκε και ξεχάστηκε και εμφανίστηκε ξανά στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν ορισμένες χώρες, κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά και οι Η.Π.Α. προχώρησαν τα ρολόγια τους κατά μία ώρα μπροστά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (από τις 9 Φεβρουαρίου 1942 ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1945) και στη Βρετανία δύο ώρες μπροστά κατά τους θερινούς μήνες και μία ώρα κατά τους χειμερινούς. Η εφαρμογή της θερινής ώρας, με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή μία ώρα μπροστά από τη χειμερινή, καθιερώθηκε το 1966 στις Η.Π.Α. Ξεκίνησε να ισχύει αρχικά σε λίγες πολιτείες και από το 1986 κατοχυρώθηκε με νόμο σε ολόκληρη τη χώρα. Ακολούθησαν ανάλογες ρυθμίσεις και για τις χώρες της Ευρώπης.

Το μέτρο εφαρμόζουν σήμερα γύρω στις 70 χώρες σε παγκόσμια κλίμακα. Η ώρα Γκρίνουιτς δεν αλλάζει, γι’ αυτό το καλοκαίρι η Ελλάδα είναι 3 ώρες και το χειμώνα 2 ώρες μπροστά από το Γκρίνουιτς. Η ανθρώπινη παρέμβαση γίνεται εν όψει του καλοκαιριού στα τέλη Μαρτίου, άρα μπορούμε να πούμε πως η καλοκαιρινή ώρα είναι η τεχνητή και η χειμερινή η κανονική, ηλιακή ώρα.
Δεν προσαρμόζονται όλες οι χώρες την ίδια στιγμή στις αλλαγές. Το παιχνίδι με τις ώρες δεν το παίζουν οι χώρες, που βρίσκονται κοντά στον Ισημερινό, όπου η μέρα διαρκεί 12 ώρες και η νύχτα άλλες τόσες. Αντίθετα, όσο πιο κοντά κατευθύνεται κανείς προς τους πόλους, τόσο περισσότερο ηλιακό φως είναι διαθέσιμο κατά τις πρωινές και τις βραδινές ώρες. Επίσης, άλλο πρόγραμμα ακολουθούν οι Βορειοαμερικανοί, άλλο οι Ευρωπαίοι κι άλλο οι Νοτιοαμερικανοί.
Η Βενεζουέλα από το Δεκέμβριο του 2007 εφαρμόζει τη δική της, ιδιότυπη ζώνη ώρας, μετακινώντας τους δείκτες του ρολογιού μισή ώρα πίσω! Ο πρόεδρος Ούγκο Τσάβες μεταρρύθμισε το χρόνο προκειμένου να έχει ξημερώσει, όταν ξυπνά ο περισσότερος κόσμος και να βελτιωθούν έτσι οι επιδόσεις των εργαζομένων και των μαθητών. «Δεν με ενδιαφέρει αν με λένε τρελό, η νέα ώρα θα εφαρμοστεί», δήλωσε ο Τσάβες, ο υπουργός Επιστήμης και Τεχνολογίας χαρακτήρισε πολύ θετικό το μέτρο, ωστόσο οι επικριτές του προέδρου τον κατηγορούν ότι απλώς θέλει να διαφέρει στη ζώνη ώρας από το μεγάλο εχθρό του τις Η.Π.Α. Με αυτή την μεταρρύθμιση η Βενεζουέλα βρίσκεται τεσσερισήμισι ώρες πίσω από τη Μέση Ώρα Γκρίνουϊτς!

Το βασικό πλεονέκτημα της χρήσης του μέτρου της θερινής ώρας και ο βασικός λόγος για τον οποίο αρχικά χρησιμοποιήθηκε είναι η εξοικονόμηση ενέργειας. Συνολικά κατά τους επτά μήνες της θερινής ώρας εξοικονομούμε περίπου 210 ώρες ηλεκτρικής ενέργειας, εκμεταλλευόμενοι τον ήλιο. Μελέτες, που έχουν γίνει, απέδειξαν ότι στη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της θερινής ώρας οι θάνατοι των πεζών από τροχοφόρα δυστυχήματα ελαττώνονται κατά τέσσερις φορές, ενώ η θερινή ώρα ευνοεί τις κάθε είδους δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου το βράδυ, καθώς λαμβάνουν χώρα κάτω από το φως της ημέρας, δηλαδή υπό πολύ πιο καλές συνθήκες. Επίσης οι ειδικοί σε θέματα τουρισμού κρίνουν ότι η θερινή ώρα έχει θετική επίπτωση στον τουρισμό, καθώς παρατηρείται π.χ. αύξηση της ζήτησης για προϊόντα, που χρησιμοποιούνται κατά τον ελεύθερο χρόνο (ποδήλατα, πλοία κ.λπ.). Διαπιστώνεται ακόμη ότι ο κατασκευαστικός τομέας και η γεωργία επωφελούνται από τη θερινή ώρα, ιδίως στις νότιες χώρες της Ευρώπης, λόγω του γεγονότος ότι το πρωί κάνει λιγότερη ζέστη την ίδια ώρα, απ’ ότι θα έκανε αν δεν υπήρχε το θερινό ωράριο και στον τομέα της υγείας οι πιθανές επιπτώσεις σχετίζονται με το γεγονός ότι το σώμα πρέπει να προσαρμόζεται στην αλλαγή της ώρας τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο και με βάση τα μέχρι τώρα αποτελέσματα ερευνών, οι περισσότερες δυσκολίες είναι μικρής διάρκειας και δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, τα οξυμμένα ενεργειακά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η Ελλάδα, οδήγησαν στη λήψη έκτακτων μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας. Στα πλαίσια αυτών των μέτρων ήταν και η εφαρμογή της θερινής ώρας για τη χρονική περίοδο Μαρτίου-Σεπτεμβρίου. Σε κάθε μέρα δηλαδή προστέθηκε στην κανονική ηλιακή ώρα και μία πλασματική, η οποία αναιρέθηκε και πάλι το φθινόπωρο, για την εκμετάλλευση 60 επιπλέον λεπτών ηλιακής ενέργειας καθημερινά και την εξοικονόμηση θεωρητικά περίπου 210 ωρών ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια των επτά μηνών θερινής ώρας, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη και στα άλλα κράτη, που είχαν αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα χρόνια νωρίτερα.
Μέχρι το 1996 η θερινή ώρα στην Ελλάδα ίσχυε μέχρι την τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη και από 1997 επεκτάθηκε ένα μήνα ακόμα, στα τέλη του Οκτώβρη, μετά από απόφαση των Βρυξελλών για κοινή εφαρμογή της θερινής ώρας την ίδια ημερομηνία για όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε.

Κοζάνη, Οκτώβριος 2010

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ!

Γιατί τα «Υγρά ίχνη της μνήμης» κινούν τα υγρά της ψυχής…

Συνέντευξη με το συγγραφέα Μιχάλη Πιτένη
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των τοπικών γραμμάτων δημοσιογραφώντας στις σελίδες των εφημερίδων και λίγα χρόνια αργότερα ανέβασε στη σκηνή, με τη βοήθεια ενός ερασιτεχνικού θιάσου, το πρώτο θεατρικό του έργο, μία σάτιρα της Κοζάνης και των ανθρώπων της. Ο Μιχάλης Πιτένης βρήκε το θάρρος και πήρε το ρίσκο της απόλυτης έκθεσης στο αναγνωστικό κοινό. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει μέχρι σήμερα δύο συλλογές διηγημάτων («Τα κουβάρια της σιωπής» και «Μην ενοχλείτε τον Πρίγκιπα»), ένα μυθιστόρημα («Τα υγρά ίχνη της μνήμης») και γύρω στα 10 θεατρικά έργα, ενώ σχεδιάζει ήδη όχι μόνο το επόμενο, αλλά και το μεθεπόμενο μυθιστόρημά του. Όλα αυτά σε αρμονικό συνδυασμό με την αυστηρά επαγγελματική, δημοσιογραφική πορεία του.
Άνθρωπος χαμηλών τόνων και ιδιαίτερα σεμνός δεν αποδέχεται τον τίτλο του συγγραφέα, αντικαθιστώντας τον απλά με τον τίτλο του «ανθρώπου που γράφει». Το Αναγνωστήριο του Θ συνάντησε το Μιχάλη Πιτένη και μίλησε μαζί του για το τελευταίο μυθιστόρημά του, τα μελλοντικά του σχέδια, αλλά και την προσωπική του άποψη για την εκδοτική δραστηριότητα στην Κοζάνη.

- Κύριε Πιτένη, κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το νέο σας μυθιστόρημα, το πρώτο σας μυθιστόρημα, «Τα υγρά ίχνη της μνήμης». Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο; Τι σας έδωσε την πρώτη σκέψη;
- Η αφoρμή ήταν κάποιες σκόρπιες ιστορίες, που έχω ακούσει κατά καιρούς από κάποιους ανθρώπους, μεγαλύτερης φυσικά ηλικίας, που αφορούσαν και τη δική μας και άλλες γειτονικές περιοχές και η κυριότερη αφορμή ήταν ορισμένες εικόνες, που είχα εγώ μέσα μου από χρόνια προηγούμενα και περασμένα, που κάποιες φορές έρχονται άτακτα στο μυαλό σου, άτακτα τα ανακαλείς στη μνήμη και όταν αποφασίζεις να καθίσεις κάτω και να γράψεις, τότε αυτές, από μόνες τους αποφασίζουν με ποια σειρά θα μπουν και αυτές ουσιαστικά σε οδηγούν. Υπήρξε δηλ. μία κεντρική ιδέα, πώς θα μπορούσα να φτιάξω αυτό το θέμα, αυτή τη μυθοπλασία, γιατί για μία μυθοπλασία πρόκειται, αλλά από ‘κει και πέρα ανακάλυπτα στην πορεία ότι όλο και κάτι καινούργιο ξεφύτρωνε μπροστά μου, το οποίο θα έλεγε κανείς ότι μ’ έναν μαγικό και ανεξήγητο τρόπο, έμπαινε σε μια σειρά από μόνο του. Σα να το είχε καλέσει κάποιος άλλος και δήλωνε παρόν και αυτομάτως έπαιρνε τη θέση του. Ήταν σα να δημιουργούσα ένα παζλ, που δεν έβλεπα από κάτω την εικόνα-οδηγό, αλλά τα ίδια τα πιόνια, τα ίδια τα κομμάτια του παζλ την έβλεπαν και έμπαιναν στην κατάλληλη θέση.
- Διαβάζοντας το βιβλίο σας είχα την εντύπωση, ότι στο τέλος, μετά από μία λογική και αναπόφευκτη πορεία των πραγμάτων και των ηρώων, έρχεται τελικά η κάθαρση. Έτσι είναι πράγματι και τελικά ήταν αναγκαία η κάθαρση σε αυτή την ιστορία;
- Νομίζω ότι το κάθε τι, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και κάθε πράξη ακολουθεί μία συγκεκριμένη, λογική πορεία. Δεν πιστεύω ότι τα πράγματα γίνονται άτακτα και χωρίς κάποια σειρά στη ζωή μας. Είτε περνάμε καλές, είτε κακές καταστάσεις, όλες αυτές έχουν μια συγκεκριμένη σειρά. Δεν είναι δυνατό στη ζωή μας να ζούμε μόνο μέσα στην ηρεμία. Όποιος πιστεύει ότι ζει έτσι, μέσα στην ηρεμία μόνο, κάνει λάθος, γιατί κάποια στιγμή έρχεται η ίδια η ζωή που τον διαψεύδει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πράγματι οι ήρωες μου μοιάζουν να βράζουν σ’ ένα καζάνι κι επειδή από ένα σημείο και μετά το καζάνι αυτό αρχίζει να μη τους χωρά, είτε γιατί αυτοί μεγάλωσαν, είτε γιατί οι πράξεις, τα «κρίματά» τους, ας το πούμε έτσι, μεγαλώνουν, κάποια στιγμή αυτό δεν τους χωρά, οπότε η έκρηξη είναι αναπόφευκτη.
- Μήπως αυτή η κατάσταση των ηρώων θυμίζει λίγο και την ελληνική κοινωνία, ότι πράγματα που συνέβησαν τότε, στη δεκαετία του ’40 δηλ., έπρεπε μετά από χρόνια, στη δεκαετία του’80, που διαδραματίζεται το βιβλίο σας, κάπως να καθαρθούν;
- Μετά το 1981, όταν έχουμε μία πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, τα πράγματα αρχίζουν και αλλάζουν. Η κατάσταση που υπήρχε μέχρι τότε με κάποια οξυμένα πολιτικά πάθη, τον καθαρό διαχωρισμό των πολιτικών παρατάξεων, αρχίζουν να ξεπερνιούνται. Παρόλα αυτά τίποτα δεν έγινε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Κάποιες καταστάσεις ήταν ακόμη οξυμένες και έπρεπε να περάσει χρόνος για να δοθεί η δυνατότητα να ξεπεραστεί ό,τι υπήρχε στο παρελθόν και ό,τι πλήγωνε ή χώριζε τους ανθρώπους. Το βιβλίο μου λοιπόν ξεκινάει και διαδραματίζεται σ’ αυτή την εποχή, που είναι μία μεταβατική εποχή. Κουβαλάει τις αμαρτίες του παρελθόντος, ετοιμάζεται να μπει σε μια νέα εποχή, ετοιμάζεται να εκσυγχρονιστεί -ας χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο- οπότε για να μπορέσει να μπει στη νέα εποχή, τι το καλύτερο απ’ το να καθαρθεί; Να πετάξει από πάνω της, να βγάλει από πάνω της τις αλυσίδες που την κρατούσαν δεμένη με το παρελθόν.
- Αυτή η μετάβαση, από τη μία εποχή στην άλλη, σηματοδοτεί και τη ζωή των ηρώων;
- Να σας πω κάτι; Δεν μπορώ να μιλήσω με ευκολία για τους ήρωές μου. Γιατί, όπως συμβαίνει σε κάθε βιβλίο, οι ήρωές μου είναι πάντοτε ζωντανοί, είναι δίπλα μου. Όσο διάστημα εγώ γράφω το βιβλίο, όσο διάστημα έγραφα αυτό το βιβλίο, όλοι αυτοί οι ήρωες που αναφέρονται μέσα, ο Βασίλης, ο Παναγιώτης, η Αλέκα, ο Αβραάμ, η Κούλα είναι πρόσωπα τα οποία κυκλοφορούν διαρκώς γύρω μου, όχι σα βρικόλακες, δε στοιχειώνουν τη ζωή μου, μη λέμε υπερβολές, απλώς είναι κάποιοι άνθρωποι που τους θεωρώ πάρα πολύ οικείους. Και πολλές φορές έναν οικείο άνθρωπο δεν μπορούμε εύκολα να τον περιγράψουμε και να τον αναλύσουμε. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη συνείδησή μας, που ξέρουμε ότι υπάρχει, ότι είναι δίπλα μας, ότι συγκρουόμαστε μαζί του, ότι διασκεδάζουμε μαζί του, είναι κομμάτι της ζωής μας, που δύσκολα το περιγράφουμε. Γι’ αυτό δεν μπορώ να μιλήσω με μεγάλη ευκολία για τους χαρακτήρες. Περισσότερο μπορούν να το κάνουν αυτό οι αναγνώστες. Κάποιοι μου είπαν, ας πούμε, για τον Παναγιώτη, τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, ότι είναι ένα άνθρωπος που γίνεται μισητός κυρίως, κάποιες άλλες φορές σε ορισμένους γίνεται και συμπαθής. Δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα, γιατί πρέπει να γίνει μισητός ή συμπαθής; Εγώ τον Παναγιώτη δεν τον μίσησα, ούτε τον συμπάθησα. Ότι συνέπασχα μαζί του την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, ότι προσπαθούσα κάθε φορά που αυτό το πρόσωπο δρούσε να βρω τι ήταν εκείνο που τον ωθούσε σε ορισμένες πράξεις, ναι. Αλλά για να τον αναλύσω περαιτέρω και να τον χαρακτηρίσω, να πω ότι είναι καλός, κακός, αυτού του είδους ο χαρακτήρας ή του άλλου, δεν μπορώ να το κάνω.
- Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ενασχόλησή σας με τη γραφή;
- Μερικές φορές τα πράγματα είναι εντελώς τυχαία. Εγώ από πολύ μικρή ηλικία έγραφα σχετικά καλά, απ’ ό,τι έλεγαν τουλάχιστον οι καθηγητές μου, οι οποίοι είχαν και την ευθύνη κρίσης των γραπτών μου. Αυτό δε σημαίνει ότι σ’ εκείνη την ηλικία είχα φανταστεί, είχα ονειρευτεί, ότι θα γίνω κάποια στιγμή συγγραφέας. Σε αρκετά μεγάλη ηλικία -ήμουν γύρω στα 30 τότε- αποφάσισα να δημοσιοποιήσω ένα δικό μου θεατρικό έργο. Μέχρι τότε βεβαίως είχα εκτεθεί δημόσια γράφοντας καθημερινά στις εφημερίδες ως δημοσιογράφος, που βεβαίως είναι ένα άλλο κομμάτι, όχι απόλυτα ξεχωριστό, αλλά διαφορετικό οπωσδήποτε. Κάποιο βράδυ λοιπόν μία παρέα φίλων, που ασχολούνται με το θέατρο, επειδή γνώριζαν την ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου, μου πρότειναν μεταξύ σοβαρού κι αστείου να γράψω κάτι. Μέσα απ’ τις κουβέντες που κάναμε εκεί, προέκυψε κάτι στο μυαλό μου, μία ιδέα. Την «έφτιαξα», την έδωσα στα παιδιά, τους άρεσε και τη στιγμή εκείνη πήρα το πρώτο «βάπτισμα του πυρός», το οποίο ήταν πολύ σημαντικό, γιατί όταν υπάρχουν άνθρωποι που σε ενθαρρύνουν, είναι ένα πολύ καλό κίνητρο. Στη συνέχεια υπήρξαν πολύ περισσότεροι, αφού το έργο που ανέβασαν τα παιδιά, δημιουργώντας τότε τη θεατρική ομάδα που υπάρχει ακόμη και σήμερα, τους «Οχληρούς», από τους οποίους είμαι ένα απ’ τα ιδρυτικά μέλη, πήραμε στη συνέχεια το «βάπτισμα του πυρός» μπροστά στο κοινό, στο Κοβεντάρειο συγκεκριμένα. Και πήγε καλά.
- Με ποιο έργο;
- Τότε είχαμε κάνει μία τοπική πολιτική σάτιρα που τη λέγαμε «Απόκριες είναι, συνήθως περνούν», όπου αναπαριστούσαμε στη σκηνή και σατιρίζαμε πρόσωπα της τοπικής πολιτικής επικαιρότητας. Οφείλω να ομολογήσω σήμερα που το σκέφτομαι, χωρίς να θέλω να υπερτιμήσω, αλλά ούτε και να αδικήσω τον εαυτό μου και τους άλλους συντελεστές, ότι ήταν μία τολμηρή πράξη τότε, γιατί κανένας δεν είχε βγει ποτέ δημοσίως να σατιρίσει τους πολιτικούς άρχοντες της περιοχής μας, αυτούς οι οποίοι τότε κατείχαν τις διάφορες θέσεις. Αλλά οφείλω να ομολογήσω επίσης ότι ο κόσμος, που ήρθε μαζικά και είδε το έργο και στις τρεις παραστάσεις, ήταν αυτός που στην ουσία μας προστάτεψε, γιατί ορισμένοι είχαν εκνευριστεί και μάλιστα είχαν αγριέψει πάρα πολύ, θεωρώντας ότι δεν έπρεπε να τους προβάλουμε. Στην περιοχή μας δεν υπήρχε προϊστορία ανάλογων παραστάσεων, ούτε άλλων πράξεων. Όταν κάποια στιγμή παλιότερα συνεργαζόμουν με το Θ και είχαμε κάνει μια σατιρική στήλη, απ’ τη στιγμή που ορισμένοι διάβασαν τα πρώτα δημοσιεύματα, που εγώ υπέγραφα με ψευδώνυμο, όπως γίνεται στις σατιρικές στήλες, κάποιοι γέλασαν, κάποιοι δυσαρεστήθηκαν και κάποιοι αντέδρασαν λίγο άσχημα. Αλλά ήταν οι πρώτες προσπάθειες. Και στη συνέχεια ακολούθησαν διάφορες σατιρικές στήλες στον τοπικό Τύπο, όχι αποκλειστικά δικές μου, αλλά και άλλων συναδέλφων, που νομίζω ότι έγιναν δεκτές με διαφορετικό τρόπο, γιατί πλέον είχαν μάθει ότι δεν μπορούν να είναι στο απυρόβλητο και θα δεχτούν και αυτού του είδους την κριτική, που είναι η σάτιρα. Απλώς δεν είχαν μάθει μέχρι τότε να τη δέχονται.
- Στο βιβλίο σας η τοπική κοινωνία επηρεάζει πάρα πολύ τη ζωή των ηρώων. Πώς επηρεάζει η τοπική κοινωνία το συγγραφέα; Παίζει ρόλο ο τόπος που ζει, ο τόπος που μεγαλώνει με το μετέπειτα συγγραφικό του έργο;
- Μέσα σε κάθε βιβλίο, που γράφει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, αναμφίβολα περνάνε πρώτα και πάνω απ’ όλα οι δικές του εμπειρίες, τα δικά του ερεθίσματα, τα δικά του ακούσματα και ό,τι μπορεί να συλλάβει με τις δικές του αισθήσεις. Επηρεάζει πάρα πολύ ο τόπος και νομίζω ότι μέσα στα βιβλία μου φαίνεται πόσο κουβαλάω κι εγώ τον τόπο μου. Εγώ γεννήθηκα στην Κοζάνη, πέρασα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εδώ, γιατί αρκετά έζησα στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και μετέπειτα για εργασία, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου είναι στην Κοζάνη, οπότε είναι φυσιολογικό κι επόμενο, καταστάσεις που αφορούν την πόλη της Κοζάνης, άνθρωποι με τους οποίους εδώ γνωρίστηκα ή έτυχε να τους συναντήσω στο δρόμο ή να μάθω γι’ αυτούς ή ν’ ακούσω γι’ αυτούς, είναι σίγουρο ότι έχουν περάσει μέσα στο βιβλίο μου. Κάποιοι είπαν ότι περιγράφω καλά την ελληνική περιφέρεια. Αν το κάνω αυτό, σημαίνει ότι έχω παρατηρήσει καλά την ελληνική περιφέρεια, γιατί τη ζω όλα αυτά τα χρόνια, οπότε θα ήμουν αδικαιολόγητος να μην μπορώ να την περιγράψω. Ξέρετε όμως τι συμβαίνει; Πολλές φορές διαβάζω σε ορισμένα βιβλία και καταξιωμένων συγγραφέων, μία προσπάθεια εσωτερικής αναζήτησης, ζώντας οι ίδιοι στο κέντρο ή στις παρυφές του κέντρου των Αθηνών, κάνοντας κι εκείνοι μία προσπάθεια εσωτερικής αναζήτησης. Περιγράφουν τη μοναξιά των ανθρώπων, περιγράφουν τις δυσκολίες που συναντάει κανείς μένοντας σ’ ένα μεγάλο αστικό κέντρο και ξεκινάει μια κουβέντα για το αν πρέπει κανείς να γράφει γι’ αυτά τα πράγματα. Μα τι να γράψει, αφού ο άνθρωπος εκεί ζει; Αυτά είναι τα ερεθίσματά του. Αυτά ζει καθημερινά. Κι εγώ λοιπόν γράφω γι’ αυτά που ζω εγώ καθημερινά.
- Το μυθιστόρημα σας διαδραματίζεται στη Φτέρα, ένα χωριό που δεν υπάρχει. Είναι πιο γοητευτικό για ένα συγγραφέα οι ιστορίες του να διαδραματίζονται σε φανταστικά, ανύπαρκτα μέρη;
- Εγώ αυτό το έκανα, γιατί έτσι εξυπηρετούνταν οι ανάγκες του συγκεκριμένου έργου. Μπορεί στο επόμενο βιβλίο μου, ο τόπος να είναι σαφώς προσδιορισμένος. Εδώ όμως δε μ’ ενδιαφέρει αυτό. Ήθελα να πω μια ιστορία, που αφορά την ελληνική περιφέρεια, την ελληνική επαρχία, η οποία θα μπορούσε να εξελίσσεται σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας. Γιατί μπορεί να υπάρχουνε βεβαίως σημαντικές διαφορές από μέρος σε μέρος, από τόπο σε τόπο, αλλά στην ουσία η ελληνική περιφέρεια έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά το ένα μέρος με το άλλο. Φυσικά υπάρχουν διαφορετικές συμπεριφορές ανθρώπων, αλλιώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι που ζουν στα βουνά, αλλιώς οι άνθρωποι των πεδιάδων, αλλιώς οι άνθρωποι που είναι δίπλα στη θάλασσα, αλλά όταν μιλάμε για τοπικές, κλειστές γενικά, κοινωνίες, υπάρχουν ορισμένοι κώδικες, ορισμένες επαναλήψεις θα έλεγα στη συμπεριφορά τους, που είναι συνήθεις σε πολλά μέρη. Δε σημαίνει ότι επειδή στην Κοζάνη συναντάμε ορισμένες συμπεριφορές, δεν θα τις συναντήσουμε ας πούμε και στη Σπάρτη ή στην άλλη άκρη της Ελλάδος.
- Πριν από μερικές μέρες έγινε στην Κοζάνη ένα τριήμερο συνάντησης Δυτικομακεδόνων Συγγραφέων, κατά τη διάρκεια του οποίου μάλιστα βραβευτήκατε για το μυθιστόρημά σας και για όλη την συγγραφική σας δραστηριότητα. Πώς κρίνετε εσείς την εκδοτική κίνηση και την εκδοτική δραστηριότητα στην Κοζάνη;
- Επειδή έτυχε να παρακολουθήσω κάποια χρόνια πριν και την ίδρυση του ΙΝ.Β.Α., που είναι ένας σημαντικός φορέας στην πόλη, αλλά και γενικότερα στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, είχα εκφράσει από τότε μια συγκεκριμένη άποψη. Ότι όλοι αυτοί οι φορείς, που υπάρχουν στην περιοχή μας και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βοηθούν στην έκδοση βιβλίων, είτε χρηματοδοτώντας, είτε συμβάλλοντας ως ένα βαθμό στο να εκδοθούν κάποια βιβλία, έπρεπε να έχουν ένα πιο συγκεκριμένο στόχο. Εγώ είμαι υπέρ του να χρηματοδοτούνται εκδόσεις που αφορούν την ιστορία, τη μελέτη της ιστορίας μας, τη μελέτη κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μας, των ηθών και των εθίμων μας, του γλωσσικού μας ιδιώματος, που είναι μία πηγή πλούτου, καθώς κουβαλάει πολύ σημαντικά στοιχεία, που πρέπει να σωθούν με κάποιο τρόπο, αλλά ήμουνα αντίθετος από το να υπάρχει χρηματοδότηση φορέων για την έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων, είτε αυτά είναι μυθιστορήματα, διηγήματα ή ποιήματα.
- Γιατί όμως; Αν κάποιος γράφει καλή λογοτεχνία, γιατί να μην έχει τη δυνατότητα να εκδώσει εδώ κάποιο έργο του;
- Αν κάποιος γράφει καλή λογοτεχνία, νομίζω ότι πρέπει να μπαίνει στη δοκιμασία του να εκτιμηθεί το έργο του από τους καθ’ ύλην αρμόδιους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι εκδοτικοί οίκοι. Εδώ στην Κοζάνη δεν υπάρχει κάποιος εκδοτικός οίκος, ο οποίος να κάνει συγκεκριμένες εκδόσεις και άρα ν’ απευθυνόμαστε σ’ αυτόν. Καλώς ή κακώς το παιχνίδι παίζεται στη Θεσσαλονίκη, κατά δεύτερο λόγο και κατά πρώτο στην Αθήνα, όπου υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι, που εκδίδουν λογοτεχνία. Είναι πάρα πολύ καλό ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που γράφουν, είναι πάρα πολύ καλό ότι υπάρχουν πάρα πολύ άνθρωποι που ενδιαφέρονται, ψάχνουν τα αρχεία, μελετούν και θα έλεγα ότι πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στο να βοηθήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους, γιατί είναι σημαντικό. Εγώ ειλικρινά εκτιμώ απεριόριστα αυτούς τους ανθρώπους, που χώνονται στις τοπικές βιβλιοθήκες, που ψάχνουν τα αρχεία των παλιών εφημερίδων και κάποια στιγμή προσφέρουν ένα έργο, μέσω του οποίου γνωρίζουμε την ιστορία της περιοχής μας πριν από 100 χρόνια, την οποία δε διδαχθήκαμε ποτέ στα σχολεία. Χαίρομαι πάρα πολύ αυτούς τους ανθρώπους, τους εκτιμώ απεριόριστα γι’ αυτό που κάνουν. Όμως είναι διαφορετικό αυτό από τη λογοτεχνική παραγωγή, ας μου επιτραπεί ο όρος, αν και στη λογοτεχνία νομίζω ότι δεν πρέπει να μπαίνει οικονομικός όρος. Νομίζω λοιπόν ότι αν γινόταν μία πιο συστηματική προσπάθεια να βοηθηθούν αυτοί οι άνθρωποι, οι ερευνητές, οι μελετητές, που υπάρχουν πάρα πολλοί, ούτως ώστε να έχουμε μία πλούσια παραγωγή ιστορικών έργων και άλλων, θα ήταν πολύ πιο σημαντικό για την περιοχή μας. Γιατί αν αρχίσουμε και χρηματοδοτούμε λογοτεχνικά έργα είναι σα ν’ ανοίγουμε τον ασκό του Αιόλου. Ποιος θα βάλει τα κριτήρια για το ποια έργα πρέπει να εκδοθούν και ποια όχι;
- Εκτός από συγγραφέας, είστε και δημοσιογράφος, το επάγγελμά σας είναι αυτό. Αν σας ρωτούσαν τελικά τι από αυτά τα δύο είστε, τι θα λέγατε; Πώς θα παρουσιάζατε τον εαυτό σας;
- Θα έλεγα απλώς ότι είμαι ένας άνθρωπος που γράφει. Τίποτα άλλο. Τον όρο του δημοσιογράφου τον χρησιμοποιώ, όταν με ρωτήσει κάποιος από πού βιοπορίζομαι, από το ότι είμαι δημοσιογράφος. Τον τίτλο συγγραφέας γενικά τον αποφεύγω.
- Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;
- Ναι και είναι η πρώτη φορά που το λέω αυτό. Βρίσκομαι στη φάση προετοιμασίας του επόμενου βιβλίου μου, το οποίο ελπίζω να τελειώσω σε 1 χρόνο από τώρα. Είναι ένα βιβλίο που το έχω ξεκινήσει εδώ και 2 χρόνια και χρειάστηκε μία συγκεκριμένη έρευνα από την πλευρά μου και μία μελέτη κάποιων πραγμάτων, προτού ξεκινήσω να γράφω. Θα είναι πάλι μυθιστόρημα, κάτι εντελώς διαφορετικό όμως από «Τα υγρά ίχνη της μνήμης».
- Θα βρούμε ίσως μέσα σ’ αυτό και την Κοζάνη;
- Όχι, δε θα βρούμε την Κοζάνη. Εάν εννοείτε την Κοζάνη ως ένα μέρος του κόσμου, που μπορεί να το βρει ο καθένας παντού, ναι. Δεν είναι όμως ένα βιβλίο που αφορά την Κοζάνη, γιατί να σας αποκαλύψω πάλι, μέσα στα σχέδια μου είναι να κάνω το μεθεπόμενο βιβλίο μου να αφορά την Κοζάνη. Σας είπα και πριν ότι χαίρομαι πάρα πολύ με τους ανθρώπους που βρίσκουν ιστορικά στοιχεία και μας εμπλουτίζουν με γνώσεις και πληροφορίες, που δεν ξέραμε μέχρι τώρα. Πραγματικά θα ήθελα κάποια στιγμή να γράψω κάποια μυθιστορήματα για την περιοχή μας, για την Κοζάνη, αλλά και γενικότερα, αλλά θα ήθελα να «πατώ» κάπου, να υπάρχει κάποια ιστορική βάση. Και σ’ αυτό νομίζω ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με την έρευνα, μας βοηθούν πάρα πολύ, όσο κι αν δεν το ξέρουν ή δεν το φαντάζονται, γιατί το να μας δίνουν περιγραφές μιας εποχής που δε ζήσαμε, είναι καταπληκτικό, είναι πολύ σημαντικό για μας, για να μπορέσουμε να πάμε σ’ εκείνη την εποχή και να τοποθετήσουμε εκεί την ιστορία μας.


Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο δισέλιδο της εφημερίδας ΘΑΡΡΟΣ της Κοζάνης ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ, Οκτώβριος 2004, αρ.δισ. 17, σελ 1-2.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

ΚΑΛΟ !

Τον περασμένο μήνα διεξήχθη μια παγκόσμια έρευνα από τον Ο.Η.Ε. Το μόνο ερώτημα ήταν: «Παρακαλούμε, δώστε την έντιμη γνώμη σας για λύσεις στην έλλειψη τροφίμων στον υπόλοιπο κόσμο».
Η έρευνα είχε τεράστια αποτυχία γιατί :
Στην Ανατολική Ευρώπη δεν ήξεραν τι σημαίνει «έντιμο». Στην Αφρική τι σημαίνει «τρόφιμα». Στη Δυτική Ευρώπη τι σημαίνει «έλλειψη». Στην Ασία τι σημαίνει «γνώμη». Στη Μέση Ανατολή τι σημαίνει «λύση». Στη Νότια Αμερική τι σημαίνει «παρακαλώ», ενώ στις Η.Π.Α. τι σημαίνει «υπόλοιπος κόσμος».
(Aπό ΑΓΡΟνέα, 5/7/2005)

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Το κοράκι, μαύρο και σκοτεινό, ήρθε και στάθηκε έξω απ’ το παράθυρο κι η μάνα βιάστηκε να το διώξει με φωνές. Το ‘χε κακό σημάδι η μάνα το κοράκι, όπως κι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι στα χωριά τον καιρό εκείνο κι όλοι φοβόταν για το κακό που μπορεί να έφερνε στο σπίτι τους, αν τύχαινε και στεκόταν κι έκρωζε στην αυλή τους. Ετούτη η μάνα είχε γέρους στο σπίτι και τρεις θυγατέρες, που μόλις είχαν αρχίσει να μπουμπουκιάζουν, μα δε φοβόταν γι’ αυτούς. Αυτοί ήταν εκεί, μέσα στο σπίτι της κι όσο εκείνη τους σκέπαζε με τις φτερούγες της, τίποτα κακό δε θα τους έβρισκε κι ας σταματούσαν χίλια κοράκια στα δέντρα της αυλής της. Το μόνο που φοβόταν ετούτη η μάνα ήταν για τον άνδρα της, που δεν τον είχε κοντά της. Έλειπε χρόνια ο άνδρας της στα ξένα, όπως γινόταν πάντα στα χωριά εκείνα που η γη, πέτρα όλη, δεν έδινε ψωμί και τα ζώα δεν έφταναν κι οι άνδρες ξενιτευόταν. Άφηναν πίσω τις γυναίκες μοναχές τους κι αυτές έπρεπε να φανούν άξιες και παλικάρια και να σταθούν στο πόδι τους. Μάνες και πατεράδες στα παιδιά, που τον πατέρα πολλές φορές δεν τον θυμόταν και φροντίδα για τους γέρους, που όλο στο σπίτι του ξενιτεμένου ξαπόσταιναν. Έτσι και τούτη η μάνα με τις τρεις θυγατέρες, ένα ανοιξιάτικο πρωινό, λίγες μέρες μετά τη γιορτή του Άι–Γιώργη, χρόνια πριν, μάζεψε τα δάκρυά της και ξέβγαλε τον άνδρα της και τους άλλους μαστόρους με χαρές και τραγούδια ως την άκρη του χωριού, ως τα κλαψόδεντρα. Εκεί οι γυναίκες σκόρπιζαν το νερό από τις στάμνες για να κυλήσει κι η δουλειά σαν το νεράκι κι έσπαγαν τα κλαδιά για να ‘ναι οι άνδρες τους γεροί σαν το ξύλο και το μπουλούκι με τους μαστόρους έφευγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Ύστερα η μάνα κι η κάθε μάνα έκανε την καρδιά της πέτρα κι ατσάλι και σήκωνε το σπίτι στους ώμους της. Μα έτσι γινόταν πάντα στα μέρη εκείνα κι οι άνθρωποι το είχαν πλέον μάθει κι είχανε γίνει κι αυτοί σκληροί, σαν το βουνό που τους ταξίδευε στους αιώνες.
Η μάνα έδιωξε το πουλί και πήγε ξανά στο κατώγι με τις τρεις θυγατέρες της. Δεν τους είπε τίποτα για το κοράκι. Κι οι κόρες, όπως κι η μάνα, το ‘χαν κακό σημάδι το κοράκι, όπως κι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι στα χωριά τα χρόνια εκείνα. Μόνο που το είχαν δει κι εκείνες να τριγυρίζει μέρες τώρα πάνω από την αυλή τους κι ας έκαναν τις ανήξερες. Δεν της είπαν τίποτα. Δεν ήθελαν να την ανησυχήσουν κι άλλο. Ήταν που είχαν βδομάδες, μήνες να λάβουν γράμμα απ’ τον πατέρα και φοβόταν. Δεν το ‘λεγαν η μία στην άλλη, μα δεν τους άρεσε αυτή η σιωπή κι αυτό το κοράκι τριγύριζε μέρες τώρα πάνω από τη γειτονιά τους κι όλο στα δικά τους κεραμίδια ξαπόσταινε. Η μάνα έτρεμε, όταν το ‘βλεπε να σταματάει στην αυλή της. Το ‘χε ξαναδεί, όταν πέθανε ο πατέρας της, ξαφνικά, χωρίς κανένα λόγο, νέος άνδρας 35 ετών, αφήνοντας ορφανά πέντε μικρά παιδιά, τέσσερα κορίτσια και μόνο ένα γιο κι αργότερα, όταν οι Τούρκοι σκότωσαν τον αδερφό της, τότε, πριν το ’12, όταν ζούσαν ακόμα Τούρκοι στη Μακεδονία. Δυο φορές, σε δυο θανάτους, άνδρες μόνο. Κι ούτε γράμμα απ’ το δικό της άνδρα, μήνες τώρα. Έλειπε κοντά δέκα χρόνια, όσα ακριβώς ήταν η μικρή της η θυγατέρα, που τον πατέρα της δεν τον θυμόταν, μα γράμματα της έστελνε συχνά. Και τα διάβαζαν όλες μαζί και τα ξαναδιάβαζαν όλα κι έκλαιγαν. Βλέπετε στα χωριά εκείνα που η γη, πέτρα όλη, δεν έδινε ψωμί και τα ζώα δεν έφταναν κι οι άνδρες ξενιτευόταν, όλες οι γυναίκες μάθαιναν γράμματα για να μπορούν να διαβάζουν τα γράμματα των ξενιτεμένων τους και να τους γράφουν κι αυτές και να μη μαθαίνει τα μυστικά τους ο παπάς κι ο δάσκαλος. Κι αν τύχαινε να πάνε κι αυτές στην Αμερική μαζί με τους άνδρες τους εκεί οι Αμερικάνοι, έλεγαν όσοι ήξεραν, ξεχώριζαν τις γυναίκες που ήξεραν γράμματα και τις έβαζαν να δουλέψουν κι αυτές, σε καλύτερες θέσεις από τις άλλες που δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Όλες οι γυναίκες στα δικά τους τα χωριά ήξεραν γράμματα κι ας ήταν πάνω στα βουνά κι ας τους κοιτούσαν με περιφρόνια κάθε φορά που τολμούσαν να κατεβούν στη μεγάλη πόλη, εκεί που οι γυναίκες, λευκές και όμορφες, ούτε να γράφουν ήξεραν, ούτε να διαβάζουν.
Η μάνα βγήκε πάλι στην αυλή κι έψαξε τριγύρω για το κοράκι. Δεν το βρήκε πουθενά εκεί κοντά και κάπως ησύχασε. Μα, καθώς γύρισε να ξαναμπεί μέσα στο σπίτι, το είδε να στέκεται καμαρωτό πάνω στη στέγη. Ο θυμός της φούντωσε. Δεν άντεχε να το βλέπει συνέχεια μπροστά της.
- Χάσου από ‘δω, καταραμένο, φώναξε και τρόμαξε όλο το βουνό με την κραυγή της κι άρχισε να του πετάει πέτρες για να το διώξει.
Οι θυγατέρες της βγήκαν στην αυλή τρέχοντας, τρομαγμένες από τις φωνές της. Νόμιζαν πως κάτι έπαθε, κάποιος την πείραξε κι είχε βάλει τις φωνές. Δεν είδαν το κοράκι που είχε σταθεί πάνω στα κεραμίδια. Αυτό, πριν το πετύχει η πρώτη πέτρα, είχε κιόλας φύγει. Και δεν ξανάρθε ποτέ στο σπίτι τους, ούτε και ξανάδαν ποτέ κοράκι από τότε.
Την άλλη μέρα πήρανε γράμμα απ’ τον πατέρα. Το διάβασαν και το ξαναδιάβασαν, όπως συνήθιζαν, όλες μαζί κι όλες έκλαιγαν, από χαρά ή από λύπη, δεν ήξεραν, μα δεν είχε πλέον καμία σημασία. Είχαν πολύ δουλειά, τους έγραφε ο πατέρας, που οι μικρές δε τον θυμόταν, γι’ αυτό άργησε να τους γράψει. Κατά τ’ άλλα ήταν καλά κι αν ήταν τυχεροί και κυλούσε η δουλειά σαν το νεράκι το Σεπτέμβρη θα ήταν κοντά τους κι ας είχαν περάσει κοντά έντεκα χειμώνες από την άνοιξη που είχε φύγει. Η μάνα σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το κοράκι δεν ήταν πουθενά, μόνο κάτι σπουργίτια πετάριζαν στην αυλή της και πείραζαν τις γάτες. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Πήρε κι άναψε το καντήλι.
- Για να βλέπει ο Θεός το σπίτι μας, είπε κι έκανε το σταυρό της.

Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1999

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΕΣΑΣ

Απλοϊκές ουτοπίες φυτρώνουν παντού
Καθώς μιλάς και απαντάς
Στα δικά σου μονάχα ερωτήματα

Οπαδός μιας χρόνιας Θρησκείας, που λίγο την ξέρεις
Φυτοζωείς και σβήνεις
Σαν άχρηστη αλλοτινή κουλτούρα

Στην επόμενη δύση του ήλιου
Θα σου μιλήσω, σαν ευάρεστο ιντερλούδιο,
Για τα κοσμικά Πιστεύω,
Τη σαγήνη των αναχωρητών και των ψαλμών
Και το πώς γίναμε αυτό που είμαστε

Θα σου μιλήσω ακόμα, με ήρεμη πεζότητα
Για το πώς χάσαμε τον εαυτό μας,
Κάτω από το υπεράφθονο μπλε του ουρανού,
Και τον όγκο των σύννεφων στους πίνακες του Γκόγια,
Και πως διαλέξαμε ξανά τη σιωπή, αυτό το στέρεο για τους δειλούς καταφύγιο.

Θα σου μιλήσω ακόμα για τον έρωτα,
Και το χαλιναγωγημένο θηρίο,
Για το πιο ωφέλιμο ψέμα που ειπώθηκε ποτέ,
Και γιατί ήρθαμε σε σύγκρουση με την Παράδοση
Που την επικύρωσε η παρακμή των μύθων και των αξιών.

Θα σου μιλήσω για το κάθε τι που υπάρχει
Και που βρίσκεται στο δρόμο της φθοράς.
Για τη στολισμένη με συμβάσεις αμάθεια
Για τα σάπια κριτήρια και τις βίαιες θύελλες που εξαπέλυσαν
Για τις ελπίδες και τους δρόμους που χάθηκαν.

Στην επόμενη δύση του ήλιου
Θα σου μιλήσω θα σου μιλώ στον αιώνα τον άπαντα,
Για τον Παράκλητο και την παρουσία του Χριστού
Στον Ουράνιο άρτο, για τις ενδόμυχες πνευματικές δυσκολίες
Για τις ομίχλες που μας σκεπάζουν και τα αγεφύρωτα ποτάμια.

Θα σου μιλήσω ακόμα με μεγάλη συγκίνηση
Για την απόλυτη αγιότητα και τα δεινοπαθήματα του πρίγκιπα Μίσκιν
Για τις μεγάλες αγάπες που χρόνια τώρα δεν απάντησαν
Και τους ανίσχυρους στασιαστές που τους κομμάτιασαν.

Στην επόμενη δύση του ήλιου, περίμενε με αγάπη μου,
Στο κατώφλι αυτού του τρεμάμενου κόσμου,
λουσμένη καθώς είσαι, στο αλησμόνητο φως, ενός κόσμου που χάθηκε.

Να το ξέρεις, όμως, πως δεν υπάρχουν πλέον χρυσά χρόνια,
Και πως, παρόλα τα μυστήρια που σε τυλίγουν
Για μένα θα είσαι πάντα κάτι σαν εξαίρεση και θρίαμβος μαζί.

Χωρίς ψυχρά κηρύγματα.

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ & ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Συνέντευξη με το ζωγράφο Γιώργο Κόλα
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ήρθε στην Ελλάδα από τη γειτονική Αλβανία 12 χρόνια πριν, ένα ακόμη μέλος του μεγάλου ξεριζωμού των πατριωτών του, με μόνο εφόδιο 50.000 δραχμές στη τσέπη και την τέχνη του, τη ζωγραφική, στα χέρια του.
Ο Γιώργος Κόλας ξεκίνησε από τη Lezha της ΒΔ Αλβανίας -όπου δίδασκε ζωγραφική στο πνευματικό κέντρο της πόλης- για τη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 1991, πέρασε πεζοπόρος τα σύνορα και βρέθηκε το Σεπτέμβρη στην Κοζάνη, σε μία πόλη, που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από τα βιβλία και που, αν και τον τρόμαξε τον πρώτο χειμώνα της γνωριμίας τους με το χιόνι και το κρύο, τον δέχτηκε ανάμεσα στους ανθρώπους της, χωρίς ίχνος ρατσισμού ή προκατάληψης. Σήμερα, 12 χρόνια μετά, ο Γιώργος Κόλας, ο ζωγράφος που ζει αποκλειστικά από την τέχνη του, είναι πλέον ένα ενεργό μέλος της πολιτιστικής ζωής της Κοζάνης. Έργα του κοσμούν πολλούς δημόσιους χώρους και σπίτια ιδιωτών και πίνακες και σχέδια του έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες της πνευματικής επιθεώρησης της Κοζάνης ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, του πρώτου ελληνικού περιοδικού που φιλοξένησε το έργο του. Το Αναγνωστήριο του Θ τον συνάντησε στο ατελιέ του και μίλησε μαζί του για τη μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική και τα όνειρα, που με η τέχνη του ζωντανεύει πάνω στον καμβά.

 Γιώργο, ήρθες στην Ελλάδα από την Αλβανία πριν 12 χρόνια και κατάφερες να ασχοληθείς μόνο με το επάγγελμα σου, μόνο με τη ζωγραφική. Υπήρξαν στιγμές που, από τις όποιες δυσκολίες που κατά καιρούς αντιμετώπισες, είπες ότι θα αφήσεις τη ζωγραφική για να κάνεις κάτι άλλο, να ασχοληθείς με κάτι άλλο;
 Αυτό ούτε που το σκέφτηκα. Ξέρεις, τον πρώτο καιρό που ήρθα στην Ελλάδα, τον πρώτο μήνα έκανα διάφορες δουλειές, σκληρές δουλειές κι ας μην ήμουν μαθημένος. Παράλληλα όμως δεν μπορούσα να μη σχεδιάζω. Το βράδυ για παράδειγμα ή στην αρχή της δουλειάς, συνέχεια έκανα σκίτσα. Ήταν βεβαία δύσκολα όλα αυτά τα χρόνια, πάντα όμως με την προϋπόθεση ότι στην Αλβανία η δουλειά αυτή ήταν ακόμα πιο δύσκολη και η δουλειά που κάνω σήμερα δεν είναι όλη ζωγραφική. Έχει βέβαια πάντα σχέση με τη ζωγραφική, απλά κάποιες φορές τα έργα που κάνω έχουν καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα. Νομίζω ότι έπρεπε και πρέπει να δείξω πολύ μεγάλη υπομονή σε πάρα πολλές περιπτώσεις και πάρα πολύ μεγάλη αγάπη γι’ αυτό που κάνω για να υπάρξει συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα πλέον «απλώθηκε» η δουλειά μου αρκετά, με έχουν στηρίξει πολύ και εδώ και εκτός Κοζάνης και αυτό το ενδιαφέρον κρατάει σε ένταση τη δουλειά μου συνέχεια.
 Πώς αισθάνεσαι εσύ και πώς αισθάνεται ο κάθε ζωγράφος λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης του, λίγες ώρες πριν βγει η δουλειά του στον κόσμο;
 Τρέμεις, γιατί για να βγεις δημόσια, να βγει δημόσια η δουλειά σου, όπου πλέον θα την κρίνει ο κόσμος, θα πρέπει να έχεις να παρουσιάσεις κάτι ενδιαφέρον. Όταν αποφασίζεις να βγεις στο κοινό, θα πρέπει να λάβεις τα μέτρα σου κι αν δεν έχεις κάτι καινούργιο να παρουσιάσεις, να προσφέρεις κάτι διαφορετικό, θεωρώ ότι είναι λάθος να βγεις στον κόσμο, γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη τη ζωγραφική, έχει ανάγκη να βλέπει τέχνη, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τέχνη, θέλει όμως και ψάχνει κάτι διαφορετικό.
 Επηρεάζει το έργο ενός ζωγράφου ο τόπος του, ο τόπος όπου αυτός έχει μεγαλώσει και ο τόπος όπου εντέλει ζει και δημιουργεί;
 Φυσικά και επηρεάζει. Πάρα πολύ. Εμένα προσωπικά και ο τόπος και το τοπίο, η φύση και οι άνθρωποι. Ο τόπος παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο για ένα ζωγράφο. Όχι άμεσα, έμμεσα. Είναι όπως στο χορό. Στις πεδινές περιοχές ο χορός είναι πιο ελαφρύς. Ενώ στα μέρη στα ψηλά και άγρια βουνά ο χορός είναι πιο έντονος, έχει πιο πολύ ταμπεραμέντο.
 Υποστηρίζουν κάποιοι ότι η Κοζάνη είναι μία δύσκολη πόλη, μία πόλη που δεν μπορεί να καλύψει και να εμπνεύσει έναν καλλιτέχνη. Συμφωνείς μ’ αυτή την άποψη;
 Αυτό εγώ δεν το πιστεύω. Έχω μία συγκεκριμένη σκέψη για την Κοζάνη. Θεωρώ ότι είναι μία μικρή και ήσυχη πόλη, με την καλή έννοια της λέξης ήσυχη, μία ήρεμη πόλη και όμορφη, που βοηθάει την τέχνη και τους καλλιτέχνες. Μπορεί να σε ερεθίζει καλλιτεχνικά, μπορεί να σε εμπνεύσει και να σε στηρίξει καλλιτεχνικά.
 Βλέποντας τριγύρω τόσους πίνακες σου και ακούγοντας σε να μιλάς με τόσο πάθος για την τέχνη σου, για τη ζωγραφική, έχω την εντύπωση πως τελικά η ζωγραφική είναι η μισή ζωή σου. Τι είναι τελικά για σένα αυτή η τέχνη;
 Δεν ξέρω. Μήπως είναι περισσότερη από τη μισή ζωή; Νομίζω ότι είναι μία εσωτερική ανάγκη να βγάλεις προς τα έξω την επιθυμία. Σε μένα είναι η ζωγραφική, σε κάποιον άλλον κάτι άλλο, η μουσική, το ψάρεμα, ένα χόμπι, αλλά θέλει κι αυτό κάποιο ταλέντο, εγώ π.χ. δεν ξέρω να ψαρεύω. Αισθάνομαι ότι η ζωγραφική για μένα είναι μία εσωτερική ανάγκη να εκφραστώ ζωγραφίζοντας. Όπως και η ανάγκη να βλέπω ζωγραφική. Νομίζω ότι ο περισσότερος κόσμος έχει σχέση με τη ζωγραφική, έχει σχέση με το σχέδιο. Όλοι έχουμε σχέση με τη ζωγραφική. Και μπορούν όλοι να κρίνουν τη ζωγραφική. Ένα έργο σε «αγκαλιάζει», έχει ποιότητα, είναι όμορφο, μα δεν ξέρεις το γιατί. Μπορεί να μην ξέρεις να εξηγήσεις γατί σου αρέσει, αλλά είναι όμορφο, όπως η μουσική. Όταν ακούς ένα ωραίο τραγούδι δεν μπορείς να εξηγήσεις επιστημονικά γιατί σου αρέσει, αλλά σ’ αρέσει. Έτσι και στη ζωγραφική. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα.
 Αν μπορούσες να προγραμματίσεις τη ζωή σου μετά από 20 χρόνια, τι θα ήθελες να έχεις πετύχει;
 Έχω ένα πολύ ωραίο κτήμα στην πατρίδα μου κι ένα μικρό σπιτάκι και ελπίζω να μπορέσω κάποια μέρα να κάνω ένα στούντιο - ατελιέ και να συνεχίσω να ζωγραφίζω εκεί. Όχι όμως με βάση εκεί. Και εδώ στην Ελλάδα και αλλού. Θα ήθελα όμως μετά από 20 χρόνια, αν θα ζήσω, να έχω πει αυτό που θέλω εγώ να πω στον τομέα της ζωγραφικής. Δεν είμαι νέος ζωγράφος, δεν έχω πει όμως ακόμα αυτό που εγώ θέλω να πω.
 Σίγουρα όμως δεν θα πάψεις ποτέ να ζωγραφίζεις.
 Αν και δεν ξέρω πως θα ζωγραφίζω τότε, γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση.


Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο δισέλιδο της εφημερίδας ΘΑΡΡΟΣ της Κοζάνης ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ, Οκτώβριος 2003, αρ. δισέλιδου: 5, σελ. 2.

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Έντεχνη είναι η μουσική που γίνεται με τέχνη

ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΗΣ: «Έντεχνη είναι η μουσική που γίνεται με τέχνη»
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Βρέθηκε στο τραγούδι μάλλον τυχαία, για ν’ αποδείξει σύντομα με τη μετέπειτα πορεία και σταδιοδρομία του ότι κάθε βήμα του στη μουσική σκηνή κάθε άλλο, παρά σύμπτωση, ήταν. Ο δικός μας Μανώλης Χατζημανώλης πήρε το ρίσκο πριν από κάποια χρόνια, όταν κλήθηκε να αντικαταστήσει τον αποχωρήσαντα τραγουδιστή της κομπανίας, που εμφανιζόταν στο κέντρο του πατέρα του, στην ίδια κομπανία που κι αυτός συμμετείχε από τα 13 του χρόνια ως μουσικός. Σήμερα, κάποια χρόνια μετά, μπορεί να μιλάει με περηφάνια για την προσωπική του πορεία στο χώρο του τραγουδιού και για τις συνεργασίες του με μεγάλους συνθέτες και καταξιωμένους συναδέλφους.
Σεμνός και χαμηλών τόνων ο Μανώλης περηφανεύεται μόνο για ό,τι με την αξία του έχει καταφέρει, διαλέγοντας να υπηρετήσει ένα ιδιαίτερο και ίσως «δυσανάγνωστο» για τους πολλούς μουσικό είδος. Το τελευταίο του cd με τον τίτλο «Αμφίβολες μέρες» κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα με 15 τραγούδια, μουσικά κομμάτια στο γνωστό στυλ που από την αρχή της καριέρας του επέλεξε χωρίς βία να υπηρετήσει. Δεν κατατάσσει τον εαυτό του στους υπερασπιστές της έντεχνης μουσικής και δίνει το δικό του ορισμό στον όρο. «Έντεχνη είναι η μουσική που γίνεται με τέχνη», υποστηρίζει και μιλάει με πάθος για τη νέα του δουλειά, που έρχεται μετά από ένα μακρύ διάστημα εκούσιας και ακούσιας αποχής από τα μουσικοφιλικά δρώμενα.

- Μανώλη, το νέο σου cd οι «Αμφίβολες μέρες» κυκλοφορεί πόσο καιρό μετά την τελευταία σου δουλειά;
- Από το 2001. Η τελευταία μου δουλειά ήταν τότε, το 2001 με το Γιάννη Μαρκόπουλο. Μετά έκανα κάποιες δουλειές, τα έσοδα των οποίων δόθηκαν για την ανέγερση ενός σχολείου στην Αφρική, «Οι πύλες του ουρανού» και «Η μαρμαρυγή των άστρων». Εδώ, στη μαρμαρυγή των άστρων δηλαδή, συμμετείχε κι ο Ηλίας Κλωναρίδης και ο Βασίλης Λέκκας. Τα οχτώ τραγούδια όμως σ’ αυτό το cd τα λέω εγώ. Ετοιμάστηκαν όμως και κάποιες άλλες δουλειές, η μία σε μορφή demo, με πιο ελαφρολαϊκά τραγούδια, που ταίριαζαν πιο πολύ στις πρώτες μου δουλειές σαν το «Απόψε άργησα», το «Θέλω μια αγάπη», το «Μέγα Ανατολικό». Από τότε πάγωσαν τα πράγματα και τώρα ξαφνικά ήρθε αυτό, λες και ήρθε από το πουθενά. Εμένα με φωνάξανε κάποια στιγμή, με πήρε τηλέφωνο κάποιος φίλος μου που είχε ακούσει τα τραγούδια και θεώρησε ότι μου ταιριάζουν, τα άκουσα κι εγώ και είπα ναι. Μέσα σε 15 μέρες τα έμαθα, κατέβηκα και τα ‘γραψα.
- Ο τίτλος είναι «Αμφίβολες μέρες». Πόσο αμφίβολο τελικά είναι αυτό το βήμα για σένα;
- Εννοείς μήπως αν είναι ρίσκο αυτό που έκανα; Δεν θεώρησα ότι ήτανε ρίσκο, γιατί ήταν ακούσματα με τα οποία μεγάλωσα αυτά. Δηλαδή είναι να πούμε ένας ροκ ήχος; Δεν ξέρω. Έχει μια ροκ απόχρωση ο δίσκος αυτός και είναι κοντά σε μένα. Εμένα τα πρώτα μου ακούσματα δεν ήτανε λαϊκά. Τα πρώτα μου ακούσματα ήτανε Beatles, ήτανε Pink Floyd, ήτανε Deep Purples, ήταν αυτός ο χώρος. Οπότε η δουλειά αυτή ήταν συγγενής μ’ όλα αυτά. Και δε σου κρύβω ότι ήθελα πολλές φορές από πολλά χρόνια να τραγουδήσω κάτι τέτοιο. Οπότε για μένα δεν ήτανε ρίσκο. Το πίστεψα και το ‘κανα. Άλλωστε ο δίσκος μέσα έχει και κάποια κομμάτια τα οποία ταιριάζουν σε παλιότερες μου αναφορές. Τα δύο πρώτα τραγούδια, ας πούμε. Δεν είμαι ροκ τραγουδιστής. Μου ταιριάζει όμως πάνω στη σκηνή, γιατί τα έχουμε δοκιμάσει τα κομμάτια, τα έχουμε παρουσιάσει live στην Αθήνα και σου δίνουν μια απελευθέρωση. Τα τραγουδάμε με μια μεγάλη απελευθέρωση, δίνομαι πιο πολύ. Έχουν μια δύναμη αυτά τα κομμάτια. Θα ‘λεγα ότι στις προηγούμενες μου δουλειές στο live ήμουν λίγο πιο συντηρητικός, είμαι λίγο πιο συντηρητικός όταν βγαίνω να πω λαϊκό. Εδώ δίνω κι άλλον εαυτό. Κι είναι σημαντικό αυτό για έναν καλλιτέχνη.
- Είναι ένα στάδιο κι αυτό της ψυχοθεραπείας που λέγαμε κάποτε;
- Ψυχοθεραπεία γενικότερα είναι η μουσική η ίδια. Όταν την ερμηνεύεις ή τη δημιουργείς, είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Γι’ αυτό και με τόσα προβλήματα που κουβαλάμε, δεν έχουμε αποτρελαθεί. Έχουμε τη μουσική, η οποία λειτουργεί σαν ισορροπία.
- Γιατί αυτός ο τίτλος, γιατί «Αμφίβολες μέρες»;
- Γιατί, αν ψάξεις το στίχο, όλα τα κομμάτια βγάζουν μια αμφιβολία. Αμφιβολία στον έρωτα, υπάρχει τραγούδι το οποίο αναφέρεται στον έρωτα ο οποίος είναι αμφίβολος σήμερα. Κανείς δεν ανοίγεται, φοβάται ν’ ανοιχτεί, στη νεολαία δε διαπιστώνεις τον πραγματικό έρωτα, τα παιδιά είναι τόσο καταπιεσμένα που δεν ξέρω αν έχουν το χρόνο να ερωτευτούν, αν και το νέο δεν τον κρατάς εύκολα, αλλά προσπαθούν να τους συμπιέσουν τόσο πολύ, με φροντιστήρια, μαθήματα, υποχρεώσεις, έχουν πολλές υποχρεώσεις σ’ αυτή την ηλικία που δε νομίζω ότι τους ταιριάζουν. Αμφίβολες οι μέρες που ζούμε. Οικονομικά όλοι λίγο πολύ έχουμε δυσκολίες. Ζούμε μ’ ένα στρες, ένα κυνηγητό για το πουθενά, δουλεύουμε για να τα βγάλουμε πέρα. Πόλεις οι οποίες καθημερινά σε διώχνουν με το καυσαέριο τους, με το τσιμέντο τους. Σ’ όλα αυτά κάνει αναφορά ο δίσκος. Ότι καταπνίγονται τα συναισθήματα μας μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο παγκοσμιοποίησης. Και χαίρομαι πάρα πολύ που τραγουδάω τέτοιο στίχο, χτυπάει τα σημεία των καιρών.
- Πάντως δεν τραγουδάς εύκολο στίχο. Το έχεις αποδείξει μ’ όλες τις δουλειές σου μέχρι τώρα και μ’ αυτήν ακόμη περισσότερο. Δεν είσαι του εύκολου στίχου, αν και θα μπορούσες να το κάνεις πολύ εύκολα. Κι ίσως και με μεγαλύτερες οικονομικές αποδοχές…
- Βεβαίως, είναι πανεύκολο, αλλά δεν είναι αυτός ο αυτοσκοπός μας, να κάνουμε λεφτά. Μας ενδιαφέρει περισσότερο η τέχνη, να ‘χουμε να πούμε κι εμείς κάτι, να κάνουμε μία κοινωνική προσφορά μέσα απ’ αυτή την τέχνη, παρά να γίνουμε οι εμπορικοί τραγουδιστές. Αν αυτό ταυτόχρονα γίνει εμπορικό δε λέω ότι δεν το δέχομαι και θα το υποστηρίξω όσο μπορώ περισσότερο, γιατί αυτός είναι ο χώρος μου, αυτή είναι η δουλειά μου. Δεν θέλω όμως να κάνω πράγματα ευτελή, άτεχνα. Γιατί εγώ το έντεχνο έτσι το διαχωρίζω. Το διαχωρίζω από το άτεχνο. Όχι έντεχνο με τον όρο που το μάθαμε μέσα από τα τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, που μελοποίησαν ποίηση, γι’ αυτό και το ονόμασαν έντεχνο τραγούδι. Εγώ το έντεχνο το θεωρώ ότι δεν είναι άτεχνο, είναι καλοφτιαγμένο απ’ όλες τις πλευρές. Κι απ’ τη δικιά μου μεριά καλά ερμηνευμένο.
- Είναι έντεχνη η ελληνική μουσική σήμερα;
- Βέβαια, υπάρχουν πολλοί δημιουργοί που προσπαθούν να κάνουν τέχνη, αλλά δεν αφήνουν αυτό το τραγούδι να βγει προς τα έξω. Δεν τους ενδιαφέρει. Αυτοί που διακινούν τα νήματα εννοώ. Αυτοί που διαχειρίζονται τις δισκογραφικές εταιρίες. Άμα το επιδιώξουν θα το πετύχουν. Είναι ζήτημα διαφήμισης. Στοχεύουν όμως στην ευτέλεια, στο να μη σκέφτεται κανείς, γιατί θέλουν να πνίξουν τη μόρφωση και τη γνώση. Εγώ αυτό πιστεύω. Γι’ αυτό τόσο σκυλάδικο στην εποχή μας. Εύκολο, ευτελές και πρόχειρο. Εγώ αυτό αποκαλώ σκυλάδικο. Σκυλάδικο υπάρχει και στο χώρο μας, εύκολο τραγούδι. Σε μεγάλο βαθμό. Εύκολο στίχο, που να φτιάχνει σουξέ κι η μουσική απλώς πεπατημένη οδός.
- Μήπως γιατί ξαφνικά θέλουμε όλοι να γίνουμε τραγουδιστές;
- Αυτό είναι άλλο. Όλοι θέλουν να γίνουν ηθοποιοί και τραγουδιστές. Η μισή Ελλάδα. Τώρα θέλει περισσότερος κόσμος, γιατί μέσα απ’ αυτά που μας προβάλουν τα Μ.Μ.Ε. και ειδικά η τηλεόραση, ένα μικρό παιδί το οποίο δεν έχει κρίση και δεν ξέρει να εκτιμήσει πως αποκτιέται το υψηλό επίπεδο, αρχίζει και θαυμάζει το κάθε Big Brother και το πόσο εύκολο είναι να γίνεις σταρ μες απ’ αυτές τις εκπομπές κι ας είσαι θεόφαλτσος. Πάνε πολλά παιδιά εκεί. Τα περισσότερα παιδιά πάνε έτοιμα. Δε γίνονται εκεί μέσα. Βέβαια, τους δίνουμε κι εμείς πολλή αξία, όταν συζητάμε γι’ αυτό το πράγμα. Ας κάνουμε εμείς τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε κι αν δεν προβάλλεται τόσο πολύ, τι να κάνουμε, τόσο μπορούμε να το προβάλουμε, διότι άλλοι κινούν τα νήματα.
- Ο τίτλος του δίσκου είναι «Αμφίβολες μέρες», που είναι κι ένα από τα τραγούδια της συλλογής. Πώς καταλήξατε και επιλέξατε αυτό τον τίτλο;
- Ο τίτλος του δίσκου έπαιξε και έπαιζε μέχρι την τελευταία στιγμή ανάμεσα στο «Πόρτες μυστικές» και στο «Αμφίβολες μέρες». Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν ξέραμε ποιο από τα δύο να βάλουμε. Εγώ επέμενα για τις «Αμφίβολες μέρες» κι ας έλεγαν κάποιοι τρίτοι ότι είναι πολύ extreme.
- Μα και το «Πόρτες μυστικές» είναι extreme νομίζω… Και μια που το αναφέραμε εσύ έχεις βρει μια μυστική πόρτα στη ζωή σου;
- Όχι ακόμα.
- Την ψάχνεις; Ελπίζεις ότι υπάρχει κάπου;
- Τώρα άσ' το αυτό. Θα πάει αλλού η συζήτηση και δε θέλω. Θα γίνει μεταφυσική και δεν είναι ανάγκη. Μου φαινόταν πολύ μεταφυσικός αυτός ο τίτλος. Εκεί με οδηγούσε. Ενώ το «Αμφίβολες μέρες» είναι πιο γήινος τίτλος. Πιο των καιρών μας.
- Εγώ νομίζω ότι είναι πιο ποιητικός. Και σε όλα τα cd σου οι τίτλοι των τραγουδιών είναι πάντα ποιητικοί.
- Κοίταξε στο μεγαλύτερο μέρος γι’ αυτό δεν αποφασίζω εγώ. Για τον τίτλο εννοώ. Γιατί κάποια στιγμή έκανα πίσω κι εγώ, είπα εντάξει, αν θέλετε «Πόρτες μυστικές», «Πόρτες μυστικές», μα τελικά δικαιώθηκε το «Αμφίβολες μέρες».
- Αλήθεια, με το cd που είχαν ετοιμάσει τα παιδιά στο Γυμνάσιο-Λύκειο Βελβεντού, όπου και διδάσκεις ακόμα, τον «Ήλιο τον Ηλιάτορα», μια παράσταση που είχε διακριθεί και στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Καλλιτεχνικούς Αγώνες το 2001, τι γίνεται;
- Δε βρέθηκε ακόμα ο χρηματοδότης να μας δώσει τα χρήματα για να το τελειώσουμε. Έχει δώσει βέβαια κάποια λεφτά το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, το μεγαλύτερο ποσό που χρειάστηκε για να τελειώσει ηχοληπτικά αυτή η δουλειά το έδωσε η Νομαρχία Κοζάνης επί Πασχάλη Μητλιάγκα και ψάχνω να βρω κάποια χρήματα ακόμη. Ξέρεις όμως τι φοβάμαι; Μήπως είναι πλέον πολύ αργά. Γιατί η μία υποχρέωση έρχεται και συμπληρώνει την άλλη. Είμαι γεμάτος από υποχρεώσεις αυτή τη στιγμή. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή δε θα ’χω το μεράκι να το τελειώσω. Αυτό έπρεπε να έχει τελειώσει πριν από τρία χρόνια τουλάχιστον. Βασικά όλη αυτή η δουλειά ήταν μια τρέλα. Μπήκαμε σ’ αυτή την τρέλα και χορέψαμε όλοι. Κι εγώ και οι συνάδελφοι καθηγητές. Ίσως εγώ λίγο περισσότερο. Κι ήταν δύσκολο να φτιαχτεί από παιδιά. Φτιάχτηκε όμως. Δουλεύτηκε έναν ολόκληρο χρόνο κι ήταν και η φουρνιά εκείνη των παιδιών ιδανική για να το φτιάξει αυτό το πράγμα. Αν δε συμπληρωθεί το παζλ από κάποιους, δε μπορείς να τα κάνεις αυτά, δε μπορώ να τα κάνω τώρα. Αλλά η μεγαλύτερη τρέλα ξέρεις πια ήτανε; Επειδή συνεργαζόμουνα τότε με τη Νομαρχία, είχαμε κάνει το χριστουγεννιάτικο cd*, λέω θα μπω και θα ξεκινήσω να κάνω αυτό. Είναι μιας ώρας δουλειά ξέρεις. Σε πληροφορώ ότι χρειάστηκαν πάνω από 300-350 ώρες για να ετοιμαστεί. Και η μεγαλύτερη τρέλα ήταν το να μπω στο studio να το φτιάξουν τα παιδιά. Διότι εγώ έχω μια επαγγελματική συνείδηση, όχι όμως τα παιδιά. Κι όταν δεν μπορείς να έχεις το ίδιο αποτέλεσμα, μπορείς να πάρεις το καλύτερο που μπορείς. Και τα παιδιά έχουν ένα καλό: Γνήσιο πάθος. Το ένστικτό τους δουλεύει και αν σε βλέπουν ότι γουστάρεις και τραβάς, ακολουθούν από πίσω. Όλοι αυτοί που έπαιξαν τότε, τώρα είναι φοιτητές. Κι είναι σημαντικό ότι ηχογραφήθηκε αυτό το πράγμα, γιατί θα το ακούνε μια ζωή και θα θυμούνται. Αν δεν το ηχογραφούσαμε θα το έσβηνε ο χρόνος.
- Τα μελλοντικά επαγγελματικά σου σχέδια, ποια είναι;
- Έχω τη μεγάλη τιμή φέτος το χειμώνα να κάνω κάποιες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, μια ορχήστρα την οποία δημιούργησε ο Σταύρος Ξαρχάκος μαζί με το Θάνο Μικρούτσικο, μία δωδεκαμελής εκπληκτική ορχήστρα ελληνικής μουσικής, όπου κατά καιρούς αναλαμβάνει έργα διαφόρων συνθετών. Αυτό το χειμώνα συνεργάζεται με το Μάριο Τόκα και κάνει μια αναδρομή σε όλη τη μουσική του πορεία μέχρι σήμερα. Η παράσταση ονομάζεται «Τα τραγούδια της παρέας», μία σημαντική εμπειρία, διαφορετική από τη μέχρι τώρα δουλειά μου, αλλά είναι πολύ σημαντικό να συνεργάζεσαι με μία τέτοια ορχήστρα και με το Μάριο Τόκα φυσικά. Είναι εκπληκτικοί μουσικοί όλοι τους, με πάρα πολλές εμπειρίες και είναι σκηνή, μάτια μου, δεν είναι πάλκο.

«Τελικά», διαπιστώνει ο Μανώλης, «τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή έρχονται τυχαία». Όπως και η πρόταση για τον καινούργιο του δίσκο. «Δεν είναι καλό να τα οργανώνουμε όλα», μου λέει, μαντεύοντας την τελευταία μου ερώτηση. «Ξαφνικά έπεσε ένα τηλέφωνο και μου λένε αυτό κι αυτό. Στείλτε μου, τους είπα, να τα ακούσω. Όταν πλέον είχα ηρεμήσει και δεν αγχωνόμουν για το τι και πότε θα το κάνω. Κάποια στιγμή είπα στον εαυτό μου άφησε τα. Άσ’ τα, χαλάρωσε. Και μετά από τρεις τέσσερις μήνες έφτασε αυτό, μόνο του. Είναι να συνωμοτήσει το σύμπαν για να τα καταφέρεις».


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κοζάνης ΜΟΧΛΟΣ, Φεβρουάριος 2006, αρ.τ. 1, σελ. 26-27, 31.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

ΑΓΝΩΣΤΗ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΑΓΝΩΣΤΗ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
Συνέντευξη με το συγγραφέα Νίκο Χ. Καλογερόπουλο
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Με τη συμβολή 50 και πλέον ερευνητών, ιστορικών και άλλων και υπό την αιγίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, σε έναν καλαίσθητο τόμο 560 σελίδων και κάτω από την επιμέλεια του γνωστού ερευνητού, φιλολόγου και συγγραφέα Νίκου Χ. Καλογερόπουλου το βιβλίο «Κοζάνη και Γρεβενά. Ο χώρος και οι άνθρωποι». Ένα βιβλίο καταγραφής της αρχαίας και σύγχρονης ιστορίας και της ιδιαίτερης πορείας των δύο νομών, άρρηκτα συνδεδεμένων σε όλες τις στιγμές του βίου τους, αλλά και της ιδιαίτερης παράδοσής τους και του φυσικού περιβάλλοντος του τόπου.
Το Αναγνωστήριο του Θ μίλησε με τον επιμελητή της έκδοσης κο Νίκο Χ. Καλογερόπουλο για το νέο βιβλίο και τη ιδιαίτερη αυτή μελέτη, αλλά και την αντιμετώπιση και την πορεία της τοπικής ιστορίας στην Κοζάνη και στην Ελλάδα.

- Κύριε Καλογερόπουλε, κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, υπό την επιμέλεια σας, μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για την ιστορία και την πορεία των νομών Κοζάνης και Γρεβενών. Σε τι ακριβώς αναφέρεται το νέο βιβλίο;
- Είναι ένα βιβλίο, το οποίο αναφέρεται στην ευρεία περιφέρεια. Εγώ ασχολούμαι με την τοπική ιστορία. Η τοπική ιστορία για να αντιμετωπιστεί σωστά έχει μία φυσική κλίμακα, την οποία αποτελούν ο οικισμός, η κοινότητα δηλ., η επαρχία και η περιφέρεια. Έχω βγάλει κάποια βιβλία για το χωριό μου το Ροδοβίστι (Ροδοχώρι), έβγαλα ένα βιβλίο με βάση το υλικό του λαογράφου του Φώτη Παπανικολάου για την επαρχία, όχι ακριβώς για την επαρχία Βοΐου, αλλά για το χώρο της επαρχίας ο οποίος είναι ο ορεινός όγκος Βοΐου και Γρεβενών και τώρα βγήκε το τρίτο μέρος το οποίο περιλαμβάνεται σε αυτό το βιβλίο. Η ευρεία περιφέρεια. Όχι όλη η Δυτική Μακεδονία, αλλά ο νομός Κοζάνης, όπως ήταν πριν κάποια χρόνια, μαζί με το νομό Γρεβενών. Η δουλειά ξεκίνησε βρίσκοντας πρώτα αυτούς οι οποίοι θα ασχοληθούν. Και θα ασχοληθούν αυτοί που ξέρουν. Και αυτοί που ξέρουν είναι πανεπιστημιακοί κατά το μεγαλύτερο μέρος και άλλοι ερευνητές, οι οποίοι βρίσκονται εδώ. Οι αρχαιολόγοι, οι λαογράφοι και διάφοροι άλλοι. Όλους αυτούς τους επιστρατεύσαμε και κάναμε αυτή τη δουλειά.
- Ποια ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει αυτό το έργο;
- Υπήρχε και μία άλλη αφορμή, πέρα απ’ αυτήν που συμπληρώνει την τοπική ιστορία. Είμαι εδώ στην Κοζάνη από μαθητής δημοτικού, ήρθα ως πρωτοδιόριστος καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρρένων, μετά ως σχολικός σύμβουλος και έχω ανακατευτεί και με την πολιτική. Ασχολούμαι δηλ. με την περιοχή. Είδα ότι λείπει από τα σχολεία ένα βιβλίο τοπικής ιστορίας. Δεν μπορούμε να ξεκινούμε την ιστορία μ’ αυτή τη γενική ιστορία που έχουμε στα σχολεία. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν από νωρίς προσπαθήσαμε να δούμε αν έχουμε τις δυνατότητες να γράψουμε μία τοπική ιστορία για τα σχολεία. Ξεκινήσαμε τη δουλειά αυτή ήδη από το 1995-1996 ο τότε διευθυντής του ΙΝ.Β.Α. και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, Βασίλης Καραγιάννης, εγώ και κάποιοι άλλοι, με τη βοήθεια και την υποστήριξη πάντα του πρώην Νομάρχη Κοζάνης Πάσχου Μητλιάγκα, ο οποίος ήταν και μαθητής μου. Κάναμε ένα συνέδριο το 1993 με τη βοήθεια του δήμου Κοζάνης, όπου η γραμματεία ήταν ο Βασίλης Σαμπανόπουλος, διευθυντής τότε της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, η Τάσα Σιόμου κι εγώ. Εμείς καλέσαμε να δούμε τι δυναμικό υπάρχει για να μπορέσουμε να γράψουμε ένα τέτοιο ιστορικό βιβλίο. Διαπιστώσαμε ότι πράγματι υπήρχε δυναμικό, το οποίο ήτανε κυρίως στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Όταν αργότερα το 1999, με την υποστήριξη πάντα του Πάσχου Μητλιάγκα, ξεκινήσαμε να γράφουμε αυτό το βιβλίο, είπαμε πρώτα με το Βασίλη εδώ και με τη Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου να αποτελέσουμε εμείς από εδώ τη γραμματεία. Σύντομα όμως είδα ότι αυτό δε γίνεται, έπρεπε η δουλειά αυτή να γίνει στη Θεσσαλονίκη. Κι έτσι ανέλαβα το βάρος εγώ. Κι εκεί με μία ομάδα πανεπιστημιακών, φίλων παλιών, συμμαθητών, αλλά και μαθητών μου, που είναι τώρα καθηγητές, κάναμε μία προσπάθεια να οργανώσουμε αυτή την ομάδα. Και ξεκινήσαμε έτσι, από ‘κεί. Τη δουλειά την ανέλαβε η συμβουλευτική επιτροπή, που αποτελείται από τον Ιωάννη Χασιώτη, Ιωάννη Κολιόπουλο και Ν. Κατσάνη. Μας βοήθησαν επίσης σε διάφορους τομείς, κυρίως στον παραδοσιακό υλικό πολιτισμό η Νόρα Σκουτέρη και στη λαϊκή τέχνη η Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα. Αυτές οι δύο κυρίες μας βοήθησαν πολύ, γιατί αυτός ο τομέας είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και ρίχνουμε το βάρος μας εκεί. Και επίσης και μία μεγάλη ομάδα από καθηγητές γεωλόγους, γλωσσολόγους, γεωπόνους και άλλους, γιατί μας ενδιαφέρει αυτό το πράγμα: Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι το φυσικό περιβάλλον. Θέλαμε να το αναδείξουμε αυτό, γιατί το φυσικό περιβάλλον, το τοπίο με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε τόπο δημιουργούν και τους χαρακτήρες των ανθρώπων.
- Γύρω από ποιους συγκεκριμένους τομείς κινείται η μελέτη του βιβλίου;
- Η μελέτη του βιβλίου κινείται σε τρεις τομείς. Ο ένας τομέας είναι αυτός που μόλις αναφέραμε, το φυσικό περιβάλλον. Ο δεύτερος τομέας είναι η κοινωνία και η ιστορία. Και εδώ είπαμε ότι πρέπει να ρίξουμε το βάρος, όχι στην αρχαία εποχή, αλλά στη σύγχρονη εποχή. Όσο πιο παλιά, τόσο λιγότερα. Όσο πιο κοντά είμαστε, τόσο πιο πολλά. Παρόλο που υπάρχουν δυσκολίες, γιατί δεν υπάρχουν προηγούμενες έρευνες για τις κοινωνικές ομάδες, αλλά σε σύγκριση με εκατό χρόνια πριν, όταν έχουμε την απογραφή του 1904, από μία εργασία ενός συναδέλφου στη Λάρισα του Κώστα Σπανού. Εκεί βλέπει κανείς τι μεγάλες αλλαγές έγιναν στο νομό. Πολλοί έφυγαν και πάρα πολλοί ήρθαν. Έφυγαν κυρίως αυτοί οι οποίοι ήταν Τούρκοι και ήταν πολλοί, αλλά και οι Βαλαάδες, οι οποίοι ήταν Έλληνες εξισλαμισθέντες στην περιοχή Γρεβενών κυρίως. Έφυγαν όλοι αυτοί και ήρθαν Μικρασιάτες, ήρθαν Πόντιοι, ήρθαν Θρακιώτες και αυτοί αποτελούν νέο αίμα, νέες κοινωνικές ομάδες, κοντά στις άλλες που ήδη υπήρχαν, δηλ. στους δικούς μας, που είναι ηπειρωτικής κυρίως καταγωγής ή τους Βλάχους, που είναι στα ορεινά εκεί πάνω της Πίνδου. Όλοι αυτοί αποτελούν πια μία ομάδα, που αποτελείται όμως από μικρότερες, ξεχωριστές κοινωνικές ομάδες.
- Γιατί είπατε νωρίτερα για την ιστορική καταγραφή «όσο πιο παλιά, τόσο λιγότερα»; Τι ακριβώς εννοείται μ’ αυτό;
- Γιατί συνήθως στα σχολεία κάνουμε αυτό το πράγμα: Μένουμε στα παλιά, στο Μεγαλέξανδρο ας πούμε και για τη σημερινή εποχή και το τι γίνεται τώρα και κυρίως τι έγινε επί Τουρκοκρατίας, απ’ όπου εμείς προερχόμαστε, δε γνωρίζουμε. Την περίοδο αυτή, την ιστορία αυτή, την είχαμε παραμελημένη, δεν την ξέραμε, δε μας ενδιέφερε κι επειδή είχαμε κι αυτές τις έχθρες και τις προστριβές με τους Τούρκους την «πετάγαμε».
- Ίσως γι’ αυτό λέγαμε εδώ στη Βόρεια Ελλάδα και στην Κοζάνη ειδικότερα ότι «δεν έχουμε ιστορία»; Γιατί εννοούσαμε μόνο την αρχαία ιστορία;
- Λέγαμε και για τους καινούργιους χρόνους, αλλά δε γινόταν τίποτα. Δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια επίσημη, σοβαρή. Τώρα αρχίζουνε σιγά-σιγά να γράφουν σε τρία επίπεδα όμως. Δηλ. πρέπει να δούμε επίπεδο οικισμού, επίπεδο επαρχίας και επίπεδο περιφέρειας, που είναι η ευρύτερη περιφέρεια.
- Γιατί υπήρχε αυτή η εμμονή της σύνδεσης με την αρχαία Ελλάδα;
- Αυτό έχει προκύψει από την αντίληψη του εθνικισμού. Όταν στη θέση των θρησκειών κυρίως και των μοναρχιών μετά, πέρασε ο εθνικισμός, τότε έπρεπε να ενισχύσει κάθε λαός το έθνος του και όσο πιο πίσω πήγαινε, όσο πιο μεγάλη σχέση αυτό το έθνος είχε με τον αρχαίο πολιτισμό, τόσο νόμιζε ότι εξοπλίζεται και γίνεται πιο ισχυρό. Η Ελλάδα, ας πούμε. Όταν ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι εκείνος που διαμόρφωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και εμείς είμαστε οι απόγονοι, οι άμεσοι μάλιστα απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, άρα λοιπόν εμείς είμαστε που κληρονομήσαμε και εμείς πρέπει να δώσουμε τα «φώτα» αυτού του πολιτισμού στον υπόλοιπο κόσμο. Οι σημερινοί μεγάλοι ιστορικοί λένε ότι η νεώτερη Ελλάδα εκείνο το οποίο έχει να δώσει στον κόσμο δεν είναι βέβαια η συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων, η ερμηνεία τους. Αυτό γίνεται στην Ευρώπη. Είναι όμως το αντιστασιακό φρόνημα που επέδειξαν εναντίον του ναζισμού. Αυτή η περίπτωση πρέπει να αναδειχθεί και έχουμε κάνει πολύ μεγάλη προσπάθεια στην Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, στην οποία είμαι πρόεδρος, με εκθέσεις για την αντίσταση του ’40, με βιβλία, όπου πήραμε και μαρτυρικές καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων για το τι έγινε τότε, ώστε εμείς δε θα γράψουμε ιστορία, αλλά μαζεύουμε τα αρχεία να τα θέσουμε υπόψη των ιστορικών του μέλλοντος, όταν θα καθίσουν να γράψουν την ιστορία αυτή μιας περιοχής και μιας εποχής, η οποία είναι πράγματι τρομακτική στα αποτελέσματά της. Άλλαξε τελείως η ζωή μας ολόκληρη.
- Το τρίτο μέρος του βιβλίου με τι ασχολείται;
- Το τρίτο μέρος του βιβλίου είναι ο πολιτισμός. Μας ενδιαφέρει άμεσα να δούμε τι γίνεται εδώ. Κυρίως στο χώρο αυτό, στο χώρο του παραδοσιακού υλικού πολιτισμού. Όχι με την αντίληψη που είχαν ως τώρα οι παλιοί λαογράφοι, οι οποίοι έβλεπαν ηθογραφικά τα πράγματα και εκείνο που κυρίως ζητούσαν ήταν να συνδέσουν την εποχή αυτή με τους αρχαίους Έλληνες. Αυτό ήταν αίτημα της εποχής τους ή τέλος πάντων είναι μία πτυχή κι αυτή. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να δούμε ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός ο πολιτισμός. Γιατί υπήρχε αυτόνομος πολιτισμός, συγκροτημένος στις ορεινές κυρίως κοινότητες σε όλες τις εκφάνσεις του βίου. Και για την τροφή και για τις δουλειές και για τα ζώα και για τα πάντα. Τη ζωή του ανθρώπου, το γάμο, τα βαφτίσια. Όλα αυτά μας δείχνουν τη ζωή των ανθρώπων, πως αυτή η ζωή ήταν οργανωμένη. Καθώς δεν υπήρχε άλλη οντότητα από πάνω, αυτοί για εκατοντάδες χρόνια είχαν αυτή τη διοίκησή τους αυτόνομα και είχαν προχωρήσει και σε πολλά πράγματα στα σχολεία, στην εκπαίδευση, σε ζητήματα δικαστικά και με τη συνδρομή της εκκλησίας.
- Κύριε Καλογερόπουλε, πόσο γνωστή είναι η τοπική ιστορία στους ανθρώπους του τόπου; Εμείς, στην Κοζάνη, γνωρίζουμε την τοπική μας ιστορία ή μένουμε κολλημένοι στην αρχαία ελληνική ιστορία, έτσι όπως τη μαθαίνουμε κυρίως στο σχολείο;
- Δεν τη γνωρίζουμε, όχι. Δεν την ξέρουμε κι αυτό είναι το κακό. Και εκείνο που έχει μεγάλη σημασία για έναν τόπο είναι πράγματι αυτή η τοπική ιστορία, η οποία περιλαμβάνει την ιστορία των οικογενειών, των κοινωνικών ομάδων, όλα αυτά τα πράγματα και αν δεν τα ξέρουμε αυτά, είναι αδύνατον να δούμε τι γίνεται, από πού ήρθαμε, πού είμαστε, τι είδους σπίτια είχαμε και τι είδους σπίτια έχουμε τώρα. Μας ενδιαφέρει πολύ αυτό το πράγμα, γιατί απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στα μέσα του περασμένου (20ου) αιώνα, μετά το 1940 και ως το 1970 περίπου, άλλαξε ο κόσμος όλος. Μπήκαν στη μέση η συγκοινωνία, η επικοινωνία, όλα αυτά τα μέσα τα φοβερά, όπως είναι η τηλεόραση, ο καταναλωτισμός, παρατήσαμε όλοι μας εκείνα που είχαμε και με τα οποία μπορούσαμε να ζήσουμε, να τραφούμε, ιδέες που περνούσαν και στηριζόμασταν σ’ αυτές, έρχονται τώρα όλα απ’ έξω, κατευθυνόμενα απ’ έξω. Αυτά που δημιουργούνται με τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Αυτά είναι επικίνδυνα, όταν εμείς δεν έχουμε συγκροτημένη άποψη για το τι είμαστε, ποιους είχαμε κοντά, τι πιστεύαμε. Όχι να γυρίσουμε σ’ αυτά, αλλά να μπούμε στην ουσία, να βρούμε ποια είναι αυτή η περίπτωση του παραδοσιακού υλικού πολιτισμού. Να βρούμε ποια τραγούδια είχαμε, να τα αναλύσουμε, τι είναι αυτά, γιατί είναι τέτοια, ποιες είναι οι παροιμίες, γιατί είναι αυτές οι παροιμίες, πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι, πώς τρεφόταν κι από εκεί θα δει κανείς ότι έχουνε πια την ίδια μορφή μπροστά μας.
- Σε τι μπορεί να χρησιμεύσει όμως αυτή η γνώση της τοπικής ιστορίας, μιλώντας πάντα για τον απλό άνθρωπο και την καθημερινή ζωή;
- Η ιστορική αυτογνωσία, έτσι όπως ενσωματώνεται στον πολιτισμό και στις περιπέτειες κάθε περιοχής, ενισχύει τους ανθρώπους, που δέχονται καταιγισμό νέων εικόνων, νέων προϊόντων, νέων τρόπων ζωής απέναντι στο παρελθόν. Καλλιεργεί σχέσεις. Η ιστορία γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο πιο ανθρώπινη, πιο κοντινή και πιο φιλική, πράγμα που δεν είναι η σχολική ιστορία. Στον καθημερινό πολίτη αυτό είναι πολύ χρήσιμο, γι’ αυτό χρειάζονται τα βιβλία της ιστορίας, οι φωτογραφίες, οι λαογραφικές συλλογές, η ανάδειξη των παλιών κτισμάτων, να ξέρουν πώς ζούσαν, πώς έχτιζαν τα σπίτια τους, τα ντόπια υλικά, τα πανηγύρια, οι συζητήσεις, τα συνέδρια, τα ηρώα, όπου πρέπει να τιμούμε αυτούς τους προγόνους μας. Στην οργάνωσή μας, όταν μαζέψαμε όλους αυτούς τους καθηγητές και τους άλλους ερευνητές, που πήραν μέρος και ξεπερνούν τους 100, εγώ ζήτησα εκτός από την εργασία αυτή που παρέδωσαν, να δώσουν και μία ιστορία για τα σχολεία. Και παράλληλα άρχισαν να γράφουν και μία ιστορία, εκλαϊκευμένα και με λιγότερα βέβαια λόγια, διαφορετική λιγάκι για να περάσει στα σχολεία. Καλού-κακού εγώ ζήτησα από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να εγκρίνουν αυτή μας την προσπάθεια. Δυστυχώς όμως η απάντηση τους ήταν αρνητική. Με δύο λόγια είπαν «όχι, εμείς θα γράψουμε από την Αθήνα και την τοπική ιστορία για την Κοζάνη», πράγμα φυσικά αδύνατο. Δε γίνεται κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσουμε όμως με την βοήθεια των τοπικών αρχόντων και των τοπικών υπευθύνων εκπαίδευσης να ετοιμάσουμε μία τοπική ιστορία για τα σχολεία. Θα είναι ένα πρότυπο μάθημα, όπου ανάμεσα στα άλλα ο καθηγητής θα ζητάει από τα παιδιά, μέσα στα πλαίσια του μαθήματος, να γράψουν μια ιστορία για το χωριό τους. Ό,τι ξέρουν από τον παππού και τη γιαγιά τους. Θα ξεκινήσουν στηριζόμενα σ’ αυτές τις πληροφορίες και έτσι τα ίδια θα αποκτήσουν κάτι το οποίο θα τους μείνει. Εκείνο το οποίο επίσης επιδιώξαμε είναι να υπάρχει επιστημονική πληρότητα στο βιβλίο, αλλά να απευθύνεται στο μέσο αναγνώστη. Μία εκλαΐκευση, χωρίς να χάσει όμως την επιστημονική του ουσία.


Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο δισέλιδο της εφημερίδας ΘΑΡΡΟΣ της Κοζάνης ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ, Σεπτέμβριος 2004, αρ. δισέλιδου: 16, σελ. 2.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

«ΕΠΙΧΕΙΡΩ ΝΑ ΜΕΤΑΠΛΑΣΩ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ…»

Ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου στην Κοζάνη
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Τον βραβευμένο με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μυθιστορήματος συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου παρουσίασαν το απόγευμα της Παρασκευής 25 Ιανουαρίου 2002 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης η πνευματική επιθεώρηση ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ και το ΙΝ.Β.Α. Η συνάντηση διοργανώθηκε στο πλαίσιο των ετήσιων συναντήσεων της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ με τους νεοέλληνες λογοτέχνες και για τη σταδιοδρομία και το έργο του Ανδρέα Μήτσου μίλησαν η φιλόλογος κα Αγνή Παπακώστα και ο στενός συνεργάτης της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ κος Μάκης Καραγιάννης. Χαρακτηριστικά διηγήματα από την τελευταία διηγηματική συλλογή του συγγραφέα διάβασε ο ηθοποιός κος Στάθης Νάτσιος.
Το συγγραφικό έργο του Ανδρέα Μήτσου περιλαμβάνει έξι συλλογές διηγημάτων, με πιο πρόσφατη τις «Σφήκες» και ένα μυθιστόρημα «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου», για το οποίο ο συγγραφέας τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μυθιστορήματος και οπτικοποιήθηκε για την τηλεόραση. Ο ίδιος ο συγγραφέας ευχαρίστησε το ΙΝ.Β.Α. και την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ για την πρόσκληση και μίλησε με θερμά λόγια για το έργο του Ινστιτούτου και του περιοδικού που, όπως είπε, έχει καταφέρει να γίνεται γνωστό και στο κέντρο.
«Επιχειρώ να μεταπλάσω τον κόσμο», είπε χαρακτηριστικά ο κος Μήτσου μιλώντας για τη συγγραφική του πορεία. Αυτό είναι το στοίχημα που ο κάθε συγγραφέας βάζει προσπαθώντας μέσα στα γραπτά του να παρουσιάσει λίγο διαφορετικό τον κόσμο γύρω του. «Αυτό που ο κάθε συγγραφέας ελπίζει», κατέληξε ο κος Μήτσου, «είναι να ζητήσει μία συγνώμη γιατί ασελγούμε πάνω στην πραγματικότητα».
Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης ο Π.Λ είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τον Ανδρέα Μήτσου για τους συγγραφείς, τα βιβλία του και τη γραφή.

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΩ ΤΙΣ ΕΝΟΧΕΣ…»

- Κύριε Μήτσου, σήμερα στη Δ.Β.Κ. έλαβε χώρα μία εκδήλωση προς τιμήν σας. Πόσο σημαντικό είναι τελικά για έναν λογοτέχνη η τιμή από κάποιους ανθρώπους;
- Είναι σημαντικό, γιατί νιώθει ότι βρίσκει κώδικα επικοινωνίας. Απώτατος στόχος της γραφής είναι η ανατροπή της κατάστασης της μοναξιάς. Βλέποντας λοιπόν τόσο κόσμο αισθάνεται ότι πιθανώς με μερικούς να ήρθε σε μια ουσιαστική επαφή. Αυτό είναι ένας απώτατος στόχος. Η αρχή, το ξεκίνημα αυτής της επικοινωνίας με τον αισθητικό κώδικα που υποδηλώνει ο συγγραφέας είναι πολύ σημαντικό πράγμα.
- Είπατε ότι ένας από τους στόχους της γραφής είναι και η ανατροπή της μοναξιάς. Εσείς, όταν ξεκινήσατε τη συγγραφική σας πορεία, ήταν κι αυτός ένας στόχος σας;
- Ήτανε μια ενστικτώδης αντίδραση σε μια πραγματικότητα πιεστική. Δεν ξέρω αν έγινε τίποτα, μάλλον δεν γίνεται τίποτα. Μάλλον διασκεδάζουμε το χρόνο που γράφουμε, διασκεδάζουμε τη μοναχική κατάσταση. Η μοναξιά έχει χίλια κεφάλαια.
- Εσείς για ποιο λόγο ξεκινήσατε να γράφετε;
- Ξεκίνησα να δημοσιεύω για να σωματοποιήσω τις ενοχές. Ο λόγος ήτανε μία πιο προκλητική στάση από μια σύμφυτη δειλία ή απόσυρση της μη δημοσίευσης αυτών, που είχα απ’ τη στιγμή που αποφάσισα να εκφραστώ σα συγγραφέας. Τότε έγινα πιο επιθετικός, διεκδίκησα το δικαίωμα να έχω αισθητική θέση συγκροτημένη και ένα συγκεκριμένο ύφος. Επικίνδυνα πράγματα όμως όλα αυτά που λέμε. Είναι εκ των υστέρων ερμηνείες. Πάντως με ευχαριστεί όταν τελειώνει κάτι και έχω την αίσθηση ότι κάτι έχει μεταλλαχθεί, αν όχι έξω μου μέσα μου.
- Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει, κύριε Μήτσου, ο τόπος που ζει κανείς, που μεγαλώνει με το μετέπειτα συγγραφικό του έργο;
- Είναι κυρίαρχος ο τόπος, γιατί αποτελεί το καταφύγιο, την απώτατη προοπτική και ελπίδα επιστροφής και αθώωσης. Είναι το αιτιατό μέρος των πραγμάτων, εκεί που πρέπει να αθωωθείς και να αποστασιοποιηθείς ως άτομο. Ο τόπος είναι το απαραίτητο στοιχείο για να λάβεις σωματικοποιημένη υπόσταση. Πρέπει δηλ. να αποκτήσεις μία συνείδηση του τόπου, για να μπορείς να οριστείς μετά. Χωρίς τη συνείδηση του τόπου σου αποκλείεται να έχεις συνείδηση καλλιτέχνη. Αυτά τα κοσμοπολίτικά και τα εύκολα τα θεωρώ χυδαία. Πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον τόπο σου, συνακόλουθα τη γλώσσα με την οποία εκφράζεσαι και μετά να βρεις τον ατομικό κώδικα επικοινωνίας.
- Στο παρελθόν έχετε ξαναέρθει στην Κοζάνη. Τι εντυπώσεις σας έχει αφήσει; Είναι μία πόλη που μπορεί να φτιάξει λογοτέχνες;
- Προφανώς. Περνώντας προηγουμένως από τον πεζόδρομο είδα κάποιον που έπαιζε ακορντεόν και τραγούδαγε ένα τραγούδι της δεκαετίας του ‘60. Και ήταν εν απολύτω συνειδήσει του τι τραγούδαγε και έπαιζε. Ήτανε μία εικόνα πάρα πολύ εντυπωσιακή. Πρέπει να μπορείς να έχεις τις προσλαμβάνουσες, να μπορείς να δεις, να εισπράξεις δηλ. την ποιητικότητα και όχι μόνο το τοπίο. Το τοπίο είναι πανέμορφο. Οι άνθρωποι το ίδιο. Εκεί που έχεις αγαπήσει, εκεί το τοπίο είναι σπουδαίο. Άλλο ποιοι βγαίνουν, ποιοι βγάζουν βιβλία κι άλλο ποιοι είναι λογοτέχνες. Κανείς δεν ξέρει πριν ούτε τις δυνατότητες του, ούτε τα όρια του. Κι αυτά που φαίνονται δεν είναι απαραίτητα και τα είναι των πραγμάτων.
- Θεωρείστε διηγηματογράφος. Είναι πιο δύσκολο για έναν συγγραφέα το διήγημα από το μυθιστόρημα;
- Είναι πιο δύσκολο βέβαια. Στο μυθιστόρημα φλυαρείς, πρέπει να φλυαρείς εκ των πραγμάτων, πρέπει να αναπτυχθείς. Με το διήγημα είναι αλλιώς.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, 29/1/2002, αρ.φ. 2816, σελ. 4

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Το ταξίδι του Αλέξανδρου Βρεττάκου στο μαγικό κόσμο της φωτογραφίας ξεκίνησε το 1986 με μία φωτογραφική μηχανή, ένα φτηνό ρώσικο εκτυπωτή και την πρώτη, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Το 2000 τον ίδιο άνθρωπο, γνωστό στο κοινό της Κοζάνης από τη φωτογραφική του σταδιοδρομία, ακολουθούν δέκα ατομικές εκθέσεις -η πιο πρόσφατη στο χώρο του Τ.Ε.Ι. Κοζάνης ολοκληρώθηκε μόλις χτες το βράδυ- και δύο πρώτα βραβεία στις δύο ομαδικές, του Δήμου Κοζάνης και του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη στη Θεσσαλονίκη, που έχει συμμετάσχει. Επίσης το πτυχίο και η επαγγελματική ιδιότητα του καθηγητή φυσικής αγωγής. Δύο φαινομενικά αταίριαστες μεταξύ τους επιστήμες που ο ίδιος καταφέρνει να συνδυάζει αρμονικά, χωρίς να αποχωρίζεται τη μία ή την άλλη. «Τα τρία πιο σημαντικά πράγματα για μένα», διευκρινίζει στο «Θ» ο Αλέξανδρος Βρεττάκος, «είναι η εξοικείωση με το περιβάλλον, ο αθλητισμός και η τέχνη. Προσπαθώ λοιπόν να ασχοληθώ και με τα τρία».
Δυο διαφορετικές τέχνες που για τον Αλέξανδρο Βρεττάκο πάντα προϋπήρχαν και εκδηλώθηκαν την ίδια εποχή. Στα φοιτητικά χρόνια, την πιο πρόσφορη εποχή, όπως κι ο ίδιος λέει, για την έκφραση τέτοιων διεξόδων προς την τέχνη. «Σπούδασα γυμναστής στη Γιουγκοσλαβία», διευκρινίζει, «κι εκεί υπήρχαν πάρα πολύ φτηνά υλικά γύρω από τη φωτογραφία. Ήταν κι αυτό ένα κίνητρο. Δούλεψα πάρα πολύ μόνος μου με αποτέλεσμα να έχω μια πολύ αργή εξέλιξη. Ήταν όμως μια ευχάριστη έκπληξη για μένα κι ένα πολύ καλό κίνητρο να ανακαλύπτω μόνος μου πράγματα και να προχωράω μόνος, άσχετα αν αργότερα είδα ότι τα είχαν ανακαλύψει και άλλοι πριν από μένα. Ήταν ένας μαγικός κόσμος το να ανακαλύπτεις πράγματα και να προχωράς. Είσαι λίγο στην απομόνωση όταν λειτουργείς έτσι, αλλά πολλές φορές χρειάζεται και η απομόνωση, γιατί σε βοηθάει στο να λειτουργείς ανεπηρέαστος και να ψάχνεις μέσα σου τι θέλεις. Πάντα θα δεχόμαστε επιρροές από τους άλλους. Καλό όμως είναι να κοιτάμε και μέσα μας. Γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε ένα ιδιαίτερο στυλ ο κάθε άνθρωπος σ’ αυτό που κάνει».
Ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει μέσα από τις φωτογραφίες του που αποσπούν χωρίς πολύ κόπο το βλέμμα. Ο ίδιος μιλώντας για την ανταπόκριση του κόσμου απλά περιορίζεται να πει ότι «από τους πολύ φίλους μου υπάρχει η αποδοχή ότι είμαι όντως καλός στη φωτογραφία». Όπως παρατηρεί η αντιμετώπιση της τέχνης στην επαρχία είναι πολύ διαφορετική απ’ ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα. «Η επαρχία», λέει ο κος Βρεττάκος, «σ’ αυτό που πάσχει είναι ότι δεν έχει το κριτικό επίπεδο που υπάρχει στα μεγάλα αστικά κέντρα. Γιατί εκεί υπάρχουν συνέχεια τέτοιες εκδηλώσεις και πολλές μορφές τέχνης και οι άνθρωποι έχουν πιο υψηλό κριτικό επίπεδο, οπότε μπορούν να αξιολογήσουνε καλύτερα τη δουλειά σου. Όχι ότι εδώ δεν αποκομίζεις θετικά σχόλια. Απλά η οπτική τους εκεί είναι τελείως διαφορετική απ’ ότι είναι στην επαρχία». Οι προϋποθέσεις όμως για τέχνη και δημιουργία υπάρχουν παντού κι όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. «Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υποστηρίζει με θέρμη, πάντα υπάρχει και η δυνατότητα να αναπτυχθούν κάποιες μορφές τέχνης. Η Κοζάνη είναι μία πόλη που έχει ιδιαίτερα αυτή την ανάγκη, γιατί από τη φύση της κι όσο κι αν θέλουμε εμείς να «το κάνουμε χρυσό το σοκολατάκι» είναι μία πόλη η οποία είναι σχετικά άσχημη σε σχέση με άλλες. Όταν λέω σχετικά άσχημη εννοώ ότι συναντάς πάντα μπροστά σου μπετόν, διάφορες επιγραφές, αυτοκίνητα. Έχει αποδειχθεί ότι η τοπογραφία ενός χώρου επηρεάζει σε όλες τις εκδηλώσεις τους ανθρώπους, οπότε επηρεάζει σίγουρα και στην τέχνη. Όπως μπορεί να επηρεάζει και τον αθλητισμό. Αλλά επειδή ακριβώς είναι δύσκολη η περιοχή εδώ, αυτός είναι ακόμη ένας λόγος να δώσουμε μία έμφαση και διεξόδους στους νέους. Μια καλή προσπάθεια είναι αυτή που έχει κάνει ο Δήμος με το Εικαστικό Εργαστήρι. Δυστυχώς, όμως δεν υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση από τις κατάλληλες ηλικίες. Και για μένα κατάλληλες ηλικίες είναι από 17 μέχρι 25. Γιατί σ’ εκείνη την ηλικία έχεις και την ευαισθησία και το χρόνο να ασχοληθείς μ’ αυτά τα πράγματα. Μετά περνάς στην παραγωγή, δεν έχεις χρόνο, πρέπει να δουλέψεις για να κάνεις καριέρα, πρέπει ήδη να ξέρεις κάποια πράγματα για να τα χρησιμοποιήσεις στην υπόλοιπη ζωή σου, δύσκολα τα μαθαίνεις μετά».
Το φωτογραφικό εργαστήρι που ο Αλέξανδρος Βρεττάκος θα ήθελε να λειτουργεί στην πόλη της Κοζάνης, για να δώσει μια διέξοδο στους νέους και σε όλους τους λάτρεις της φωτογραφίας, ετοιμάζεται πλέον να γίνει πραγματικότητα. «Ήδη», όπως μας αποκάλυψε ο κος Βρεττάκος, «αυτή τη στιγμή ο κος αντιδήμαρχος, ο κος Γελαδάρης σε συνεργασία και με το Δήμαρχο, αλλά και με τη διευθύντρια της Δ.Ε.Π.Α.Κ. την κα Βόμβα προχωρούν σε ένα πλάνο για ένα φωτογραφικό εργαστήρι. Ο χώρος πιθανόν να είναι έτοιμος μέχρι τα Χριστούγεννα. Πιστεύω ότι θα γίνει ένα καλό ξεκίνημα από το Δήμο, γιατί, πριν καν ανακοινωθεί επίσημα, αρκετοί φίλοι που το έμαθαν έδειξαν αμέσως ενδιαφέρον. Υπάρχουν πολλά άτομα στην Κοζάνη που ενδιαφέρονται για τη φωτογραφία. Και είναι μια καλή διέξοδος για όλους».
Αυτό που συμβουλεύει τα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τη φωτογραφία είναι η απασχόληση με κάθε μορφή τέχνης γενικότερα. «Να βλέπουν πάρα πολύ κινηματογράφο, να διαβάζουν όσο γίνεται περισσότερο εξωσχολικά βιβλία και να παρακολουθούν οποιεσδήποτε εκδηλώσεις γίνονται στην Κοζάνη, είτε αυτό είναι εκδηλώσεις μουσικής, φωτογραφίας, κινηματογράφου, θεάτρου, σε οποιεσδήποτε μορφής τέχνης γίνονται εκδηλώσεις να τις παρακολουθούνε, γιατί η απομόνωση σε μια μορφή τέχνης δεν είναι ό,τι καλύτερο. Πρέπει να έχεις μια πολύπλευρη μόρφωση. Κι όχι μόνο ειδικά πάνω στην τέχνη αλλά και σε πολλά πράγματα και στον αθλητισμό και στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική ζωή για να έχεις μια σφαιρική άποψη των πραγμάτων και να μπορείς να λειτουργείς πιο ολοκληρωμένα μέσ’ απ’ αυτό που κάνεις. Θα πρέπει να παρακολουθείς τα πάντα γύρω σου και να αρπάζεις ό,τι ευκαιρίες σου δίνει η Κοζάνη έτσι όπως είναι. Από εκεί και πέρα να κάνουν οικονομίες για να πάρουν την πρώτη τους φωτογραφική μηχανή κι από εκεί και πέρα όλα θα γίνουν μόνα τους, χωρίς να το καταλάβουν».
Στην ερώτηση σαν τι από τα δύο συστήνεται, γυμναστής ή φωτογράφος, απαντάει μάλλον διπλωματικά. «Δεν είμαι ένας», λέει χαρακτηριστικά, «είμαι δύο που μαλώνουν συνέχεια ο ένας με τον άλλον. Βασικά είμαι γυμναστής. Το χόμπι μου είναι η φωτογραφία κι επειδή ασχολούμαι κάπως πιο έντονα με το χόμπι μου, ενισχύω καλύτερα και την προσωπικότητα του γυμναστή. Αποβάλλω το άγχος βρίσκοντας διέξοδο μέσα από τη φωτογραφία. Το ένα βοηθάει στο άλλο. Όσο πιο πολύ άγχος ξεφορτώνομαι στη φωτογραφία, τόσο πιο πολύ βελτιώνομαι στη φωτογραφία».
Στα μελλοντικά, φωτογραφικά σχέδια του Αλέξανδρου Βρεττάκου περιλαμβάνεται μία ακόμα ατομική έκθεση τον επόμενο μήνα με θέμα τους «Ακροβάτες του χρόνου», ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνηση στους δρόμους και μία δεύτερη έκθεση, την περίοδο της Αποκριάς με θέμα την Κοζανίτικη αποκριά. Και οι δύο εκδηλώσεις πραγματοποιούντα σε συνεργασία με το Δήμο Κοζάνης. Αυτά για το άμεσο μέλλον. Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος αποφεύγει τα μακροχρόνια σχέδια. Προτιμάει τη στιγμή. Άλλωστε, όπως κι ο ίδιος λέει, «το μόνο σίγουρο για το μέλλον είναι πως δε θα πάψω να «τραβάω» φωτογραφίες».



Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κοζάνης ΘΑΡΡΟΣ, 11/11/2000, αρ.φ. 11213, σελ. 8.

ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ:

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΦΡΙΚΗ
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Οι χαρούμενες παιδικές φωνές και τα ανέμελα γέλια των μικρών παιδιών δεν αντηχούν πλέον στα στενά και στους μεγάλους δρόμους της Βαγδάτης. Η θρυλική πρωτεύουσα του Ιράκ κάθε βράδυ χάνεται μέσα στον απάνθρωπο ήχο των σειρήνων του πολέμου και τα γέλια των μικρών παιδιών δεν αντηχούν σε κανένα μέρος του κόσμου, όπου οι σειρήνες ουρλιάζουν.

Τα παιδιά ήταν τα μεγάλα θύματα και αυτού του νέου πολέμου. Οι εικόνες από τα νοσοκομεία της χώρας επιβεβαίωσαν απλά τη φρίκη. Όσα παιδιά καταφέρουν να επιβιώσουν, αν δεν έχουν να αντιμετωπίσουν κάποια σωματική αναπηρία ή την ορφάνια, θα έρχονται πάντα αντιμέτωπα με τις εικόνες του πολέμου, που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη τους. Ο πόλεμος στο Ιράκ επηρέασε συνειδητά και ασυνείδητα ολόκληρο τον κόσμο και τα δικά μας παιδιά, που αν και δεν είδαν τις αιματοχυσίες μπροστά στην πόρτα τους, τις έζησαν μέσα από τους δέκτες της τηλεόρασης τους. Και δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να κατανοήσουν όλη αυτή τη βία.
Το actuelle μίλησε με την κα Δήμητρα Μαχτή, νευρολόγο-ψυχίατρο παίδων, για τις αντιδράσεις των παιδιών στο άκουσμα και στα αποτελέσματα του πολέμου και ζήτησε τη συμβουλή της για την καλύτερη θωράκιση των παιδιών μας, απέναντι στις σκληρές εικόνες του μετώπου, αλλά και για τις δικές μας απαντήσεις στις απορίες και στις ερωτήσεις τους.

- Κυρία Μαχτή, τις τελευταίες μέρες γίναμε μάρτυρες ενός νέου, σκληρού πολέμου στο Ιράκ που, καλώς ή κακώς, με τη δύναμη της τηλεόρασης, έμπαινε καθημερινά μέσα στα σπίτια μας, αναστατώνοντας μας όλους και κυρίως τα μικρά παιδιά. Πώς αντιδρά το μικρό παιδί στην είδηση, στο γεγονός ενός πολέμου, είτε αυτός είναι μέσα στη χώρα του, είτε όχι; Τι προκαλεί η σκέψη του πολέμου και μόνο στα παιδιά;
- Πρέπει αρχικά να πούμε ότι τα παιδιά ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο. Δεν έχει καμία σχέση ο κόσμος των παιδιών με τον κόσμο των μεγάλων. Ο κώδικας, ο οποίος αναλύει τα όποια μηνύματα ένα παιδί δέχεται, είναι τελείως διαφορετικός από τον κώδικα ενός μεγάλου. Γι’ αυτό το λόγο τα παιδιά το πρώτο πράγμα που αισθάνονται, όταν ακούν για κάποια βιαιότητα, για ένα σεισμό, για έναν πόλεμο, οτιδήποτε μπορεί να επιφέρει τραυματισμό ψυχικό ή σωματικό στην ανθρώπινη ζωή, οπωσδήποτε τρομάζουν και τους δημιουργεί έντονες ανησυχίες και φόβο. Βέβαια, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο ζουν και με τη δυνατότητα να είναι κοντά ή μακριά απ’ αυτές τις καταστάσεις, έχουμε και τα ανάλογα αποτελέσματα. Ένα παιδί που είναι μακριά από έναν πόλεμο, όπως τα παιδιά της Ελλάδας σήμερα, που ζουν αυτόν τον πόλεμο ακουστικά και μέσα από τη δυναστεία της εικόνας, μπορεί να τους δημιουργήσει νυχτερινούς εφιάλτες, τρόμους, να τους δημιουργήσει φόβους και οι φόβοι αυτοί να μεταφραστούν σαν υπνοβασία, να μεταφραστούν σαν μία έλλειψη ασφάλειας, η οποία εμφανίζεται μέσα στο σπίτι και σαν μία έλλειψη προστασίας, διότι αισθάνονται ότι εφόσον πολλά άλλα παιδιά ζουν χωρίς προστασία, τη νόμιμη προστασία και τη μόνιμη αυτή που η φύση μας δίνει μέσα από τους γονείς, θα αισθανθούν κι αυτά την έλλειψη της έντονης προστασίας και της τρυφερότητας που οι γονείς παρέχουν. Ακόμη οι σκληρές καταστάσεις μπορεί να τους επιφέρουν αργότερα και κάποια τικ. Κυρίως για τα παιδιά της χώρας μας και για τα παιδιά της Ευρώπης, τα οποία δε ζουν άμεσα μία καταστροφική κατάσταση, μία έντονη βιαιότητα, ωστόσο ζουν μέσα από τους δέκτες σαν τρίτα άτομα αυτές τις αγριότητες, οι οποίες δεν είναι και οι καλύτερες. Και για τους μικρούς, αλλά και για τους μεγάλους. Κι εδώ μία μικρή παρένθεση: Δεν είναι μόνο τα μικρά παιδιά που θα μπορούσαν να έχουν κάποιες επιπτώσεις και κάποια συμπτώματα τρόμου, είναι και οι μεγάλοι. Και στους μεγάλους μπορεί να δημιουργήσει κάτι επίσης σοβαρό, ωστόσο εκείνο που μας κάνει να έχουμε μία διαφορική διάγνωση είναι ότι στον μεγάλο αποβάλλεται πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο γρήγορα. Στο μικρό παιδί όμως αποβάλλεται πολύ πιο αργά και μ’ έναν ρυθμό, ο οποίος μπορεί να μην είναι και τόσο έντονος και να το ακολουθήσει για ολόκληρη τη ζωή του.
- Για να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι, τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει και να αφήσει σε ένα παιδί μία τέτοια κατάσταση; Έναν μόνιμο φόβο ίσως;
- Έναν μόνιμο φόβο, που μπορεί να οδηγήσει σε μία μόνιμη ανασφάλεια, η οποία με τη σειρά της να δημιουργήσει μία νεύρωση και να μαζευτούν διάφορες νευρώσεις, οι οποίες αργότερα να μας οδηγήσουν σε πολύ σοβαρότερες καταστάσεις. Εάν όμως αυτή η μόνιμη ανασφάλεια δεν οδηγήσει σε τόσο δύσκολες καταστάσεις, μπορεί να έχουμε κάποιες απλές χαρακτηροπάθειες, με αποτέλεσμα να δημιουργεί αυτός ο χαρακτήρας συμπεριφορές οι οποίες δεν είναι και τόσο ευχάριστες για το κοινωνικό σύνολο και για το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον.
- Επηρεάζει δηλ. άμεσα τη μελλοντική διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός παιδιού.
- Επηρεάζει τη μελλοντική διαμόρφωση του χαρακτήρα του, την τάση του για εξάρτηση. Πολύ πιο εύκολα ένα από τα παιδιά αυτά θα ακολουθήσει εξάρτηση απ’ ό,τι ένα άλλο παιδί, διότι φοβάται και ακούμε να λένε συχνά ότι «δεν αντέχω αυτόν τον κόσμο». Που σημαίνει ότι εφόσον δεν τον αντέχει παίρνει ένα βοήθημα για να τον αντέξει. Αυτό το βοήθημα θα ήταν καλό να του δοθεί από ειδικούς, εάν όμως αυτό δε γίνει για διάφορους λόγους, μπορεί να οδηγήσει σε μία εξάρτηση και η εξάρτηση της κάθε μορφής καταλήγει σε σκληρές καταστάσεις.
- Υπάρχει ο κίνδυνος, εξαιτίας αυτών των γεγονότων και της φρίκης που τα παιδιά βλέπουν να διαδραματίζεται μπροστά τους, να οδηγηθούν κι αυτά μεγαλώνοντας σε ακραίες συμπεριφορές;
- Ναι και είναι φυσικό, διότι αυτά τα παιδιά σιγά-σιγά χάνουν την πίστη τους στις αξίες, επομένως εύκολα μπορούν να παρασυρθούν από τις όποιες μισαλλοδοξίες, φιλοδοξίες, πληροφορίες και παραπληροφορίες και εύκολα μπορούν να μπουν σε κάποιους χώρους, όπου οι αξίες είναι αλλοιωμένες, είναι διεφθαρμένες και να υπερισχύσουν αυτές. Με αποτέλεσμα τα άτομα αυτά να φτάσουν να είναι οι εργάτες του κακού, χωρίς ποτέ να αισθάνονται γιατί και πώς κάνουν αυτή την κίνηση.
- Από την επαγγελματική σας εμπειρία, ποια είναι η ψυχολογία των παιδιών που βγαίνουν από ένα τέτοιο παράλογο πόλεμο;
- Στη χώρα μας ευτυχώς δεν είχαμε τέτοιους παράλογους, όπως τους χαρακτηρίσατε, πολέμους, είχαμε όμως σε πολύ γειτονικές μας χώρες, στα Βαλκάνια μέσα και πολλά από τα παιδιά αυτά, που έζησαν εκεί αυτές τις ακραίες καταστάσεις, ήρθαν και τις μετέδωσαν και σε μας εδώ. Είχαμε περιστατικά παιδιών, εγώ προσωπικά είχα δει κάποια, που έπασχαν από ακαθισία και νευρικότητες. Εκείνο όμως το οποίο θλίβει περισσότερο είναι τα παιδιά που ζουν μέσα σ’ αυτές τις χώρες, όπου γίνεται ο πόλεμος. Τα παιδιά αυτά ζουν τόσο έντονα τη βιαιότητα, που χάνουν την ελπίδα και την πίστη τους για τη ζωή. Επίσης συμβαίνει το εξής παράδοξο: αυτά τα παιδιά δεν ταυτίζονται με όσους υποφέρουν, αλλά με όσους τα κακοποιούν ή κακοποιούν τους δικούς τους. Ακούγεται παράδοξο, αλλά έχουμε σημερινά τέτοια παραδείγματα πάρα πολύ έντονα και με δύο λόγια, χωρίς να μας αρέσει να λέμε ότι το μέλλον δε θα είναι και τόσο καλό για την ανθρωπότητα, ετοιμάζουμε τους αυριανούς μάρτυρες του θανάτου, του ιερού πολέμου, τους αυριανούς «καμικάζι». Αυτά τα παιδιά, που σήμερα βιώνουν τον πόλεμο, αύριο δε θα ταυτιστούν με αυτούς που υπέφεραν, αλλά μ’ αυτούς που φέρθηκαν βίαια και βάναυσα και θα φερθούν το ίδιο βίαια και βάναυσα κι αυτά, αλλά δεν ξέρουμε προς πια κατεύθυνση. Για τα παιδιά που έζησαν τις ακρότητες του πολέμου και υπέστησαν έντονες χαρακτηροπάθειες δεν υπάρχει εύκολα θεραπεία. Δεν είναι εύκολο να ξεριζώσουμε από τον ψυχισμό των παιδιών αυτών όλα αυτά τα βιώματα. Όπως η σωματική κακοποίηση αφήνει τις λεγόμενες ουλές, έτσι και η ψυχική κακοποίηση αφήνει πάντα τις δικές της «ουλές» κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο η ουλή σφίγγει και τόσο πιο πολύ πονάει. Από αυτά τα περιστατικά ελάχιστα θεραπεύονται. Μετά απ’ αυτόν τον πόλεμο, που αν όχι τίποτα άλλο είναι από τους πιο σκληρούς, θα υπάρξουν κατηγορίες παιδιών, τα οποία, αν επιβιώσουν, ανάλογα με το τι ερεθίσματα θα τους δοθούν, σε τι περιβάλλον θα βρεθούν, θα τους μείνουν διάφορα πλήγματα μέσα τους, τα οποία θα είναι ή η απόρριψη τελείως των αξιών ή η απόρριψη για τη ζωή, αυτή η τάση καταστροφής μέσα από τους «καμικάζι», τους μάρτυρες του πολέμου ή η διάθεση τους να ξανακάνουν πόλεμο.
- Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ξεπεράσουν αυτές τις καταστάσεις;
- Τα παιδιά, τις μικρές γενεές μπορούμε να τις βοηθήσουμε καταρχήν με το να μην έχουν διαρκώς την εικόνα μπροστά τους, διότι αυτές οι εικόνες μερικές φορές είναι παράλογες ακόμη και για μας τους μεγάλους. Επίσης να μην είμαστε τόσο πολύ καυστικοί και τόσο πολύ έντρομοι, όταν συζητούμε αυτά τα πράγματα μπροστά σε μικρότερους. Και να μην απασχολούμε τα παιδιά μ’ αυτά τα θέματα. Να τα «αποπροσανατολίζουμε» με κάποιους τρόπους, δηλ. να βγαίνουν συχνά έξω, να μην είναι διαρκώς μέσα στο σπίτι. Είναι θετικό το γεγονός ότι πάνε σχολείο και δεν είναι συνέχεια μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο μ’ εκείνον το δέκτη, που παρουσιάζει πράγματα τα οποία δεν είναι και τόσο ευχάριστα. Και για να διώξουμε το φόβο πρέπει να περάσουμε στα παιδιά μηνύματα ζωής, μηνύματα για την αξία της ζωής. Είναι ο καλύτερος και ο πιο επιβεβαιωμένος τρόπος.
- Στο γιατί γίνεται πόλεμος, που ρωτάει ένα παιδί, τι θα του απαντήσουμε;
- Όταν ένας γονιός γνωρίζει, έχει εισάγει το παιδί του στην έννοια του κακού και της επιθετικότητας μέσα από τα παραμύθια. Τα παραμύθια έχουν πλην των άλλων και αυτόν τον πολύ σπουδαίο ρόλο και ένα παιδάκι 4 ετών, που ξεκινάει να κάνει κάποιες τέτοιες ερωτήσεις, έχει ξεκινήσει να μπαίνει στην επιθετικότητα μέσα από τις εικόνες, μέσα από τις γνώσεις που του δίνει ένα παραμύθι. Ο κακός λύκος και τα κατσικάκια, η Σταχτοπούτα, η κακιά μητριά της Χιονάτης, μπαίνει πλέον στο λεξιλόγιο του παιδιού ο όρος κακός, ο όρος επιθετικότητα. Μέσα από ένα όμορφα τακτοποιημένο παραμύθι, που μπορούμε εμείς οι ίδιοι να πλάσουμε, μπορεί να γίνει αυτή η μετάδοση του παιδιού, όσο μικρό κι αν είναι. Στα μεγαλύτερα παιδιά οι συζητήσεις γίνονται με τον προφορικό λόγο ή αν θέλετε και με το σχέδιο, χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνει αιματοχυσίες και τραγικές εικόνες. Μπορούμε όμως στο παιδί, χωρίς να επιμείνουμε πάρα πολύ, να του μεταδώσουμε αυτές τις έννοιες, διότι ήδη έχει μεταδοθεί η έννοια της επιθετικότητας και της βιαιότητας. Υπάρχουν δρόμοι, όταν το παιδί δε βλέπει διαρκώς και δεν βομβαρδίζεται διαρκώς απ’ αυτές τις λάθος εικόνες, να του μεταδώσουμε την έννοια της καταστροφής. Το παιδί δέχεται, παρότι δε συμπλέει ψυχικά μαζί μας, γιατί δεν έχει καταλάβει ακόμα τι σημαίνει θάνατος. Το άγχος του θανάτου το βιώνει στο 8ο έτος της ηλικίας. Τότε είναι που ρωτάει, που φοβάται, μήπως οι γονείς του πεθάνουν, μήπως χαθούν, μήπως συμβεί κάτι και πάντα το βιώνει σαν ένα βίωμα σε τρίτο άτομο κι όχι στο ίδιο. Μπορούμε λοιπόν να απαντήσουμε στο παιδί μέσα από τη συζήτηση, μέσα από ιστορίες και παραμύθια. Αυτό θα εξαρτηθεί και από την ηλικία του. Δεν μπορούμε να κάνουμε την ίδια συζήτηση ενός παιδιού 4 χρόνων μ’ ένα παιδί 7 χρόνων. Κάθε ηλικία έχει τον τρόπο της για να μεταδώσουμε στα παιδιά αυτά τα οποία έχουμε να μεταδώσουμε και δεν είναι άσχημο αυτό. Άλλωστε πάντα τονίζουμε ότι αυτά τα παιδιά σ’ αυτόν τον κόσμο που κατασκευάσαμε, καλώς ή κακώς, εμείς θα έρθουν. Επομένως είναι προετοιμασμένα για την επιθετικότητα. Απλώς οι κώδικες τους, όπως είπαμε και στην αρχή, έχουν μία διαφορετική μετάφραση των μηνυμάτων των οποίων κάνουν λήψη.
- Τι συμβουλές θα δίνατε στους γονείς; Πώς μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους;
- Συμβουλές θα έδινα οι ίδιοι πως να σταθούν σ’ αυτή την κατάσταση και μετά μέσα απ’ αυτούς να δουν και τα παιδιά το παράδειγμα. Ο περιορισμός σε επίπεδο λεκτικό με τους φίλους τους, ο περιορισμός της τηλεόρασης, ο περιορισμός στο να χλευάζουν οι ίδιοι κάποιες καταστάσεις και κατ’ επέκταση τον ίδιο τον εαυτό τους, οπωσδήποτε βοηθάει. Θα έλεγα όμως το εξής: περισσότερες συμβουλές θα δίναμε, γιατί κι εμάς τους μεγάλους αυτός ο κόσμος μας πικραίνει πολλές φορές αφάνταστα, στο παιδί των Βαλκανίων, στο παιδί της Ουγκάντα, που δεν έχει να φάει, στο παιδί της Καλκούτα, που δεν έχει να το περιθάλψουν, στα παιδιά της Παλαιστίνης, στα παιδιά που έζησαν το Τσερνομπίλ, στα παιδιά του δρόμου της Βραζιλίας, στα παιδιά που γεννήθηκαν από μία μάνα που τα άφησε μπροστά στην πόρτα μιας πολυκατοικίας, στο παιδί του Ιράκ, που βιώνει αυτή τη στιγμή αυτές τις καταστάσεις, σ’ όλα αυτά τα παιδιά, που δεν τα ρωτήσαμε αν θέλουν να γεννηθούν, δίνουμε μία συμβουλή: να κρατήσουν τις ηθικές αξίες και την αγάπη για τη ζωή, γιατί μόνο έτσι ο άνθρωπος θα μπορέσει να προοδεύσει. Εάν χαθούν αυτές θα χαθεί και η ζωή, θα χαθεί κι ο κόσμος. Και εμείς περιμένουμε από αυτά τα παιδιά, με τη βοήθεια και με το στήριγμα το δικό μας πάντα, είτε έχουν γονείς, είτε όχι να μπορέσουν να κρατήσουν τις αξίες αυτής της ζωής. Αυτό είναι που θα δώσει αύριο έναν καλύτερο κόσμο.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κοζάνης actuelle, Απρίλιος 2003, αρ.τ. 3, σελ. 20-22.