Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ…

Ο πρώτος Έλληνας στις Η.Π.Α.
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Το άγαλμα του πρώτου Έλληνα στις Η.Π.Α. στήθηκε στην παραλία του Clearwater της Φλώριδας με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φλώριδας. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν με επίσημη τελετή στις 8 Ιανουαρίου 2005. Η ομοσπονδία ήταν άλλωστε εκείνη, που διεξήγαγε την έρευνα για την τεκμηρίωση πληροφοριών για τον πρώτο Έλληνα που πάτησε το 1528 στην αμερικανική ήπειρο.
Το άγαλμα είναι από μπρούτζο και φέρει το όνομα ΘΕΟΔΩΡΟΣ και δίπλα τη λέξη GRIEGO, όπως οι Ισπανοί θαλασσοπόροι και οι μετέπειτα μελετητές τον ονομάζουν. «Η ιστορία των Ελλήνων στην Αμερική, αρχίζει εδώ», αναφέρει η επιγραφή κάτω από το άγαλμα του Θεόδωρου, ενώ κάθε χρόνο στην επέτειο της 14ης Απριλίου 1528, ημερομηνία κατά την οποία ο πρώτος Έλληνας αποβιβάστηκε στις ακτές της δυτικής Φλώριδας, οργανώνονται από την ομοσπονδία εορταστικές εκδηλώσεις αφιερωμένες στον ελληνικό πολιτισμό.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ;
Σύμφωνα με ισπανικά κείμενα του 16ου αιώνα, στις 17 Ιουνίου 1527 έφυγε από το λιμάνι του Σαν Λουκάρ ντε Μπαρεμέδα της Ισπανίας στόλος 5 πλοίων με κυβερνήτη τον Αδελαντάδο Ντον Παμφίλιο ντε Ναρβέθ και 600 άνδρες, στους οποίους είχε αναθέσει ο βασιλιάς της Ισπανίας Φίλιππος B΄, την κατάκτηση και την εγκατάσταση διοίκησης στις επαρχίες, που βρισκόταν μεταξύ του ποταμού Ρίο Γκράντε, στη δυτική πλευρά του Κόλπου του Μεξικού και του ακρωτηρίου της Φλώριδας.
Σύμφωνα με το χρονικό του Αlvar Nuzez Cabeza de Vaca, Ισπανού ευγενή, χρονικογράφου και ταμία της αποστολής, οι Ισπανοί είχαν μαζί τους και έναν Έλληνα ναυτικό, από την Κρήτη ή την Κεφαλλονιά, που ονομαζόταν Θεόδωρος, ένας άνθρωπος με θάρρος και πρωτοβουλία. Στο ημερολόγιο του Cabeza de Vaca, του μοναδικού που κατέγραφε τα γεγονότα της εκστρατείας, δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο ένας Έλληνας βρέθηκε στην ισπανική αποστολή. Την εποχή εκείνη όμως ήταν σύνηθες φαινόμενο να συμμετέχουν στις εξερευνητικές αποστολές μισθοφόροι από διάφορες χώρες, άντρες διψασμένοι για περιπέτεια και γρήγορο και εύκολο χρήμα. Επιπλέον ο Θεόδωρος αναφέρεται πάντοτε ως Δον Τεόντορο (τίτλος που χρησιμοποιείτο για ελεύθερους πολίτες, που συνήθως ανήκαν στη μεσαία τάξη), ενώ από το χρονικό προκύπτει ότι διέθετε και υψηλές γνώσεις ναυπηγικής.
Το Σεπτέμβριο του 1527, η αποστολή έφτασε στον Άγιο Δομίνικο και εκεί αγοράστηκε ένα ακόμη πλοίο, άλογα και αντικαταστάθηκαν όσοι άντρες είχαν αρρωστήσει ή πεθάνει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Κατά την 45ήμερη παραμονή τους στον Άγιο Δομίνικο οι απώλειες των Ισπανών μεγάλωσαν, καθώς περισσότεροι από 145 άντρες ξεμυαλίστηκαν από τις ντόπιες γυναίκες και δεν επέστρεψαν ποτέ στα πλοία. Επόμενος σταθμός των Ισπανών ήταν το Σαντιάγκο της Κούβας, όπου η αποστολή χωρίστηκε σε δύο μέρη. H πρώτη, με δύο καράβια και τον Θεόδωρο μέλος του πληρώματος, απέπλευσε με προορισμό το Τρινιντάντ για συλλογή προμηθειών. H δεύτερη, με επικεφαλής τον κυβερνήτη Ναρβέθ, παρέμεινε στο Σαντιάγκο.
Στο Τρινιντάντ τυφώνας χτύπησε τα δύο πλοία της αποστολής με αποτέλεσμα να βυθιστούν σχεδόν αύτανδρα παρασύροντας στο βυθό 60 άντρες. Ο Θεόδωρος ήταν τυχερός. Σύμφωνα με το χρονικό του Cabeza de Vaca ο Θεόδωρος και άλλοι τριάντα ναυτικοί, την ώρα που ο τυφώνας χτύπησε τα πλοία, είχαν βγει στη στεριά προκειμένου να μεταφέρουν στο πλοίο τα εφόδια και έτσι γλίτωσαν το θάνατο. Όταν, μετά την καταστροφή, παρουσιάστηκε η ανάγκη να φτιάξουν καινούργια σκάφη, ο Θεόδωρος βοήθησε στην κατασκευή και τα κατράμωσε με ρετσίνι των πεύκων για να τα κάνει πιο ανθεκτικά.
Στις 5 Νοεμβρίου 1527 ο ισπανικός στόλος απέπλευσε από την Κούβα, έχοντας πλέον στη δύναμή του 4 πλοία, 400 άντρες και 80 άλογα και στις 14 Απριλίου του 1528 οι Ισπανοί κατακτητές αποβιβάστηκαν στις ακτές της δυτικής Φλώριδας, κοντά στη σημερινή πόλη Τάμπα. Με την αποβίβαση τους εκεί οι κονκισταδόρες ετοίμασαν πρόχειρα καταλύματα και εγκατέστησαν ένα υποτυπώδες διοικητήριο. Από τις πρώτες ημέρες συνάντησαν Ινδιάνους, που τους έδειξαν μικρά κομμάτια χρυσού. Οι Ισπανοί τους ρώτησαν πού βρήκαν το χρυσάφι κι εκείνοι τους είπαν από τα βουνά που μένουν οι Απαλάτσι (φυλή Ινδιάνων) και ότι μπορούσαν να τους οδηγήσουν εκεί. Στην πορεία τους προς τα βουνά οι Ισπανοί αιχμαλώτιζαν τα γυναικόπαιδα των Ινδιάνων που συναντούσαν και σκότωναν τους άντρες και τους αρχηγούς τους προκειμένου να τους αναγκάσουν να τους μεταφέρουν το συντομότερο δυνατό στην πηγή του χρυσού. Ωστόσο η τακτική αυτή ελάχιστα τους βοήθησε, καθώς σύντομα βρέθηκαν αποκλεισμένοι στην ηπειρωτική χώρα, δίχως εφόδια, με ασθένειες να έχουν αποδεκατίσει το 1/3 των ανδρών και τους Ινδιάνους να τους επιτίθενται σε καθημερινή βάση. Ευτυχώς, εξομολογείται ο Cabeza de Vaca, βρέθηκε ένας άνθρωπος, στην κυριολεξία σταλμένος από τον Θεό για να τους σώσει.
Ο άνθρωπος που έσωσε την ισπανική αποστολή, ήταν ο Θεόδωρος, που ανέλαβε να ναυπηγήσει βάρκες, ώστε οι κονκισταδόρες να διαφύγουν στη θάλασσα μέσω παραπόταμων του Μισισιπή. Κατασκεύασε πέντε πλοιάρια μήκους 10 μέτρων από ξύλο και δέρματα ζώων, όπου αντί για καρφιά χρησιμοποίησε σφήνες από πευκόξυλο και τα κατράμωσε με το ρετσίνι των πεύκων. Ακολούθησε άλλος ένας μήνας περιπλάνησης των Ισπανών, που αν και κατάφεραν να βγουν στην ανοικτή θάλασσα, αδυνατούσαν να εντοπίσουν την αρχική τους βάση, όπου είχαν αφήσει τα πλοία τους. Στη διάρκεια της περιπλάνησής τους περισσότεροι από 100 άντρες πέθαναν από την πείνα και τις μάχες με τους Ινδιάνους, ενώ η δίψα απειλούσε να εξαφανίσει όσους είχαν καταφέρει να επιζήσουν.
Στα τέλη Οκτωβρίου 1528, η αποστολή έφθασε σ’ ένα όρμο, κοντά στη σημερινή Πενσακόλλα της Φλώριδας. Μία σχεδία με Ινδιάνους πλησίασε τα πλοία του Ναρβαέθ, που είχε μεγάλη ανάγκη από πόσιμο νερό. Οι Ινδιάνοι πρότειναν να τους φέρουν νερό και ζήτησαν δοχεία για το σκοπό αυτό. Ο Θεόδωρος επέμενε να τους ακολουθήσει, ώστε να βεβαιωθεί ότι οι Ινδιάνοι δεν θα τους ξεγελούσαν, για να τους αρπάξουν τα δοχεία. Βγήκε μαζί τους στην ξηρά, παρά τις αντιρρήσεις του Ναρβαέθ και των συντρόφων του, που δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στους Ινδιάνους. Για να τους πείσουν για την ειλικρίνεια των λόγων τους οι ιθαγενείς άφησαν δύο από τους δικούς τους σαν όμηρους. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι Ινδιάνοι επέστρεψαν, χωρίς να φέρουν όμως νερό και χωρίς το Θεόδωρο. Στις επίμονες ερωτήσεις των Ισπανών για το τι συνέβη στον Έλληνα οι Ινδιάνοι αρνήθηκαν να απαντήσουν και τράπηκαν σε φυγή. Οι σύντροφοι του Θεόδωρου προσπάθησαν να εντοπίσουν τα ίχνη του, χωρίς όμως επιτυχία. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι έφυγε από κοντά τους για να έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει, άλλοι υποστήριξαν ότι σκόπευε να εξαγοράσει τους Ινδιάνους και να ανακαλύψει πρώτος το χρυσάφι.
Η επόμενη αναφορά για το Θεόδωρο, βρίσκεται στο χρονικό του Κονθάλο Βαλντέζ, γραμματέα του Ισπανού κατακτητή Ντε Σότο. Όταν στις 13 Οκτωβρίου 1540 ο Ντε Σότο και οι άνδρες του έφτασαν στο σημείο που είχε εξαφανιστεί ο Θεόδωρος, οι Ινδιάνοι τους είπαν ότι είχαν σκοτώσει τον Έλληνα κι ένα μαύρο, που ήταν μαζί του, ωστόσο δε γνώριζαν το πότε ακριβώς δολοφονήθηκε, ούτε πού βρισκόταν θαμμένος. Παρέδωσαν ωστόσο στον Ντε Σότο το εγχειρίδιο που χρησιμοποιούσε ο Έλληνας ναυτικός.
Την έρευνα για το Θεόδωρο έκανε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Φλώριδας και ο πρόεδρος της κος Μιχάλης Σέρβος. Για τη δημιουργία του ανδριάντα απευθύνθηκαν στο Μουσείο Μπενάκη, προκειμένου να αποτυπωθεί όσο το δυνατό καλύτερα ο τρόπος που ένας Έλληνας ναυτικός ντυνόταν τον 16ο αιώνα. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν το Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2005 στην παραλία του Clearwater, σε μία σεμνή τελετή και μέσα σε κλίμα εθνικής έξαρσης και περηφάνιας με την παρουσία πλήθος Ελληνο-αμερικανών, που κατοικούν στην Φλώριδα, αλλά και επισκεπτών από άλλες πολιτείες και εκπροσώπων των τοπικών αρχών. Κατά την διάρκειά της τελετής ο δήμαρχος του Clearwater πρόσφερε στον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φλώριδας κο Σέρβο το χρυσό κλειδί της πόλης και εκείνος το χάρισε στον Θεόδωρο για να ανοίξει, όπως είπε, τις καρδιές των πολιτών του Clearwater για να τον υποδεχτούν. «Να προσέχεις τον Θόδωρο», επεσήμανε απευθυνόμενος στο δήμαρχο ο κος Σέρβος. Τον πρώτο Έλληνα που πάτησε στην αμερικανική ήπειρο, 36 μόλις χρόνια μετά την ανακάλυψη της από το Χριστόφορο Κολόμβο, σχεδόν 5 αιώνες πριν.

Κοζάνη, Σεπτέμβριος 2010

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΑΣΠΟΝΔΗ, ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου - δημοσιογράφου

«Μήπως είμαστε τα αφανή θύματα του Τσέρνομπιλ»; Καταμεσής ενός καυτού Ιούλη, εν μέσω μίας γρανίτας λεμόνι και μιας κρύας σοκολάτας, ο φίλος μου, ο Κώστας έψαχνε πάλι μια δικαιολογία για την αρρώστια, που πέντε χρόνια πριν του χτύπησε την πόρτα και εισέβαλε απρόσκλητη στη ζωή του. Καχύποπτος -και πώς να μην είναι μετά απ’ όλα αυτά- ψάχνει από τότε έναν επαρκή και αρκετά ισχυρό λόγο να δικαιολογήσει αυτό που του συνέβη, που δεν έπρεπε ποτέ να του συμβεί, μα κάποιος κακός θεός τον ζήλεψε και τον τιμωρεί για το κακό που ποτέ δεν έκανε. Δεν είναι ο μόνος. Όλοι όσοι έχουμε ασθενήσει, περνάμε μια τέτοια φάση. Άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο. Γιατί η σκλήρυνση κατά πλάκας μοιάζει πάντα να ήρθε στη ζωή μας, χωρίς κανένα απολύτως λόγο την καλύτερη μας στιγμή. Σαν ένας κακός θεός να μας ζήλεψε και να μας την έστειλε για να μας βασανίσει κι ας μην ήμασταν κακοί άνθρωποι. Οι αφορμές εκατομμύρια, μα πάντα τις ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων. Στη σκλήρυνση δεν υπάρχει ποτέ πρόβλεψη.
Ο γιατρός μου -και πολλοί άλλοι γιατροί- προτρέπουν πάντα τους ασθενείς τους να μιλάνε για την αρρώστια τους. Είναι κάτι σαν ψυχοθεραπεία, σαν αυτό που κάνουμε με τον Κώστα στις συναντήσεις μας για καφέ. Μιλώντας για την αρρώστια τη φέρνεις στο ίδιο επίπεδο με σένα, την κάνεις να μοιάζει φθαρτή και θνητή, αντιμετωπίσιμη και ιάσιμη κι ας μην είναι όλες οι αρρώστιες αντιμετωπίσιμες και ιάσιμες. Σε κάποιες ο θάνατος σου κλείνει πονηρά το μάτι από την παρακάτω γωνία. Τουλάχιστον, από καμία μορφή της σκλήρυνσης κατά πλάκας, όπως από την αρχή σου λένε και σου υπογράφουν όλοι οι γιατροί του κόσμου, δεν πεθαίνεις. Βασανίζεσαι ίσως, μα μόνο ως εκεί. Και για ν’ αποφύγουμε τα βασανιστήρια, φροντίζουμε να κρατάμε το μικρόβιο κοιμισμένο 100 χρόνια, σαν την Ωραία Κοιμωμένη, πριν τον καλό πρίγκιπα και συνεχίζουμε να ζούμε. Μ’ ένα βάρος ακόμα κι αγωνιούμε μην τυχόν και χάσουμε μέσα από τα χέρια μας το μέτρο και γίνει ασήκωτο.
Όταν συναντήθηκα με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, 11 χρόνια πριν, το 1999 (άλλα χρόνια, άλλη δεκαετία, ακόμα κι άλλος αιώνας κι άλλη χιλιετία) ελάχιστα ήξερα γι’ αυτήν. Πίστευα πως ήταν ένας εφιάλτης του παρελθόντος και πως δεν εμφανίζεται πλέον συχνά, ίσως να μην εμφανίζεται και καθόλου στον προηγμένο κόσμο μας. Μα από τους πολίτες του προηγμένου κόσμου η σκλήρυνση επέλεξε εμένα, τον Κώστα, τον Τόλη, την Κατερίνα και αρκετούς άλλους για να μας υπενθυμίσει και να μας κάνει απόλυτα κατανοητή και σε όλο της το μεγαλείο τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξής μας. Κάποια πράγματα έχουν τέτοια δύναμη, τόση δύναμη, που σου καταστρέφουν τις βεβαιότητες μιας ζωής με μιαν ανάσα.
Όταν αντιλήφθηκα τι μου συνέβη, δεν τρόμαξα. Αλήθεια, δεν φοβήθηκα καθόλου. Άλλωστε, τα πρώτα συμπτώματα είχαν αρχίσει ήδη να υποχωρούν και ο γιατρός μου φρόντιζε πάντα να μου δίνει κουράγιο, χωρίς να μεγαλοποιεί τις καταστάσεις, εξηγώντας μου με απλά και κατανοητά λόγια τι μου συμβαίνει και μάλλον πιο πολύ με τρόμαξε η όλη διαδικασία της μαγνητικής, παρά τα αποτελέσματα. Το μικρόβιο, που προκαλεί τις διάφορες αναστατώσεις, είπε ο γιατρός, δεν μπορούμε να το εξαλείψουμε, μπορούμε όμως να …το βάλουμε για ύπνο. Και για να παραμείνει κοιμισμένο χρόνια και χρόνια, έπρεπε κι εγώ ν’ αφήσω στην άκρη στρες, άγχος και λοιπές παρόμοιες συμπεριφορές (και όσες φορές δεν άκουσα τη συμβουλή του, το μετάνιωσα πικρά). Να συνεχίσεις τη ζωή σου, μου είπε και να μη χάσεις ποτέ την ελπίδα στο αύριο.
Έντεκα χρόνια μετά, με εξάρσεις και υφέσεις, ψάχνω ακόμα να βρω το λόγο. Εξηγώντας πάντα εκ των υστέρων τα εννοούμενα των ποιητών βρίσκω εκατομμύρια αφορμές. Το λόγο, αν τελικά υπάρχει κάποιος λόγος, μάλλον θα τον ανακαλύψω τελευταία, μα είμαι η πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας και έχω πλέον ατέλειωτη υπομονή, η σκλήρυνση μου δίδαξε να έχω υπομονή. Κι είναι γελοίο, μα όλη αυτή η κατάσταση και το κρυφτούλι που παίζουμε μαζί της, μου θυμίζει κάποιους άσπονδους φίλους, που δε θέλεις ποτέ να συναντήσεις κι αν τυχόν βρεθούν στο δρόμο σου, φροντίζεις ν’ αλλάξεις γρήγορα πεζοδρόμιο, γιατί αν τύχει και κολλήσουν πάνω σου, δεν ξεκολλάνε με τίποτα. Και σου καταστρέφουν άνετα κάθε καλή διάθεση. Αν σας πω ότι δε θύμωσα με ό,τι μου συνέβη, θα σας πω ψέματα. Δε θύμωσα απλά. Έξαλλη έγινα, μα όχι από την αρχή. Στην αρχή δεν κατάλαβα και πολλά. Κατάλαβα μετά. Και τότε θύμωσα. Θύμωσα πολύ. Θύμωσα βλέποντας την αρρώστια, νιώθοντας την αρρώστια πάνω μου, μέσα μου, δίπλα μου. Εξοργιζόμουν και εξοργίζομαι με ό,τι μου συνέβη. Τις συμβουλές του γιατρού μου δεν τις ξέχασα, τις ακολουθώ πιστά και δεν έβαλα τη ζωή μου στην άκρη για χάρη της. Συνεχίζω να ζω. Και έκανα και κάνω πράγματα που 11 χρόνια πριν δε φανταζόμουν καν, ότι θα βρεθούν στο δρόμο μου. Και δε φταίει η σκλήρυνση γι’ αυτό.
Θέλω απλά να πω πως η σκλήρυνση κατά πλάκας ή πολλαπλή σκλήρυνση, όπως τώρα θέλει να ονομάζεται, δε σταματάει τη ζωή. Η ζωή συνεχίζεται κι είναι αυτό φυσικός νόμος και κανόνας. Θύμωσα και θυμώνω, έγινα έξαλλη και γίνομαι ακόμα, μα έμαθα πια να ζω με μια νέα φιλενάδα, μια νέα άσπονδη, μα πιστή μου φίλη, που όσο κι αν θέλω να αποφύγω, είναι πάντα εκεί. Είτε στο σπίτι, είτε στο γραφείο, είτε για καφέ. Δεν μπορώ να τη διώξω από κοντά μου, μα αύριο ίσως βρεθεί η θεραπεία για μια αρρώστια που ο γιατρός μου, υπομονετικός και ήρεμος, αποκαλεί απλά αδυναμία. Δεν έχασα τους φίλους μου και έκανα και καινούργιους κι είχα πάντα δίπλα μου την οικογένειά μου, τους ανθρώπους, που χρειαζόμουν και ήθελα κοντά μου, την ανιψιά μου να μου χαμογελάει και να γεμίζει φως ο κόσμος όλος. Και είχα την τύχη να βρω γιατρούς, ανθρώπους μοναδικούς, που δε με άφησαν να τρομάξω ή να χάσω την ελπίδα. Και θυμάμαι πάντα αυτό που μου έλεγε ένας φίλος αληθινός, γιατρός νευρολόγος, που ήξερε από την αρχή την περιπέτειά μου: «Μην ανησυχείς. Αύριο, πριν ξημερώσει, θα βρουν τη λύση». (Εκείνος αποφάσισε να φύγει νωρίς για τα λιβάδια των ουρανών, στα 63 του μόλις χρόνια. Υποσχέθηκα πως θα τον επισκεφτώ αμέσως μόλις βρω μια απάντηση). Με ή χωρίς σκλήρυνση η ζωή συνεχίζεται κι είναι γλυκιά κι ωραία. Και να σας πω ένα μυστικό; Τελικά, αυτή η αρρώστια δεν είναι ανίκητη. Μπορούμε να τη νικήσουμε, στο χέρι μας είναι. Κι αύριο, πριν ξημερώσει, μπορεί να βρεθεί η λύση. Θα βρεθεί η λύση. Το νέο φάρμακο, που θα αντικαταστήσει τις κάποιες φορές καθημερινές ενέσεις και όλα τα νέα φάρμακα που οι γιατροί σχεδιάζουν, δίνουν πολλές ελπίδες. Κι ο Τόλης, όταν έχει κέφια, δηλαδή πάντα, με ρωτάει πως περιμένω το νέο χάπι. Για να του απαντήσω με ύφος μοιραίας γυναίκας «με πάθος» και να σκάσει στα γέλια!

Κοζάνη, Σεπτέμβριος 2010


* Αισθάνομαι την ανάγκη και την υποχρέωση να εκφράσω με κάθε ειλικρίνεια τις πιο θερμές μου ευχαριστίες προς το γιατρό μου κο Κωνσταντίνο Γ. Κώνστα, καθηγητή νευρολογίας και ψυχιατρικής του Α.Π.Θ. και τον κο Αναστάσιο Γ. Ωρολογά, καθηγητή νευρολογίας για τις σοφές συμβουλές τους και τη συμπαράστασή τους σε όλες τις «γκρίζες» στιγμές των τελευταίων 11 χρόνων. Πρέπει ακόμα να θυμηθώ -κι ας μη τον ξέχασα ποτέ- με αγάπη αφόρητη τον αείμνηστο Χρίστο Χαραχλέ, νευρολόγο, υπεύθυνο της νευρολογικής μονάδας του Μαμάτσειου Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κοζάνης, συμπατριώτη μου από τις κορυφές του Βοΐου, για τη δική του, ιδιαίτερη και ξεχωριστή συμπαράσταση, κάθε φορά που η αδυναμία μου έκανε θριαμβευτικά την επανεμφάνισή της. Σ’ αυτούς χρωστάω τη δύναμη να ξεπεράσω με τις λιγότερες απώλειες το ρινγκ με τη σκλήρυνση κατά πλάκας αντίπαλο.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης καθιερώθηκε από την Εταιρεία Συγγραφέων το 1998, επιλέγοντας για τον εορτασμό της την 21η Μαρτίου, ημέρα της Εαρινής Ισημερίας και αρχή της άνοιξης.
Η Εαρινή Ισημερία είναι η στιγμή που ισορροπεί το φως με το σκοτάδι, ένα σημείο σταθερό στον κύκλο του χρόνου, υπόμνηση του αιώνιου μέσα στο εφήμερο, του παντοτινού μέσα στο μεταβαλλόμενο, όπως ακριβώς είναι και η Ποίηση.
3.500 χρόνια συλλογικής μνήμης της ελληνικής γης βρίσκονται εγγεγραμμένα στη γλώσσα της Ποίησης. H ελληνική γλώσσα -από τον Όμηρο, περνώντας στους βυζαντινούς υμνογράφους και στο δημοτικό τραγούδι, φτάνοντας έως τους σύγχρονους και τους επερχόμενους ποιητές- διαμορφώθηκε, διαμορφώνεται και, παραμένει συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, χάρη στη δύναμη της Ποίησης.
Το 2001, η UNESCO, ύστερα από εισήγηση του προέδρου της Εταιρείας Συγγραφέων, πρέσβη Βασίλη Βασιλικού, υιοθέτησε την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, αναθέτοντας μάλιστα στη χώρα μας να οργανώσει τον πρώτο διεθνή εορτασμό, την ίδια χρονιά. Την εκτέλεση της απόφασης υλοποίησε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης είναι αφιερωμένη στον Νίκο Καββαδία, έναν από τους πιο γνωστούς και εμπνευσμένους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
MΑL DU DEPART
Στην αδερφή μου Ζένια
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφάξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα’ χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει ...»

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό τ’ ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Ταξίδι δύο χιλιετηρίδων
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Τον 2ο αιώνα π.Χ., μετά την οριστική κατάληψη της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, πάνω στα ίχνη ενός αρχαίου προ-ρωμαϊκού δρόμου, που εκτείνονταν από τις Αδριατικές ακτές ως το Αιγαίο, ξεκίνησε η κατασκευή ενός από τους σημαντικότερους δρόμους, που κατέληγαν στην πρωτεύουσα Ρώμη: της VIA EGNATIA. Ο νέος δρόμος διέσχιζε την Ελλάδα από τα Αδριατικά παράλια μέχρι τον Έβρο ποταμό και συνιστά την «πέραν της Αδριατικής» συνέχιση της Αππίας οδού από τη Γναθία της νοτίου Ιταλίας στην απέναντι πλευρά της Αδριατικής, στην αρχαία Επίδαμνο, την αποικία των Κερκυραίων, το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας. Η Εγνατία οδός διέσχιζε τη Βαλκανική χερσόνησο από την Αδριατική ως τα Κύψελα του Έβρου ξεκινώντας από το Δυρράχιο και περνώντας διαδοχικά από τη Λυχνιδό (Οχρίδα), Ηράκλεια, Βεύη, Πέλλα, Θεσσαλονίκη, Αμφίπολη, Φιλίππους, Τόπειρο, Μαξιμιανούπολη και Τραιανούπολη, συνδέοντας τη νότια Ιταλία και τη δυτική Μεσόγειο με το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο, τον Εύξεινο Πόντο και την Ασία. Αργότερα, πιθανόν με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη από το Μεγάλο Κωνσταντίνο (330), κατασκευάστηκε η επέκτασή της από τον Έβρο μέχρι το Βυζάντιο.
Η Εγνατία οδός πήρε το όνομά της από τον ανθύπατο Μακεδονίας Γναίο Εγνάτιο (Gneus Egnatius), που την κατασκεύασε, όπως βεβαιώνει μιλιάριο -δίγλωσση μαρμάρινη στήλη, που βρέθηκε κοντά στη Θεσσαλονίκη και φυλάσσεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης- ενώ ένα χωρίο του Πολύβιου (2ος αι. π.Χ.), που διέσωσε ο Στράβων, δίνει τη χρονολόγηση της κατασκευής της -μεταξύ 148 και 120 π.Χ.- και περιγράφει τη διαδρομή της: «Εκ δε της Απολλωνίας εις Μακεδονίαν η Εγνατία εστίν οδός προς έω βεβηματισμένη κατά μίλιον και κατεστηλωμένη μέχρι Kυψέλων και Έβρου ποταμού μιλίων δ’ έστι πεντακοσίων τριάκοντα πέντε...». Κατά μία άλλη άποψη ο νέος δρόμος πήρε το όνομά του από την πόλη Egnazia (Εγνατία ή Γναθία), στην οποία τερμάτιζε η Αππία οδός επί της ιταλικής ακτής, η οποία ήταν φημισμένη για την ποιότητα των κεραμικών της.
Η Εγνατία οδός υπήρξε μία ευρωπαϊκών προδιαγραφών οδός. Οδόστρωμα, σηματοδότηση, κατασκευή στρατοπέδων, σταθμών και αλλαγών ίππων, γέφυρες, είσοδοι σε πόλεις και εσωτερικές διαδρομές εμφάνιζαν μία μεγάλη ομοιογένεια, είτε επρόκειτο για δρόμο στην Βρετανία, είτε στην Ιταλία, είτε στην Ελλάδα. Η κατασκευή της ήταν σύμφωνη με τις προδιαγραφές των άλλων οδών και μπορεί να συνοψιστεί στο χωρίο του Στράβωνα, κατά το οποίο οι Ρωμαίοι «έκοβαν λόφους και δημιουργούσαν ήπιες οδικές κλίσεις, προκειμένου να διέρχονται με ευκολία οι αρμάμαξες», δηλαδή τα βαριά μεταφορικά μέσα της εποχής. «Βεβηματισμένη» με ρωμαϊκά βήματα και «κατεστηλωμένη» με οδόσημα, η αρχαία Εγνατία οδός είχε μήκος 535 μίλια και πλάτος περίπου τρία μέτρα με ρείθρα, ένθεν και ένθεν, για την προστασία της από τη βροχή. Όταν διερχόταν μέσα από μεγάλες πόλεις το πλάτος της ξεπερνούσε τα 5 μέτρα Τον πλακοστρωμένο δρόμο διέτρεχαν υποζύγια ή αραμπάδες -η κυκλοφορία γινόταν από αριστερά για να μην τραυματίζονται οι ηνίοχοι από το καμτσίκι του αντιθέτως εποχούμενου- που έφθαναν στον προορισμό τους σύντομα και με ασφάλεια βάσει της οργανωμένης οδικής σήμανσης.
Κυλινδρικές στήλες (μιλιάρια) ανά ένα μίλι αριστερά και δεξιά του δρόμου ανέγραφαν τα μίλια από το κοντινότερο αστικό κέντρο. Ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις, όπως περιγράφουν τα ρωμαϊκά οδοιπορικά, υπήρχαν οι σταθμοί και μεταξύ αυτών, ανά περίπου δέκα μίλια, οι θέσεις ανάπαυσης και αλλαγής των αλόγων.
Η κατασκευή της Εγνατίας οδού έγινε μεταξύ των ετών 146 και 100 π.Χ. (ή ίσως μέχρι το 120 π.Χ.), μετά την ήττα του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα στη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., την ήττα του Ανδρίσκου το 148 π.Χ. και την οργάνωση της Μακεδονίας ως Ρωμαϊκής Επαρχίας, για να εξυπηρετήσει καθαρά στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στην επέκταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Μακεδονία και τη Θράκη για διάστημα πενήντα περίπου χρόνων. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας υπήρξε αυστηρά via militaris -στρατιωτική οδός. Έτσι, τη χαρακτηρίζει ο Kικέρων, ο οποίος τη διέτρεξε από το Δυρράχιο ως τη Θεσσαλονίκη το 59/58 π.Χ. Ο μέγας ρήτωρ αναφέρει ότι η κίνηση ήταν τόση από δύση προς ανατολή, ώστε αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Ρώμη μέσω Θεσσαλίας! Εκτός από στρατιωτική είχε και εμπορική σημασία, γιατί εξυπηρετούσε τις συναλλαγές, καθώς συνέδεε πόλεις της Ιταλίας με τη Μακεδονία. Οι ταξιδιώτες για να τη χρησιμοποιήσουν έπρεπε να έχουν ειδική άδεια, το «σύνθημα» (όπως αναφέρεται σε επιστολή του Ιουλιανού). Την περπάτησαν ο Απόστολος Παύλος, ο Kάσσιος και ο Βρούτος και πλειάδα προσκυνητών, που όδευαν προς τα Ιεροσόλυμα. Στα οδοιπορικά τους απαριθμούνται πόλεις, σταθμοί, αλλαγές ίππων και οι αποστάσεις τους σε μίλια μαζί με πληροφορίες «περιηγητικού» χαρακτήρα: εδώ εγεννήθη ο Αλέξανδρος, εδώ ετάφη ο Ευριπίδης, εδώ είναι τα σύνορα Μακεδονίας και Ηπείρου. Τη σημασία της Εγνατίας οδού στη βυζαντινή εποχή μαρτυρούν επίσης οι τελωνειακοί σταθμοί που λειτουργούσαν κατά μήκος της. Στη Θεσσαλονίκη, την Οχρίδα, την Έδεσσα, την Αμφίπολη, τους Φιλίππους και τη Χρυσούπολη, οι φοροεισπράκτορες επέβαλλαν στα καραβάνια έναν ειδικό εμπορικό φόρο που ονομαζόταν «κομέρκιον». Για τη συντήρησή της είχε δημιουργηθεί και την εκτελούσε ειδικό σώμα. Αργότερα, ασυντήρητη και εντός πολυδιασπασμένου κοινωνικού χώρου, η μεσαιωνική Εγνατία φιλοξένησε τα βήματα του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, σταυροφόρων, Νορμανδών και Τούρκων.
Το 1270 η Εγνατία οδός αναφέρεται ως συνδετικός οδικός άξονας ανάμεσα στο Δυρράχιο και στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι το 16ο αιώνα χρησιμοποιείται βασικά ως εμπορικός δρόμος, που διακινούσε φυλές, θρησκεύματα, κοινωνικές τάξεις, ιδεολογίες, ήθη, έθιμα, οικονομίες, νοοτροπίες, αντιλήψεις. Πάνω στα ίχνη της αρχαίας Εγνατίας συναντιούνταν ομάδες από πραματευτές ή συνηθέστερα βιοτέχνες, χωρικούς ή εργάτες, από τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, που αναζητούσαν καλύτερους όρους ζωής. Πολλοί από αυτούς ήταν οικοδόμοι και έφευγαν κατά συντροφιές, που περιελάμβαναν όλες τις σχετικές ειδικότητες του χτίστη και του ξυλουργού. Μέσα στα πλανόδια αυτά σμήνη, μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς τους εποχιακούς εργάτες, αλλά και τους κατά παράδοση επαγγελματίες ζητιάνους, τους κραβαρίτες.
Η Εγνατία οδός διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα βυζαντινά και στα μεταβυζαντινά χρόνια για τη διάδοση του πολιτισμού και των διαφόρων πολιτιστικών ρευμάτων. Ζωγράφοι και συνεργεία ψηφιδογράφων ξεκινούσαν από την Κωνσταντινούπολη προς όλες τις κατευθύνσεις, διακινώντας συνεχώς τις ομάδες των καλλιτεχνών και τα έργα τους, όταν επρόκειτο για μικρογραφημένα χειρόγραφα, φορητές εικόνες, σμάλτα, είδη μικροτεχνίας, χρυσοχοΐας, αργυροχοΐας, χαλκουργίας ή κεντητικής.
Μετά την πτώση και διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στην περιοχή, η Εγνατία οδός βοήθησε τους Τούρκους να εξαπλωθούν και να καταλάβουν όλη τη Βαλκανική. Το δρόμο αυτό ακολουθούσαν οι γαζήδες, οι πολεμιστές της πίστης του Ισλάμ, προς τη Θράκη, τη Μακεδονία και από εκεί προς την Αλβανία, τη Σερβία και τη Βοσνία. Οι νέοι αφέντες του τόπου φρόντισαν για τη συντήρηση και φύλαξη του δρόμου και έκτισαν κατά μήκος του χάνια, καραβάν σεράια και μπεζεστένια (σκεπαστές αγορές για τη φύλαξη των προϊόντων). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η Εγνατία οδός ήταν ο κυριότερος χερσαίος δρόμος μετακίνησης εμπορευμάτων. Δέρματα, καπνά, πρώτες ύλες και μαλλί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ταξίδευαν προς τις παραδουνάβιες χώρες και την Κεντρική Ευρώπη με καραβάνια, που στην επιστροφή τους μετέφεραν διάφορα ευρωπαϊκά είδη πολυτελείας, χρυσές λίρες, αλλά και τις φιλελεύθερες ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Εγνατία οδός ήταν η μόνη αμαξιτή οδός, που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στις μουσουλμανικές περιοχές της Βοσνίας. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το δρόμο εποφθαλμιούσαν οι δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις (η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Ιταλία εναντίον της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), γιατί τους εξασφάλιζε διέξοδο προς τα λιμάνια της Μεσογείου. Με την κατάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιουργήθηκαν στην περιοχή νέα κράτη και νέα σύνορα, που διέκοπταν τη ροή των ταξιδιωτών και του εμπορίου. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και η διεθνής πολιτική διαίρεση που ακολούθησε, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη της Βαλκανικής και η Εγνατία οδός ξεχάστηκε.
Σήμερα τμήματά της αρχαίας Εγνατίας οδού σώζονται στην Αλβανία, στο κρατίδιο των Σκοπίων και στην Ανατολική Θράκη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της παραμένει σε ελληνικό έδαφος.

Πάνω στα βήματα του αρχαίου δρόμου ξεκίνησε το 1994 (και ολοκληρώθηκε το 2009) η κατασκευή της σύγχρονης Εγνατίας οδού, του μεγαλύτερου κλειστού αυτοκινητόδρομου της Ελλάδας με συνολικό μήκος 670 χλμ. Η νέα Εγνατία οδός ξεκινά από την Ηγουμενίτσα, διασχίζει ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα (περνάει από 11 νομούς συνολικά) και καταλήγει στους Κήπους, στα Ελληνοτουρκικά σύνορα, επαναφέροντας στη σημερινή πραγματικότητα μια ιστορική διαδρομή για τη διασύνδεση της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης με την Ανατολή.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων που πέρασαν η Εγνατία οδός, η via Egnatia των Ρωμαίων, ο δρόμος των δαιμόνιων Ελλήνων εμπόρων των χρόνων της Τουρκοκρατίας και των ξενιτεμένων, των δασκάλων του νέου ελληνισμού για την αφύπνιση πριν τον ξεσηκωμό του Γένους, υπήρξε μία πραγματικά «ιστορική» οδός, ο σημαντικώτερος οδικός άξονας της ανατολικής Βαλκανικής, εξυπηρετώντας τους στρατηγικούς, στρατιωτικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους τριών αυτοκρατοριών, της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής, επηρεάζοντας την τύχη τους και διευκολύνοντας όχι μόνο τη μεταφορά στρατευμάτων, όπλων, ανθρώπων και εμπορευμάτων, αλλά και ιδεών, γνώσεων και πολιτισμού.

Κοζάνη, Σεπτέμβριος 2010