Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΗ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Victoria Hislop. Το νησί (The island).
Εκδόσεις: Διόπτρα, Αθήνα 2007, σελ. 500.

Η Σπιναλόγκα είναι μικρό ακατοίκητο νησί (εκτάσεως 85 στρεμμάτων και ύψους 53 μέτρων), που κλείνει από τα βόρεια τον κόλπο της Ελούντας στην επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου στην Κρήτη. Το αρχαίο όνομα του νησιού ήταν Καλυδωνία και εδώ είχε χτιστεί, κατά τους αρχαίους χρόνους, το φρούριο των Ολουνιτών, προκειμένου να προστατεύει από τους διάφορους από θάλασσας επιδρομείς το λιμάνι της Ολούντας (της σημερινής Ελούντας). Μετά την κατάληψή του από τους Ενετούς το 1205 το νησί μετονομάστηκε σε Σπιναλόγκα (από τις λατινικές λέξεις spina = άκανθα και longa = μακριά). Ο θρύλος αναφέρει ότι η νησίδα πήρε το όνομά της από την ξακουσμένη αρχοντοπούλα Λόγκα, που έμενε κάποτε στο κάστρο. Το 1574 οι Ενετοί, φοβούμενοι επίθεση των Τούρκων, οχυρώνουν το νησί, χτίζοντας νέο φρούριο πάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου. Η Σπιναλόγκα παρέμεινε υπό την κυριαρχία των Ενετών μέχρι το 1715, όταν μετά την υπογραφή συνθήκης παραδόθηκε στους Τούρκους, το τελευταίο σημείο της Κρήτης, που κατέλαβε ο τουρκικός στρατός. Από την περίοδο αυτή και μετά εξελίσσεται σε ένα αμιγώς οικιστικό κέντρο. Υπολογίζεται ότι το 1834 κατοικούσαν στο νησί 80 οικογένειες και λίγα χρόνια αργότερα το 1881, 227. Το 1903, με απόφαση της Κρητικής Πολιτείας, η Σπιναλόγκα ορίζεται ως τόπος διαμονής των λεπρών, που μέχρι τότε, εστία μόλυνσης για τον υπόλοιπο λαό, ζητιάνευαν ζώντας εξαθλιωμένοι απομονωμένοι στη Μισκινιά, έξω από το Ηράκλειο. Τόπος διαμονής των λεπρών της Κρήτης αρχικά και ολόκληρης της Ελλάδας αργότερα, ένα καθεστώς που διατηρήθηκε ως το 1957, όταν, η ανακάλυψη των διαφόρων αντιβιοτικών φαρμάκων, μετέτρεψε τη λέπρα σε μία αντιμετωπίσιμη και ιάσιμη ως ένα βαθμό ασθένεια. Από τότε το νησί παρέμεινε έρημο και σήμερα, 50 χρόνια μετά την κατάργηση του λεπροκομείου, η νησίδα της Σπιναλόγκας είναι κηρυγμένη ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και αρχαιολογικός χώρος, που προστατεύεται από την αρχαιολογική νομοθεσία.

Το νησάκι της Σπιναλόγκας κατά την τελευταία 20ετία λειτουργίας εκεί του λεπροκομείου, επέλεξε η Victoria Hislop ως σκηνικό στο πρώτο της βιβλίο με τίτλο Το νησί. Ένα βιβλίο, που όπως η ίδια λέει, «το έγραψα γιατί το ζητούσε ο εαυτός μου». Το 2001, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών της στην Κρήτη με τον άνδρα της και τα δυο παιδιά της, ένα απόγευμα κοίταξε έναν ταξιδιωτικό οδηγό και το μάτι της σταμάτησε αυτόματα στη λέξη «απομόνωση», που συνόδευε την περιγραφή της Σπιναλόγκας. Αυτή και μόνο η λέξη ήταν η πρόκληση και η πρόσκληση για να γνωρίσει το νησί. Το νησί που της γέννησε την ανάγκη να γράψει κι ας μην είχε ποτέ καμία πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα.
Η ιστορία σχετικά απλή: η Αλέξις, μία νεαρή κοπέλα από το σημερινό Λονδίνο, λαχταρά να μάθει το παρελθόν της μητέρας της Σοφίας και της οικογένειάς της, που εκείνη τόσα χρόνια κρύβει επιμελώς. Γνωρίζει μόνο ότι η μητέρα της γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό της Κρήτης, προτού φύγει οριστικά και εγκατασταθεί στη Μεγάλη Βρετανία, λίγο καιρό πριν τη γέννησή της. Όταν η Αλέξις αποφασίζει να επισκεφτεί την Κρήτη, η μητέρα της της δίνει ένα γράμμα για μια παλιά της φίλη εκεί και της υπόσχεται πως απ’ αυτήν θα μάθει όλη την αλήθεια. Έκπληκτη η Αλέξις ανακαλύπτει πως η ζωή της οικογένειάς της συνδέεται άμεσα με το μικρό νησί της Σπιναλόγκας, την πρώην αποικία των λεπρών. Μαθαίνει την ιστορία της γιαγιάς και της μητέρας της και τη διάλυση της οικογένειάς της από την τραγωδία της αρρώστιας, τον πόλεμο και τα ανθρώπινα πάθη.

Η νησίδα της Σπιναλόγκας, εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς και η ιστορία που αυτή κουβαλάει στις πλάτες της, με αποκορύφωμα το λεπροκομείο, κατά το πρώτο ήμισι του 20ου αιώνα, αποτέλεσε το σκηνικό πολλών λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων, που περιγράφουν τη ζωή και τις δυσκολίες των αποίκων της, τις προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους, αλλά και για την εύρεση κάποιας θεραπείας, καθώς και την αντιμετώπισή τους από τους άλλους, τους λεγόμενους «υγιείς» κατοίκους του νησιού. Η παλαιότερη ξένη δημοσιευμένη πηγή για το λεπροκομείο της Σπιναλόγκας είναι του 1928. Πρόκειται για το άρθρο «Σπιναλόγκα, Νησί των Λεπρών», στο γαλλικό περιοδικό «Illustration» από το Γάλλο διευθυντή του Ινστιτούτου Παστέρ της Τύνιδας Σαρλ Νικόλ, που επισκέφτηκε τη Σπιναλόγκα το 1927. Σήμερα, 50 χρόνια μετά την κατάργηση του λεπροκομείου, τη Σπιναλόγκα επισκέπτονται ετησίως πάνω από 300.000 άνθρωποι, αριθμός που τη φέρνει ανάμεσα στους πέντε πρώτους βυζαντινούς-μεταβυζαντινούς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας. Απαίτηση των τοπικών φορέων είναι η ένταξη της Σπιναλόγκας στα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Μία πρόταση που κατέθεσε προ τριετίας προς το Υπουργείο Πολιτισμού ο πολιτικός μηχανικός κος Κωστής Μαυρικάκης.
Τον Ιούνιο του 2007 ο Δήμος Αγίου Νικολάου, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου στην πρωτεύουσα του Λασιθίου, παρουσία και της ίδιας της Vistoria Hislop, τίμησε τη συγγραφέα, η οποία συγκινήθηκε ιδιαίτερα από την αγάπη με την οποία την έχει περιβάλλει ο κόσμος της Κρήτης. Άλλωστε, όπως έχει πει πολλές φορές, θεωρεί πλέον την Κρήτη δεύτερη πατρίδα της, καθώς την έχει επισκεφτεί πάνω από 25 φορές, έχει αποκτήσει ήδη εκεί το δικό της σπίτι και μαθαίνει και αυτή και ο σύζυγός της ελληνικά. Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε και επίσκεψη στο νησί της Σπιναλόγκας για ιερό προσκύνημα στον Άγιο Παντελεήμονα, την εκκλησία του νησιού, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την κατάργηση του λεπροκομείου.
Το βιβλίο της Hislop κυριάρχησε για 24 βδομάδες στο βρετανικό τοπ 10 και οι πωλήσεις του ξεπέρασαν ήδη τα 850.000 αντίτυπα. Τα δικαιώματα πουλήθηκαν σε 17 χώρες, ενώ η συγγραφέας του τιμήθηκε με το βρετανικό βραβείο του Καλύτερου Πρωτο-εμφανιζόμενου Συγγραφέα για το 2007 και με τα βραβεία του Καλύτερου Πρωτο-εμφανιζόμενου Συγγραφέα και του Καλύτερου Βιβλίου της Χρονιάς των British Book Awards, που απονέμονται μετά από ψηφοφορία των αναγνωστών, όπως και από το Δήμο Αγίου Νικολάου Κρήτης.

Η λέπρα, η νόσος του Χάνσεν κατά την επιστημονική ονομασία -από το Νορβηγό γιατρό Γκέρχαρντ Χένριχ Αρμάουερ Χάνσεν, που ανακάλυψε το 1874 το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας- ήταν για χρόνια εκτός από ανίατη, θανατηφόρα ασθένεια, κοινωνικό στίγμα και όνειδος για τους ανθρώπους, που έφεραν έναν χανσενικό ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς τους. Η εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης ανακάλυψε τρόπους προστασίας από την ασθένεια, που σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτη στον ανεπτυγμένο κόσμο. Στο δυτικό ημισφαίριο αναφέρονται περίπου 336.000 περιπτώσεις ετησίως, ενώ παγκοσμίως αναφέρονται περίπου 5,25 εκατομμύρια καταγεγραμμένες περιπτώσεις και περίπου 10 εκατομμύρια εκτιμώμενοι πάσχοντες. Η θεραπεία της λέπρας είναι φαρμακευτική και υποστηρικτική ως προς τη διατροφή και τις συνθήκες υγιεινής. Παρότι δεν υπάρχει ριζική θεραπεία, οι ασθενείς απαλλάσσονται από τα συμπτώματα και, το κυριότερο, παύουν να μεταδίδουν το μικρόβιο και επομένως δε χρειάζεται να ζουν απομονωμένοι.

Η ιστορία και ο πολιτισμός στο νησάκι της Σπιναλόγκας στο πέρασμα των χρόνων έγιναν ένα με το ανθρώπινο δράμα. Το βιβλίο της Victoria Hislop βάζει επιτέλους την «ταφόπλακα» στην απομόνωση, στην κοινωνική προκατάληψη και στην απόρριψη των χανσενικών ανά τον κόσμο. Και ίσως να τελεί το καλύτερο μνημόσυνο για τους ανθρώπους που άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή και για όλους όσους αγωνίστηκαν για την ίασή τους και την καταπολέμηση μίας πληγής της σύγχρονης εποχής.

Κοζάνη, Ιανουάριος 2008



Πηγές: http://www.104fm.gr/content/view/2740/2/lang,/
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=124357
http://www.imerisia.gr/article/asp?catid=7993&subid=322099
http://en.wikipedia.org/wiki/Spinalonga

Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗgold (ηλεκτρονική έκδοση)

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Ο ΑΕΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΚΡΑΝΤΙΣΚΑ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

«O μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας…».
Αυτό έγραψε σε μία μεταμεσονύχτια εξομολόγηση ένας φίλος στο facebook. Δεν ξέρω από πού πήρε αφορμή ή τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, μα, όπου κι αν ήταν το μυαλό του, τελικά έχει δίκιο. O μόνος αξιόπιστος μάρτυρας του ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας. Η απουσία του Χρήστου Χαραχλέ από την καθημερινότητα της δικής μας πόλης είναι ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας της ύπαρξης και τη συμβολής του στο τώρα.
Η είδηση της απότομης φυγής του ακούστηκε αρχικά σαν αστείο. Πού ακούστηκε να πεθαίνει ο γιατρός, που ορκίστηκε να νικά την αρρώστια και το θάνατο; Ο γιατρός που νικούσε πάντα τη δική σου αρρώστια κι ήσουν μετά καλύτερα από πριν. Μετά, καθώς τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά και οι ώρες περνούν και η διάψευση δεν έρχεται, η αλήθεια, τρομερή, αρχίζει να σχηματίζεται με πάσα ακρίβεια μπροστά στα έντρομα μάτια σου. Η αλήθεια, ξέρετε, έχει έναν δικό της τρόπο επιβολής. Όσο κι αν σε πονά, όσο κι αν εύχεσαι να είναι ψέμα, δεν μπορείς να την αποφύγεις. Ούτε να την αλλάξεις. Η αλήθεια είναι απλά αλήθεια. Πρέπει να τη δεχτείς. Κι ας γίνεσαι κομμάτια.
O μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας. Και μέσα σ’ ένα λεπτό αναδύονται από το υποσυνείδητο λέξεις και πράξεις που δε θυμόσουν πιο πριν ότι είχες ακούσει, ότι είχες ζήσει, γιατί ακόμα κι ένα λεπτό πριν ήταν ασήμαντες. Αυτός, που σου τα είχε πει, ήταν εκεί, ήταν ζωντανός και μπορούσε να τα επαναλάβει ανά πάσα στιγμή. Η λέξη και η πράξη που μπορεί να επαναληφθεί δεν έχει αξία. Η μοναδικότητα την κάνει ξεχωριστή. Ο γιατρός αναλαμβάνει τη διόρθωση των σφαλμάτων της υγείας του ασθενούς του, μαζί και την ψυχολογική του στήριξη, σε στιγμές της ζωής του τουλάχιστον περίεργες. Κι όταν η δυσκολία περάσει, μαθαίνεις να τον ευγνωμονείς. Κάπως έτσι έμαθα κι εγώ να ευγνωμονώ το Χρήστο Χαραχλέ. Και νιώθω τυχερή που σε μία τουλάχιστον περίεργη και ελπίζω ελάχιστη στιγμή της ζωής μου, βρήκα δίπλα μου έναν άνθρωπο με απόλυτη κατανόηση και δε φταίει μόνο η κοινή μας καταγωγή. Σε όλους τους ανθρώπους έδειχνε απόλυτη κατανόηση. «Τι κάνεις, κατσικάκι», μου έλεγε κάθε φορά που τύχαινε ή επιδίωκα να τον συναντήσω -επηρεασμένος μάλλον από τον παππού μου τον Κατσίκα το δάσκαλο στο Βυθό, ο δικός του τόπος, ο Πεντάλοφος, είναι μόλις 2 χλμ. από το χωριό μας- και φρόντιζε να μου υπενθυμίζει συνέχεια πόσο καλά με βρίσκει και πως έφτιαξε το χρώμα μου. Κάποτε συναντηθήκαμε στο γάμο μιας κοινής μας φίλης. «Στο δικό μου γάμο θα έρθετε, γιατρέ», τον ρώτησα και βάλαμε και οι δύο τα γέλια. Ήταν χαρούμενη στιγμή και γελούσαμε με κάθε κουβέντα. Όχι μόνο εμείς, όλοι οι καλεσμένοι. Τώρα κάθε κοινή μας ανάμνηση μοιάζει να τη σκέπασε η ομίχλη του Πενταλόφου τα απογεύματα του καλοκαιριού που βρέχει.
O μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας. Και μπροστά σε κάτι τέτοιες αναχωρήσεις και μόνιμες πλέον απουσίες ο πάνσοφος Θεός μας, που στη σοφία Του αναζητούμε παρηγοριά, μοιάζει λίγο άδικος, μα δεν αγαπούμε τη βλασφημία κι αλλάζουμε αμέσως τις σκέψεις μας. Κάτι ξέρει ο Θεός και τα φέρνει έτσι, σκεφτόμαστε και συνεχίζουμε να ζούμε, έστω και με μία ακόμη απουσία. Το γιατί θα μένει πάντα αναπάντητο, κάπου εκεί, στην άκρη συνείδησης και υποσυνειδήτου, μα ο άνθρωπος δεν ψάχνει πια να εξηγήσει όσα δεν μπορεί να επέμβει. Κάθε χρόνο στους δρόμους του Πενταλόφου, που επισκέπτομαι με ευλάβεια κάθε καλοκαίρι, κάθε Αύγουστο, ανακαλύπτω νέες μικρές και μεγάλες απουσίες. Έτσι είναι η ζωή, λέω για να παρηγορούμαι, τα παιδιά μου θα μεγαλώσουν σ’ ένα διαφορετικό κόσμο από εμένα, με διαφορετικούς ανθρώπους, μα κάποιες αναχωρήσεις πονούν πολύ. Μοιάζουν παράλογες, γι’ αυτό κάθομαι τώρα και γράφω, γράφω χωρίς σειρά, χωρίς σκέψη, μήπως και ξορκίσω τον πόνο. Γιατρέ μου, σου έλεγα πόσο ωραία κι επιβλητική φαίνεται η Γκραντίσκα από το σπίτι μας στο χωριό κι ονειροπολούσαμε παρέα για τον κοινό μας τόπο. Τον τόπο που πόνεσε τόσες φορές, αμέτρητες φορές και τόσο αφόρητα από άδικες αναχωρήσεις και απουσίες. Προχτές που θαύμαζα τη Γκραντίσκα από το σπίτι μας στο Βυθό, δεν ξέρεις πόσο μου έλειψε αυτό το κοινό μας όνειρο. Η Γκραντίσκα θα μένει πάντα εκεί, επιβλητική, κάστρο και φρουρός της Μακεδονίας. Οι άνθρωποι που περπατούν στη σκιά της θα αλλάζουν, μα έτσι γίνεται πάντα κι είναι αυτό κανόνας απαράβατος. Γιατρέ μου, θυμάσαι τον αετό που έσκιζε την ομίχλη και αναδύονταν περήφανος πάνω από τα σύννεφα στον καλοκαιρινό ήλιο; Τον αετό που πετούσε πάνω απ’ τη Γκραντίσκα και τους πέντε λόφους του Πενταλόφου και το Καραούλι του Βυθού. Τον είδα και φέτος και μέσα στη θλίψη η παρουσία του μου έδωσε μια παρηγοριά. Μας λείπεις, γιατρέ μου, μου λείπεις πολύ, μα οι ξεχωριστοί άνθρωποι δεν περνούν στη λήθη. Τις συμβουλές σου τις θυμάμαι όλες και έχω μάθει πλέον να νικώ την αρρώστια. Δε θα σε ξαναδώ, μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να το αλλάξω αυτό κι υπάρχουν άνθρωποι που τους λείπεις περισσότερο απ’ όσο λείπεις σε μένα. Εγώ θα θυμάμαι πάντα τα λόγια σου και το θάρρος που μου έδινες, οι λόγοι για τους οποίους θα σ’ ευγνωμονώ και σ’ αυτόν και στον επόμενο αιώνα.
Καλό ταξίδι, γιατρέ! Ο αετός που θα πετάει αιώνια πάνω απ’ τη Γκραντίσκα θα σου φέρνει τα χαιρετίσματα και τους πόθους μας. Και είτε εδώ στην Κοζάνη, είτε πάνω στον Πεντάλοφο και στο Βυθό θα σε θυμόμαστε πάντα. Με αγάπη. Αφόρητη. Όπως μας θυμόσουν πάντα και μας περιέθαλπες κι εσύ κι ήσουν πάντα πιστός στον όρκο στον Ιπποκράτη. Καλό ταξίδι, γιατρέ μου! Ο αετός που θα πετάξει αύριο πάνω απ’ τη Γκραντίσκα θα σου φέρει τις ευχές και τα νέα μας. Και μακάρι το ταξίδι σου να είναι έτσι, σταθερό και ατάραχο, περήφανο σαν το πέταγμα του.

Εις μνήμην και ανάμνησιν
Χρήστου Χαραχλέ


Κοζάνη, Αύγουστος 2009