Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

ΚΟΣΜΑΣ ΑΓΑΚΙΔΗΣ

του Χρίστου Γερ. Κατσίκα – διδασκάλου

Ο Ιατρός Κοσμάς Αγακίδης υπήρξε μια εξαιρετική μορφή, μια σπάνια φυσιογνωμία, που συνετέλεσεν όσον ολίγοι στην αρτιωτέρα ανάπτυξι της Παιδείας και του πατριωτισμού στην Επαρχία Ανασελίτσης, όπως εκαλείτο επί Τουρκοκρατίας η σημερινή Επαρχία Βοΐου.
O Κοσμάς Αγακίδης γεννήθηκε το έτος 1838 στο χωριό «Ντόλος», όπως ελέγετο τότε ο σημερινός «Βυθός». Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο της πατρίδος του και ακολούθως εσυνέχισε τας σπουδάς του στα Ελληνικά Σχολεία της Κωνσταντινουπόλεως και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Στην Κωνσταντινούπολι ήταν Εφημέριος στο Ναό του Αγίου Γεωργίου του Φωστηρά ο πατέρας του Παπακώστας Αγάκος, διωρισμένος απ’ ευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Μετά την αποφοίτησι του εκ της Μεγάλης του Γένους Σχολής υπηρέτησεν ως διδάσκαλος εις Λουκάμι, Βλάστην και Αυγερινόν και ως Γραμματεύς της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης επί της Αρχιερατείας του πολλού Αλεξάνδρου του Λασκάρεως. Ούτως εξετίμα την εμβρίθειαν και την διορατικότητα του νεαρού τότε γραμματέως του και του ανέθετε την επίλυσιν και διεκπεραίωσιν των πλέον λεπτών ζητημάτων και υποθέσεων της Επαρχίας του. Το αξίωμα του Γραμματικού του Δεσπότη -διότι αξίωμα εθεωρείτο τότε να είναι κανείς Αρχιερατικός Γραμματεύς- του δίδουν την επιδιωκομένη ευκαιρία να περιέρχεται τα χωριά της Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης (διοικητικώς Ανασελίτσης) και τα τοιαύτα των ομόρων Μητροπόλεων Καστορίας και Γρεβενών και να οργανώνη συγκεντρώσεις και να δίδη διαλέξεις διαφωτιστικού και Εθνικού περιεχομένου. Το αποτέλεσμα τούτων υπήρξε γονιμώτατον, πάντοτε μεν, εις ασύγκριτον δε βαθμόν κατά την διάρκειαν του Μακεδονικού Αγώνος. Κατ’ αυτόν αι Ελληνομακεδονικαί Επαρχίαι Ανασελίτσης και Γρεβενών έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλον διά την επιτυχή διεξαγωγήν του. Αι Επαρχίαι αυταί, εις τας οποίας ουδεμία άλλη γλώσσα πλην της Ελληνικής είναι γνωστή και εις τας οποίας ποτέ δεν ετόλμησε να πλησιάση Βούλγαρος, απέβησαν αι ανεξάντλητοι πηγαί εις έμψυχον και άψυχον υλικόν της Μακεδονικής αντιστάσεως κατά της Βουλγαρικής προπαγάνδας και των συμμοριών της, προσπαθουσών να παρουσιάσουν την Μακεδονίαν ως Βουλγαρικήν χώραν. Εδώ ήσαν τα ασφαλή ορμητήρια, τα κέντρα αποκρύψεως, εφοδιασμού, διελεύσεως και νοσηλείας των Μακεδονομάχων αγωνιστών.
Κατά το έτος 1870 ο Κοσμάς Αγακίδης ενεγράφη εις την Ιατρικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Μετά την αποφοίτησιν του, μαζί με την εξάσκησι του Ιατρικού επαγγέλματος εις τας Επαρχίας Ανασελίτσης, Γρεβενών και Καστορίας επηύξησε και την Εθνικήν δράσιν του. Όλα τα χωριά σ’ αυτόν καταφεύγουν και λαμβάνουν οδηγίας. Σ’ αυτόν αναθέτουν την εξεύρεσι διδασκάλων. Κι αυτός φροντίζει να μη μείνη κανένα χωριό χωρίς τον Ελληνοδιδάσκαλο του και τον Ορθόδοξο ιερέα του. Αυτός πρώτος συνέταξε και Κανονισμόν λειτουργίας των Σχολείων, θεωρηθέντα και εγκριθέντα και παρά της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης. Το πρωτότυπον του Κανονισμού τούτου φέρεται καταγεγραμμένον εις τον Κοινοτικόν και Εκκλησιαστικόν Κώδικα Βυθού.
Περί το έτος 1883 η Τουρκική Κυβέρνησις εξεβίασε τον Αγακίδην να υπηρετήση ως Στρατιωτικός Ιατρός εις το Στρατιωτικόν Σώμα Διδυμοτείχου, με την απειλήν ότι εν περιπτώσει αρνήσεως του δεν θα τω επιτραπή η εξάσκησις του Ιατρικού επαγγέλματος εν τη Τουρκική Αυτοκρατορία.
Κατά το έτος 1890 η Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης, η εδρεύουσα εις Κωνσταντινούπολιν και συντηρούσα το Γυμνάσιον Τσοτυλίου, παρεκάλεσε τούτον να δεχθή την θέσιν του εσωτερικού Ιατρού του Γυμνασίου τούτου, διότι η προσωπικότης του ως επιστήμονος και γνωστού φίλου των γραμμάτων θα συνετέλει, ως αποδείχθη άλλως τε, εις την αρτιωτέραν εμφάνισιν και πρόοδον του ιδρύματος τούτου. Η παράκλησις της εγένετο δεκτή παρ’ αυτού και παρέμεινεν εν τη θέσει ταύτη μέχρι του θανάτου του, επισυμβάντος τον Μάιον του 1910. Εδώ πλέον βλέπομεν τον Αγακίδην ευρισκόμενον εις το στοιχείον του. Βλέπομεν τούτον μοχθούντα όχι μόνον ως Ιατρόν, αλλά και ως Καθηγητήν της Ανθρωπολογίας και της Υγιεινής, ακόμη δε και Αναπληρωτήν Φιλολόγων Καθηγητών. Τον βλέπομεν ακάματον και άοκνον πνευματικόν εργάτην, του οποίου η γνώμη έχει βαρύτητα και κύρος και μεταξύ του Καθηγητικού Συλλόγου και μεταξύ της Διοικήσεως της Αδελφότητος. Οι κατά καιρούς Γυμνασιάρχαι και διοικούντες την Αδελφότητα σέβονται και εκτιμούν την γνώμην του σοφού τούτου ανδρός. Συνεργάζονται μετ’ αυτού διά την πρόοδον και εκπλήρωσιν του προορισμού του ιδρύματος τούτου. Παροιμιώδης μένει εις τα χρονικά του Γυμνασίου η αγαστή συνεργασία και σύμπνοια του μετά του εκ Καστορίας Γυμνασιάρχου Φιλίππου Σακελλαρίου, ότε η φήμη του Γυμνασίου τούτου κατέστη Πανελλήνιος. Τότε άρχεται ο χρυσούς αιών του Γυμνασίου. Τότε βλέπομεν ερχομένους -με συστατικά προς τον Αγακίδην γράμματα- όπως φοιτήσουν μαθητάς από τα βάθη της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Ελευθέρας Ελλάδος και των Ελληνικών παροικιών του Εξωτερικού. Τότε ανεγνωρίσθη και παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως το Γυμνάσιον τούτο ως ισότιμον με τα Γυμνάσια της Ελευθέρας Ελλάδος.
Ο Στέφανος Νούκας το χωριατόπουλο από τη Δράμιστα της Ανασελίτσης υπήρξεν ο ιδρυτής του Μακεδονικού τούτου Εκπαιδευτικού Φάρου και ο Κοσμάς Αγακίδης τ’ άλλο χωριατόπουλο από το Ντόλο της Ανασελίτσης υπήρξεν ο πηδαλιούχος τούτου. Πολλοί τον ενθυμούνται συγκρατούντα και διαλύοντα τας πρωσωπικάς αντεγκλήσεις των Καθηγητών και διαιτητήν των τυχόν αναφυομένων διενέξεων. Τον ενθυμούνται καθοδηγούντα τους μαθητάς εις τα καθήκοντα των εξυψούντα το μεγαλείον των Εθνικών Αγώνων και του τότε εις την ακμήν του ευρισκομένου Μακεδονικού Αγώνος. Κατά τον Αγακίδην ο Μακεδονικός Αγών ήτο η απαρχή της πραγματοποιήσεως της Μεγάλης, της Εθνικής Ιδέας. Έτσι καθοδηγούμενοι και διδασκόμενοι οι σπουδασταί του Γυμνασίου τούτου, ανεδείχθησαν άπαντες αξιόμαχοι και ακαταπόνητοι Εθνικοί Αγωνισταί έκαστος εις τον τομέα του.
Η εξάσκησις του Ιατρικού επαγγέλματος δεν ήτο διά τον Αγακίδην μέσον πλουτισμού, και διά τούτο αν και ήτο μόνος Ιατρός στην εκτεταμένη αυτή περιοχή δεν επλούτισε. Ανάργυρον Κοσμάν τον απεκάλουν. Δι’ αυτόν το Ιατρικόν επάγγελμα ήτο ιερά υποχρέωσις. Ετήρησεν εις ακέραιον τον όρκον του Ιατρού. Εις όλους παρείχεν αφειδώς, αφιλοκερδώς και ανιδιοτελώς Ιατρικήν και Φαρμακευτικήν περίθαλψιν. Δεν υπελόγιζε κόπους και κινδύνους ή δυσμενείς εποχάς και ώρας. Ήτο ο πρωτοπόρος και μοναδικός Ιατρός των Μακεδονομάχων Αγωνιστών. Μετέβαινε πάντοτε μετά προθυμίας και πατριωτικού ενδιαφέροντος άνευ αμοιβής τινος, ίνα τοις παράσχη Ιατρικήν και Φαρμακευτικήν περίθαλψιν οσάκις και όπου εκαλείτο. Τα δάση και τα βουνά των Επαρχιών Βοΐου και Γρεβενών και οι άνθρωποι της υπαίθρου συχνότατα έβλεπον τον Αγακίδην οδηγούμενον μετά περισκέψεως υπό των κατά τόπους οδηγών και αγγελιοφόρων εις τα κρυσφύγετα και τα ενδιαιτήματα των τραυματιών και πασχόντων αγωνιστών για να τους περιθάλψη. Αυτά πάλιν έβλεπον και την αγωνίαν του μήπως έφθασεν αργά, τον πόνον του και τα ξενυχτίσματα του κοντά τους. Ο παρήγορος αυτός άγγελος ανεδείχθη ο σωτήρ των αγωνιστών αυτών, διότι πληθώραν εξ αυτών έσωσεν εκ βεβαίου θανάτου. Πλείστους επίσης απέστειλεν εις την Ελευθέραν Ελλάδα, ίνα συνεχίσουν εκεί την θεραπείαν των. Αυτήν την στιγμήν ενθυμούμεθα τον Καπετάν Λούκαν Κόκκινον και τον Καπετάν Θεοδόση, ο οποίος επί 2 περίπου μήνες ενοσηλεύθη εις την εν Βυθώ οικίαν του, τους οποίους ασφαλώς απέστειλε πέραν της τότε μεθοριακής γραμμής. Ένα των υϊών του, τον Απόστολον, τον διέθεσεν εις την υπηρεσίαν του Μακεδονικού Αγώνος. Ούτος υπό το όνομα «Καπετάν Απόστολος Αγακίδης εκ Πίνδου της Μακεδονίας», συνεκράτησεν ως αναφέρει η Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος υπό τον Καπετάν Καούδην τον Αγώνα στη Δυτική Μακεδονία μετά τον θάνατον του Παύλου Μελά.
Ο Κοσμάς Αγακίδης έζη με την ελπίδα και το όνειρον της απελευθερώσεως της Μακεδονίας διά την οποίαν τόσον εμόχθησε. Δεν επρόλαβεν όμως να ίδη πραγματοποιούμενον το όνειρον του, διότι απεβίωσεν εκ καρδιακής προσβολής τον Μάιον του έτους 1910 εις ηλικίαν 72 ετών εις Λούβρην Βοΐου. Την απώλειαν του «γιατρού» εθρήνησαν αι Επαρχίαι Βοΐου και Γρεβενών. Την κηδείαν του παρηκολούθησαν εκτός του άλλου πλήθους του κόσμου από τα χωριά και από τις δύο αυτές επαρχίες και οι Καθηγηταί και οι μαθηταί του Γυμνασίου Τσοτυλίου μεταβάντες εις Λούβρην. Επικήδειον λόγον εξεφώνησεν ο εκ των καθηγητών κ. Κων. Αγγελής, πλέξας το εγκώμιον τούτου και εξάρας τας αρετάς και τους πολυσχιδείς αγώνας του υπέρ της Παιδείας, της Πατρίδος και της εξυψώσεως της Ελληνικής Νεολαίας. Αργότερον δε μετά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας (1912 - 1913) ο διδάσκαλος Δημητρ. Πουλιόπουλος εις ποίημα του εις μνήμην του εθνικού και πνευματικού αυτού σκαπανέως, τον καλεί να κατεβή μια στιγμή από τον ουρανό να ιδή την απελευθέρωσι και να ξαναγυρίση να φέρη το χαρμόσυνο άγγελμα και στους λοιπούς.
...«Ξαναγύρισε γιατρέ μου πάλι εκεί στους ουρανούς
για να πης και στους λοιπούς
πως μεσ’ στη Μακεδονία δεν πατεί Αχμέτη πους»...
Αι πολλαί ιστορικαί του σημειώσεις για την Επαρχία Ανασελίτσης και των χωριών της τότε καλουμένης Μουδιρίας (Υποεπαρχίας) Ζουπανίου απωλέσθησαν, διαρπαγείσαι υπό διαφόρων Τούρκων αποσπασματαρχών, ενεργησάντων κατά καιρούς ερεύνας εις την εν Βυθώ οικίαν του προς ανακάλυψιν τυχόν ενοχοποιητικών εγγράφων. Μόνον μία ανέκδοτος πραγματεία του σώζεται –«Περί του παλαιοχωρίου της Καλογρίτσης και του Μοναστηρίου Αγίας Τριάδος»-, συνταχθείσα ως λέγει ο ίδιος «Προς διάσωσιν και μετάδοσιν εις τας επερχόμενας γενεάς των περί Καλογρίτσης και Μοναστηρίου της Αγίας Τριάδος πατροπαραδότων (αυτώ) πληροφοριών και ιδίων ειδήσεων».

Εξεπέμφθη την 11ην Αυγούστου 1958 υπό του
Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης κατά την εκπομπήν
«Εξέχοντες Μακεδόνες».



ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΑΤΣΙΚΑΣ (1897-1984)
Ο Χρίστος Κατσίκας γεννήθηκε στις 15/28 Δεκεμβρίου 1897 στο Ντόλο, το σημερινό Βυθό της επαρχίας Βοΐου, πρωτότοκος γιος του Γεράσιμου Κατσίκα και της Ευανθίας Αγακίδου.
Αποφοίτησε από το Μαράσλειο Διδασκαλείο Αθηνών τον Ιούνιο του 1917 και διορίσθηκε ως δάσκαλος στο Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ζουπανίου (Πενταλόφου) στις 23 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1920. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων επέστρεψε στο Δημοτικό Σχολείο Πενταλόφου στη θέση του διευθυντή και από την 1η Σεπτεμβρίου 1932 ανέλαβε την ίδια θέση στο Δημοτικό Σχολείο Βυθού, εκπληρώνοντας έτσι την επιθυμία του να διδάξει στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Στις 28 Απριλίου 1927 παντρεύτηκε την Ευαγγελία Γεωργίου Καμπερογιάννη με την οποία απέκτησε 4 παιδιά: την Αριάδνη, την Αναστασία, το Γεράσιμο και τη Βικτωρία.
Κατά το σχολικό έτος 1947-1948 και για ένα εξάμηνο μετατέθηκε με απόσπαση στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Κοζάνης και περί τα τέλη του Φεβρουαρίου του 1948 στην Νομαρχία Κοζάνης στο Β΄ Τμήμα Διοικήσεως. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το Δεκέμβριο του 1949, όταν επέστρεψε στο Δημοτικό Σχολείο Βυθού, όπου και παρέμεινε μέχρι την ημέρα της συνταξιοδότησης του στις 3 Μαρτίου 1957.
Πέθανε στην Κοζάνη στις 24 Ιανουαρίου 1984 σε ηλικία 87 ετών.

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ & Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Πέτρος Τατσόπουλος. Η καλοσύνη των ξένων (Μια αληθινή ιστορία).
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, σελ. 303.

Είχε ένα ρίσκο αυτό το βιβλίο. Το ρίσκο του να μετατραπεί από μία απόλυτα σοβαρή και λογική ιστορία σε ένα γλυκερό μελό με άφθονα δάκρυα και γλυκόπικρο φινάλε. Ο Πέτρος Τατσόπουλος το ήξερε αυτό. Γι’ αυτό κι αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο Η καλοσύνη των ξένων, το 14ο κατά σειρά βιβλίο του, (το πρώτο βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου με τίτλο Οι ανήλικοι κυκλοφόρησε το 1980, όταν ο δημιουργός του ήταν μόλις 21 ετών) τον απασχόλησε πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο έχει γράψει μέχρι σήμερα, όχι τόσο ως προς την τελική απόφαση, αν πρέπει δηλαδή να γραφεί ή όχι ή τις ώρες γραφής, αλλά κυρίως ως προς το με ποιο τρόπο έπρεπε να χειριστεί και να παρουσιάσει την όλη ιστορία. Μια ιστορία που είχε ζήσει και είχε βιώσει ο ίδιος, με άλλα λόγια μια αληθινή ιστορία. Τη δική του ιστορία.
Ο Πέτρος Τατσόπουλος στα 19 του μαθαίνει, μάλλον τυχαία ή ίσως από μία προμελετημένη ενέργεια του πρόσφατα χαμένου πατέρα του, ότι είναι υιοθετημένος. Μετά το πρώτο σοκ και το πρώτο ξάφνιασμα έρχεται η σειρά των ερωτήσεων. «Άρα, αφού δεν είμαι αυτός που μέχρι σήμερα νόμιζα πως ήμουν, ποιος τελικά είμαι»; Και ποιοι τελικά είναι οι άνθρωποι που ευθύνονται για την ύπαρξη μου. Η ανάγκη της γνώσης της ρίζας, από την οποία καταγόμαστε, είναι έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους. Ίσως και αναγκαία. Η γνώση του παρελθόντος, μας δίνει πάντα ένα πιο σταθερό και πιο σίγουρο βήμα προς το μέλλον και την προσωπική αυτογνωσία. Τη βεβαιότητα αυτή ήθελε να νιώσει κι ο Πέτρος Τατσόπουλος, που βρέθηκε κάποια στιγμή μετέωρος σ’ ένα παράλογο, έτσι του φάνηκε τότε, κενό. Έτσι ξεκινά η οδύσσεια της αναζήτησης της προσωπικής του Ιθάκης, της αναζήτησης της βιολογικής του μητέρας και της βιολογικής του οικογένειας. Δεν ξέρει που θα φτάσει, ούτε τι και αν θα τα καταφέρει. Τα καταφέρνει όμως. Βρίσκει σχετικά εύκολα τη μητέρα του και γνωρίζει τα αδέλφια του. Ωστόσο το κενό που εμφανίστηκε με την αποκάλυψη της αλήθειας δεν καλύπτεται. Καλύπτεται μόνο, όταν η βιολογική του μητέρα πεθαίνει. Το ομολογεί. Όταν πληροφορήθηκε το θάνατό της, χρόνια μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, δεν ένιωσε πένθος, ούτε θλίψη κι ίσως τώρα, αρκετά χρόνια μετά το θάνατό της, να νιώθει κάποιες λίγες, ελάχιστες τύψεις γι’ αυτή του την αμέλεια. Μα παράδοξα μόνο τότε, μόνο όταν εκείνη πεθαίνει, μπορεί να τη σκεφτεί σα μητέρα.
Ο Πέτρος Τατσόπουλος κάνει στην Καλοσύνη των ξένων μία πρωτόγνωρη κατάθεση ψυχής. Αφοπλιστικά ειλικρινής και αυτοσαρκαστικός παρουσιάζει την προσωπική του ιστορία με το μάτι του τρίτου, του ξένου, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Αυτό τον σώζει από τον μελοδραματισμό, το μελό του ’60 με πρωταγωνιστές το Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση, όπου μπορούσε πολύ εύκολα να διολισθήσει διηγούμενος μια τέτοια ιστορία. Το είπαμε. Το βιβλίο αυτό είχε ένα ρίσκο. Μα ο Πέτρος Τατσόπουλος το γνωρίζει και φροντίζει να το αφήσει με μαεστρία στην άκρη.
Άλλωστε, η διήγησή του δεν αναλώνεται αποκλειστικά και μόνο στην αναζήτησή της βιολογικής του οικογένειας. Αυτή την περιπέτεια την ακολουθεί και μια άλλη ζωή, η δική του ζωή και τριάντα ολόκληρα χρόνια από το τότε, την μέρα που ανακάλυψε την αλήθεια, μέχρι το τώρα, μέχρι το σήμερα. Μέσα σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια ψάχνει το δρόμο και τον τρόπο να φτιάξει τη ζωή του, παντρεύεται, χωρίζει και ξαναπαντρεύεται, γίνεται πατέρας, τα πίνει το βράδυ με μια φίλη του, ενώ στο διπλανό στενό ένας λάθος παθιασμένος φιλόπατρις δολοφονεί τέσσερις αλλοδαπούς, βιώνει το χαμό της θετής του μητέρας και τότε πονά στ’ αλήθεια και ξεκινά να ξεκοκαλίζει την πατρική περιουσία και γίνεται μάρτυρας μίας εκ βάθους εξομολόγησης του ετεροθαλούς αδελφού του. (Τα αδέλφια βρήκαν τον τρόπο να ενωθούν και να μιλήσουν. Να μιλούν μέχρι σήμερα. Η μάνα απέναντι στα παιδιά της δεν το κατάφερε ποτέ). Ταυτόχρονα μία καταγραφή των υιοθεσιών ανά τον κόσμο κι ανά τον 20ο αιώνα με τις υποανάπτυκτες περιοχές του πλανήτη σε πρώτο πλάνο, με τις μηχανορραφίες της βασίλισσας Φρειδερίκης και τα «παιδομαζώματα» των κομμουνιστών προς τις χώρες του ανατολικού μπλοκ 50 χρόνια πριν (και οι μεν και οι δε, λένε τώρα, πως για το «καλό των παιδιών» τα έκαναν όλα), με όλα όσα μετατρέπουν την υιοθεσία από μία θεάρεστη πράξη -«χτίζεις εκκλησία», όταν παίρνεις ένα παιδί, έλεγαν οι παλιοί- σε ένα φτηνό υπολογισμό με θύμα ένα παιδί. Ένα παιδί που δε ρωτήθηκε ποτέ ποια τύχη επιθυμεί να έχει, ούτε μπορεί να αντιδράσει για την τύχη που οι μεγάλοι του επιφυλάσσουν, γιατί ήρθε στον κόσμο εν αγνοία του, από μία μητέρα κι έναν πατέρα που δεν επιθύμησαν ποτέ τη γέννησή του. Η μητέρα απλά το κυοφόρησε και μοιάζει κάποιες φορές πως ούτε και η ίδια δεν ξέρει το πώς και το γιατί.
Όλα αυτά τα λάθος και θλιβερά κείμενα καταγράφει στο βιβλίο του ο Πέτρος Τατσόπουλος παίρνοντας αφορμή από τη δική του μοίρα. Ωστόσο, παρά τη θλίψη της όλης ιστορίας, το τέλος της δεν αφήνει καμία πίκρα ή θλίψη στον αναγνώστη. Ο αυτοσαρκασμός του συγγραφέα -τρομερός, πανταχού παρών και ιδιαίτερα ενδιαφέρων- είναι η ασπίδα ενάντια στη θλίψη της πραγματικότητας, μ’ έναν τρόπο γραφής πραγματικά ανάλαφρο, όπως κι αν το ανάλαφρο αυτό νοείται, με λέξεις απλές και κατανοητές. Ο Πέτρος Τατσόπουλος δεν έχει σκοπό να περάσει κανένα μεγάλο και υψηλό νόημα στον αναγνώστη. Θέλει απλά να αφηγηθεί μια ιστορία, τη δική του ιστορία και δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις και ανώνυμους, τάχα άγνωστους ανθρώπους, που έζησαν όλα όσα αφηγείται. Το λέει καθαρά, το λέει από την πρώτη σελίδα, «εγώ είμαι αυτός που έζησε όλη αυτή την παραλογή ιστορία». Δεν ξέρει αν μετά απ’ όλα αυτά έγινε καλύτερος άνθρωπος, ίσως να μην έγινε τίποτα διαφορετικό απ’ ό,τι ήδη ήταν ή ίσως και ν’ άλλαξε ολοκληρωτικά, μα αυτό ούτε ο ίδιος δεν το γνωρίζει και μάλλον θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να το ανακαλύψει. Ξέρει ωστόσο κι είναι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό, πως έζησε κάτι μεγάλο, δεν άντεχε να το κρατάει άλλο μέσα του, θέλησε να το μοιραστεί με κάποιον, με κάποιους κι έγραψε αυτό το βιβλίο. Ο τίτλος του είναι μία φράση της Μπλανς Ντιμπουά, της ηρωίδας του Tennesse Williams στο «Λεωφορείο Ο Πόθος» (A Streetcar Named Desire, 1947), ένα έργο με το οποίο ο δημιουργός του κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ. Στην τελευταία σκηνή, λίγο πριν η πρωταγωνίστρια οδηγηθεί στη νευρολογική κλινική μονολογεί αυτή τη φράση στους ανθρώπους που αναλαμβάνουν να τη μεταφέρουν εκεί: «Πάντοτε βασιζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων». Στην καλοσύνη των ξένων βασίζονται και τα υιοθετημένα παιδιά, γιατί ξένοι είναι μέχρι τότε οι μετέπειτα θετοί γονείς τους. Στον Πέτρο Τατσόπουλο η καλοσύνη των ξένων, των ανθρώπων που τον επέλεξαν για γιο τους, των πραγματικών γονιών του κι ας μη τους συνδέει το ίδιο αίμα, άνοιξε δρόμους. Δρόμους που ίσως να μην ανακάλυπτε ποτέ μένοντας δίπλα στην πραγματική του μητέρα, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι οι θεσμοί αίματος ελάχιστη σημασία έχουν για τη συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων. Άλλωστε, το δικαίωμα του να είσαι γονιός δεν μπορεί να σου το δώσει το αίμα. Το δικαίωμα του να είσαι γονιός είναι κάτι που δύσκολα κερδίζεις και εύκολα χάνεις. Κι ο Πέτρος Τατσόπουλος το ξέρει πολύ καλά αυτό.
Δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα αν η περίπτωση του Πέτρου Τατσόπουλου και η σχέση που αυτός είχε αναπτύξει με τους θετούς γονείς του αποτελεί το 90% των περιπτώσεων υιοθεσίας ή είναι απλά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, τη μαύρη δηλ. μοίρα όλων των υιοθετημένων παιδιών. Δίπλα στη δική του πραγματικότητα παρατίθεται και μία άλλη, παιδιών υιοθετημένων που υιοθετήθηκαν απλά για να χρησιμοποιηθούν, παιδιών που πωλούνται κι αγοράζονται προς όφελος των πωλητών και των αγοραστών τους, παιδιών χωρίς μέλλον. Στις χώρες του προηγμένου κόσμου αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν, ελπίζουμε, τη μειοψηφία κι όταν ανακαλυφθούν καταδικάζονται με δριμύτητα. Τα δικαιώματα των παιδιών έχουν θεσπιστεί παντού, απ’ άκρη σ’ άκρη της γης με ισχυρούς νόμους. Όπως και το δικαίωμα του υιοθετημένου παιδιού να γνωρίσει την καταγωγή του. Η μαύρη μοίρα δεν είναι ίδιον όλων των υιοθετημένων παιδιών. «Η υιοθεσία», παρατηρεί ο Πέτρος Τατσόπουλος, όποτε του δοθεί η ευκαιρία να μιλήσει γι’ αυτή την ιστορία και του δίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό, «δεν είναι πάντα μία ιστορία τρόμου. Η υιοθεσία είναι και μία ιστορία φωτεινή, μία ιστορία γενναιοδωρίας». Μια ιστορία ανθρωπισμού και πραγματικής αγάπης προς τον άνθρωπο και τη συνέχεια του.

Κοζάνη, Απρίλιος 2007

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Η ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ ΜΙΑΣ ΒΕΒΗΛΗΣ ΠΤΗΣΗΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Βασίλης Γκουρογιάννης. Βέβηλη πτήση.
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2003, σελ. 224.

Πώς θα νιώθατε αν ξαφνικά μαθαίνατε ότι ένα εχθρικό μαχητικό αεροσκάφος, κατά προτίμηση τουρκικό, παραπλανώντας όλα τα γνωστά και άγνωστα συστήματα ασφαλείας και εποπτείας πτήσεων, όλα τα ραντάρ κι όλους τους δορυφόρους, πέρασε ξυστά πάνω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, τραντάζοντας τον συθέμελα κι ύστερα χάθηκε σαν αστραπή κάπου στο βάθος του Αιγαίου απ’ όπου ξαφνικά και απροειδοποίητα λίγη ώρα πριν είχε έρθει; Κι αν κατόπιν αντιλαμβανόσασταν και σας διαβεβαίωναν γι’ αυτό όλοι οι επιστήμονες κι όλοι οι ειδικοί του κόσμου ότι αυτή η μάλλον αναίτια και σίγουρα βέβηλη πτήση που τάραξε τον ιερό βράχο και για πολλοστή φορά τις πάντα εύθραυστες σχέσεις των δύο χωρών, προκάλεσε φθορές στα αρχαία μνημεία, διαταράσσοντας τη στατικότητα του ίδιου του Παρθενώνα; Ξεκινώντας απ’ αυτό το φανταστικό σενάριο -που αν ποτέ γινόταν πραγματικότητα, θα ήταν για την Ελλάδα, ό,τι η πτώση των Δίδυμων Πύργων για τις Η.Π.Α. ή έστω κάτι παρόμοιο- ο Βασίλης Γκουρογιάννης πλάθει με μαεστρία τον προσωπικό του μύθο.
Μια μέρα ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος περνάει ξυστά και χωρίς κανένα φανερό λόγο, χωρίς κανείς να το αντιληφθεί πιο πριν, πάνω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Από τους κραδασμούς της πτήσης η στατικότητα των αρχαίων μνημείων διαταράσσεται σοβαρά και προκειμένου ν’ αποκατασταθεί απόλυτα η βλάβη, που απειλεί να καταστρέψει ό,τι οι αιώνες και οι ξένοι κατακτητές σεβάστηκαν, χρειάζεται ν’ αποσυναρμολογηθεί και να συναρμολογηθεί ξανά πέτρα-πέτρα όλο το μνημείο κι έτσι Έλληνες και ξένοι τεχνικοί και επιστήμονες, ντόπιοι κι αλλοδαποί εργάτες, ρίχνονται στη μάχη της αποκατάστασης των ζημιών για να βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωποι, όχι μόνο με τη φθορά του Παρθενώνα, που πρέπει πλήρως να αποκαταστήσουν, αλλά και με όλες τις προσωπικές και εθνικές τους έριδες, φόβους και μίση. Η αρχαιολατρία, η προγονοπληξία και ο έρωτας για τα αρχαία μνημεία, το παθιασμένο και κάποιες φορές ίσως και αναίτιο μίσος για τους μοναδικούς και σίγουρα αιώνιους εχθρούς μας, τους Τούρκους, ο φόβος και ο τρόμος μπροστά στους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, που κατέκλυσαν τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα, διεκδικώντας μία ισότιμη θέση στην ελληνική, πολυπολιτισμική πλέον -μας λένε, προσπαθώντας να μας πείσουν- κοινωνία, οι εθνικιστικές εξάρσεις των Ελλήνων. Όλες όψεις της ίδιας σύγχρονης Ελλάδας, που από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, τρέχει πάντα ξέπνοη και πάντα στο τέλος να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα. Συνήθως τα καταφέρνει, έστω και την τελευταία στιγμή κι ας γκρινιάζει. Όταν δεν το πετυχαίνει, απλά ξεχνάει το περιστατικό. (Επιλεκτική λήθη της μνήμης, λέγεται αυτό. Άλλη μοναδική των Ελλήνων ιδιότητα).
Ξεκινώντας απ’ αυτό το φανταστικό συμβάν ο Βασίλης Γκουρογιάννης αφηγείται μία πρωτότυπη ιστορία με απρόσμενη συνέχεια και απρόσμενο φινάλε. Στις 200 σελίδες της αφήγησής του ο συγγραφέας σκιαγραφεί με μοναδικό και απόλυτα αληθοφανή τρόπο το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας, που προσπαθεί με κόπο αιώνες τώρα να ισορροπήσει πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο λαμπρό παρελθόν της, στο αδιάφορο και μάλλον ουδέτερο, ίσως και σκυθρωπό παρόν και στο ημίλαμπρο, ελπίζει, μέλλον. Ο τόπος, ο ιερός βράχος της Ακρόπολης, πάνω στον οποίο διαδραματίζεται όλη η ιστορία, μικρά και μεγάλα περιστατικά, είναι για τους Έλληνες πρωταγωνιστές η πατρίδα και η κληρονομιά τους, ο τόπος που δικαιωματικά τους ανήκει και αλίμονο σ’ εκείνον που θα τολμήσει να τον διεκδικήσει, για τους ξένους επιστήμονες ένα έκθεμα σε κάποιο μουσείο με μεγάλη σίγουρα αξία, αλλά χωρίς σύγχρονη σημασία, για τους αλλοδαπούς εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη, ο τόπος της δεύτερης ευκαιρίας και της αναγνώρισης. Κι όλοι ν’ αγωνιούν με τον ίδιο φόβο: Το φόβο του χαμού της προσωπικής τους, μοναδικής και για τον καθένα πολύτιμης ταυτότητας. Του ξεχωριστού κι αλλιώτικου εαυτού τους κι ας λένε κάποιοι πως δεν πρέπει να δίνουμε στους ανθρώπους εθνική ταυτότητα, άρα ξεχωριστό εαυτό. Στο τέλος αυτής της ιστορίας δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Σε κάθε τέτοια ιστορία δε μπορούν να υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Υπάρχουν μόνο Έλληνες και ξένοι, πάνω σε μία Ακρόπολη, που βρίσκει ακόμη μία φορά τον τρόπο και το δρόμο, την ευκαιρία, χωρίς καν να το επιδιώξει και χωρίς καν να της το ζητήσουν, να ενώσει ανόμοιους λαούς και αλλιώτικους ανθρώπους.
Η γραφή του Βασίλη Γκουρογιάννη και τα περιστατικά τα οποία αφηγείται ξεφεύγουν κατά πολύ και απόλυτα συνειδητά από τα θέματα, που συνήθως απασχολούν τα περισσότερα σύγχρονα μυθιστορήματα, Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών. Αφηγείται ένα φανταστικό γεγονός, μα αυτό είναι το μόνο φανταστικό στην όλη ιστορία. Όλα τα υπόλοιπα, οι αντιδράσεις των ηρώων μπροστά στη φανταστική πραγματικότητα της ιστορίας, η αντιμετώπιση των ξένων από τους Έλληνες και το αντίθετο είναι απόλυτα και μόνο αληθινά. Είναι ο τρόπος, που όλοι θα φερόμασταν, που όλοι φερόμαστε, μπροστά στο ίδιο ή παρόμοιο γεγονός κι όχι γιατί είμαστε ρατσιστές και ξενοφοβικοί. Άμαθοι να αντιμετωπίζουμε το διαφορετικό κι αλλιώτικο είμαστε, μα δε χρειάστηκε ποτέ να μάθουμε πώς να αντιμετωπίζουμε κάτι τέτοιο. Είμαστε λαός που μετανάστευε πάντα και στείλαμε μετανάστες σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ποτέ όμως πριν δε δεχτήκαμε στη χώρα μας τόσους πολλούς αλλοδαπούς μετανάστες, όσους τα τελευταία χρόνια. Η αλλαγή της διεθνούς πολιτικής κατάστασης, η πτώση των ανατολικών καθεστώτων και του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο και το άνοιγμα των συνόρων δημιούργησαν μία νέα πραγματικότητα, που πρέπει να αποδεχτούμε πλήρως, αν θέλουμε να γίνουμε κομμάτι και πολίτες της νέας μορφής του σύγχρονου κόσμου. Αυτή τη μετάβαση των ηρώων από τον παλιό στο νέο κόσμο περιγράφει στο βιβλίο του ο Βασίλης Γκουρογιάννης. Στο τέλος μπορεί να μη διευκρινίζει αν οι ήρωες του, με δικαιολογία την αποκατάσταση της Ακρόπολης, πέτυχαν ή όχι τον αρχικό τους στόχο, αν έγιναν δηλαδή μέλη της νέας, πολυπολιτισμικής Ελλάδας. Οι βλάβες στα αρχαία μνημεία αποκαθίστανται πλήρως. Μαζί και η ταλαιπωρημένη και στραπατσαρισμένη περηφάνια των Ελλήνων και όλων των ηρώων, Ελλήνων και ξένων, που έβαλαν στοίχημα με τον εαυτό τους πρώτο απ’ όλους να τα καταφέρουν. Όχι μόνο για την αποκατάσταση του αρχαίου κάλλους. Κυρίως για την ψυχολογική ανάταση του καθενός, που θα έβαζε μ’ αυτό τον τρόπο τη σφραγίδα του στο νέο κόσμο. Ίσως και μία σοβαρή επιταγή για το μέλλον.

Κοζάνη, Δεκέμβριος 2007

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ιούλιος Βερν. Το Παρίσι στον 20ο αιώνα (Paris aux XXe siècle).
Εκδόσεις: Ωκεανίδα, Αθήνα 1998, σελ. 288.

Το 1863, τρεις εβδομάδες μόνο μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου, του θρυλικού πλέον «Πέντε βδομάδες με αερόστατο» (17 Ιανουαρίου 1863), ο Ιούλιος Βερν καταθέτει στον εκδότη του Pierre Jules Hetzel ένα παλαιότερο χειρόγραφό του, ένα νεανικό έργο του με τον τίτλο «Το Παρίσι στον 20ο αιώνα». Το νέο έργο, που ο Βερν καταθέτει, απογοητεύει τον διορατικό εκδότη, που αν για κάτι φημιζόταν ήταν η ικανότητά του να «μυρίζεται» ένα αριστούργημα και το επιστρέφει στο δημιουργό του, καθώς, όπως παρατηρεί σε επιστολή του προς το συγγραφέα, «η δημοσίευση του έργου σας θα ήταν καταστροφή για το όνομά σας... Δεν είστε ώριμος γι’ αυτό το βιβλίο», συνεχίζει στο γράμμα του ο πολυμήχανος εκδότης. «Θα το ξαναγράψετε μετά από είκοσι χρόνια». Και ο Βερν, ίσως με μία κάποια απογοήτευση, που δεν έγινε όμως αφορμή να πάψει να γράφει αριστουργήματα, κλείδωσε το χειρόγραφο σ’ ένα παλιό χρηματοκιβώτιο, χάνοντας για πάντα το κλειδί και ξεχνώντας το εκεί, ώσπου να το ανακαλύψει τυχαία ενάμιση αιώνα αργότερα και ενενήντα χρόνια μετά το θάνατό του ο δισέγγονος του Ζαν Βερν.
Ο 43χρονος σήμερα Ζαν Βερν δεν πίστευε ποτέ ότι το παλιό χρηματοκιβώτιο, που υπήρχε μάλλον από πάντα στο σπίτι του πατέρα του στην Τουλόν, θα του αποκάλυπτε ένα τόσο μεγάλο και τόσο συναρπαστικό μυστικό. Κουβαλώντας στους ώμους του ένα βαρύ όνομα, το όνομα του ευφάνταστου και παγκοσμίως γνωστού συγγραφέα προπάππου του -«στο σχολείο με ζήλευαν», θυμάται σήμερα, «κι εγώ αρνιόμουν ότι ήμουν δισέγγονος του Ιουλίου Βερν»- πίστευε κι αυτός, όπως κι ο πατέρας του κι ίσως κι ο παππούς του πριν από εκείνον, πως το παλιό χρηματοκιβώτιο ήταν άδειο και καθώς κάθε προσπάθεια να το ανοίξουν κατέληγε σε αποτυχία, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν δυναμίτη κι ας το κατέστρεφαν. Το παλιό χειρόγραφο ήταν φυλαγμένο στο τελευταίο και πιο βαθύ ράφι του διπλοκλειδωμένου χρηματοκιβωτίου κι έτσι γλίτωσε από την καταστροφή. Και κάπως έτσι ο Ζαν Βερν κράτησε στα χέρια του ένα άγνωστο κι ίσως ένα από τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα του προπάππου του, Ιουλίου Βερν, που ο πατέρας του Ζαν-Ζιλ, γνώστης της ύπαρξής του, έψαχνε χωρίς επιτυχία μια ολόκληρη ζωή.
Το άγνωστο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, αν και δεν εκδόθηκε ποτέ, περιλαμβανόταν ωστόσο σ’ έναν κατάλογο αδημοσίευτων έργων του συγγραφέα, που ετοίμασε και δημοσίευσε σε αρκετές γαλλικές εφημερίδες, λίγο καιρό μετά το θάνατό του, ο μοναδικός γιος του Μισέλ Βερν. Ο λόγος αυτής της καταγραφής ήταν προφανής. Ο Μισέλ Βερν δεν ήθελε, δημοσιεύοντας μετά το θάνατό του πατέρα του κάποιο από τα άγνωστα έργα του, να κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιεί το όνομά του για έργα που είχε συνθέσει ο ίδιος, συρράπτοντας πιθανόν διάφορα αποσπάσματα. Ο Μισέλ συνεργάστηκε με τον πατέρα του σε όλα τα τελευταία μυθιστορήματά του και έκαναν συχνά θέρμες συζητήσεις, ακόμα και βίαιες, σχετικά με την εξέλιξη και την πλοκή του μύθου. Είχε αρκετό ταλέντο στη συγγραφή και τις δικές του αντιλήψεις για την εξέλιξη της υπόθεσης ενός βιβλίου, διαφορετικές από εκείνες του πατέρα του. Ωστόσο, παρά τις αγαθές του προθέσεις, ο Μισέλ Βερν κατηγορήθηκε ότι σε όλα τα έργα που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο του πατέρα του, έβαζε πάντα την προσωπική του σφραγίδα με δικές του διορθώσεις και μετατροπές και ότι μάλιστα έγραψε εξ’ ολοκλήρου κάποια απ’ αυτά. Το έργο αναφέρεται και στον Κατάλογο των Έργων που άφησε ο Ιούλιος Βερν του Σαρλ Λεμίρ (1908), ενώ καταγράφεται σαν ανέκδοτο έργο στο Δελτίο της Εταιρείας Ιουλίου Βερν που συνέταξε ένας άλλος μελετητής του ο Κορνέλις Χέλινγκ (Νοέμβριος 1935).
Ήρωας της ιστορίας είναι ο Μισέλ Ντιφρενουά, ένας νεαρός Γάλλος, που ζει στο Παρίσι του 1963. Ένα Παρίσι καθ’ όλα όμοιο και καθ’ όλα διαφορετικό απ’ αυτό που ο συγγραφέας του είχε γνωρίσει το 19ο αιώνα. Στο Παρίσι του 20ου αιώνα ο ρομαντισμός ασφυκτιά, οι τέχνες και τα γράμματα παρακολουθούν όλο και πιο ανίσχυρα τις επεκτατικές τάσεις των αριθμών και οι άνθρωποι προσφέρουν τα πλεονεκτήματα που κέρδισαν με τις ίδιες τους τις επιτεύξεις στο θυσιαστήριο του μετρήσιμου, του αποτιμητού σε χρήμα, σε εξουσία, σε γρανάζια μηχανών και μηχανισμών. Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο ζει ο Μισέλ Ντιφρενουά στο Παρίσι του 1963 και καθώς είναι, παρά την εποχή του, άνθρωπος τρυφερός κι ευαίσθητος νιώθει πως πνίγεται μέσα σ’ έναν κόσμο χωρίς έστω μια πνευματική ανάσα. Περιπλανάται μέσα στο αχανές Παρίσι του μέλλοντος κι αναρωτιέται την ανθρώπινη συνέχεια, αλλά και το δικό του, προσωπικό μέλλον σ’ έναν κόσμο όπου τα γράμματα και οι τέχνες ή απλά τα βιβλία είναι είδη προς εξαφάνιση και ψάχνει να βρει, χωρίς αποτέλεσμα, μία διέξοδο. Ίσως και τον τρόπο να ονειρευτεί ξανά κάτω από τον πύργο που ο διορατικός συγγραφέας προέβλεψε πως θα στηθεί στο μέλλον στο Πεδίο του Άρεως, στο ίδιο σημείο που το 1889 ο Αλέξανδρος Γουσταύος Άιφελ ανέγειρε για τις ανάγκες της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού και για όσο μόνο αυτή διαρκούσε, τον Πύργο που πήρε τ’ όνομά του κι έγινε από τότε σήμα κατατεθέν και σημείο αναφοράς της γαλλικής πρωτεύουσας. Τον Πύργο του Άιφελ.
Το εφιαλτικό όραμα του Ιουλίου Βερν για τον κόσμο του 20ου αιώνα, ίσως μία από τις ελάχιστες προφητείες του που δεν επαληθεύτηκε, ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν τον εκδότη Hetzel να αρνηθεί την έκδοση του νέου βιβλίου, που ο συγγραφέας του πρότεινε. Ο Ιούλιος Βερν, αισιόδοξος άνθρωπος από τη φύση του, δεν είχε συνηθίσει τον εκδότη του σε μία τόσο απαισιόδοξη προοπτική για το μέλλον. Μα έζησε την εποχή που ο μοντερνισμός, η πρόοδος και η κοινωνική χειραφέτηση φαινόταν ότι θα ορίσουν το μέλλον της ανθρωπότητας. Πίστευε όμως και στις δυνατότητες του ανθρώπου και είχε την τύχη να δει πολλά απ’ όσα ονειρευόταν να γίνονται πραγματικότητα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κι ας ήταν πάντα απόλυτα βέβαιος για την πραγμάτωσή τους. Ό,τι περιέγραψε δεν ήταν απλώς μια ουτοπική φαντασίωση. Ήταν μια ευφάνταστη προβολή του μέλλοντος μας. Γιατί ήταν ο άνθρωπος που, βέβαιος για τις δυνατότητες του ανθρώπου, από πολύ νωρίς ανακάλυψε όχι μόνο τον 20ο, αλλά και τον 21ο αιώνα.
Ο Ιούλιος Βερν είναι ο συγγραφέας που διαμόρφωσε την κουλτούρα πολλών αναγνωστών κατά τον 20ο αιώνα. Στην αυγή του 21ου και 100 χρόνια μετά το θάνατό του συνεχίζει να είναι υποδειγματικά επίκαιρος. Και γοητευτικά ενδιαφέρων.

Κοζάνη, Αύγουστος 2006



Πηγές: http://en.wikipedia.org/wiki/Jules_Verne
Μαλλιάρης-Παιδεία. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: Μαλλιάρης-Παιδεία / Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Θεσσαλονίκη : 2005.
Βικτωρία Τζούμα. Ζαν Βερν, ο δισέγγονος. «Στο σχολείο με ζήλευαν».
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 31/12/2004, αρ.τ. 253, σελ. 40-45.
Κωνσταντίνος Τσοπάνης. Ιούλιος Βερν-Ο συγγραφέας που «προφήτευσε» τον 200 αιώνα.
CORPUS, Αυγ-Σεπτ. 2005, αρ.τ. 74, σελ. 52-63.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΕΡΒΙΩΝ & ΚΟΖΑΝΗΣ

Προσπάθεια σκιαγράφησης μιας ιστορίας
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Κατά την προχριστιανική αρχαιότητα η επικρατούσα θρησκεία στην περιοχή της μετέπειτα πόλης της Κοζάνης και του ευρύτερου μακεδονικού βασιλείου της Ελιμείας -όπου εκτείνεται σήμερα η Ιερά Μητρόπολη μας- ήταν το Δωδεκάθεο, με τις κατά τόπους εξέχουσες θεότητες, όπως και σε όλο τον υπόλοιπο ελλαδικό και μακεδονικό χώρο. Οργανωμένες ανασκαφές, μα κυρίως τυχαίες ανακαλύψεις, έφεραν στο φως, σε αρκετά μέρη της επαρχίας, ίχνη σημαντικών πόλεων (όπως στην Αιανή), καθώς και υπολείμματα -και μέσα στην πόλη ακόμα- αρχαίων οικισμών με κατοικίες, βωμούς, ναούς και άλλα μνημεία προχριστιανικής λατρείας.
Πότε ακριβώς και πώς εκχριστιανίστηκε η περιοχή της Κοζάνης, αλλά και πότε και πώς οργανώθηκε η τοπική εκκλησία στα πρώτα της βήματα δεν είναι γνωστό, αφού καμία γραπτή ή προφορική μαρτυρία ή παράδοση δεν έχει διασωθεί. Η είσοδος της νέας θρησκείας στην περιοχή πρέπει να χρονολογηθεί αμέσως μετά την έλευση και διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου στη γειτονική Βέροια γύρω στα 50-51 μ.Χ. Οι κάτοικοι των δύο όμορων περιοχών, της Κοζάνης και της Βέροιας -της Ελιμείας και της Ημαθίας- είχαν πάντα, από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως ήταν άλλωστε φυσικό, στενές σχέσεις και συχνή και συνεχή επικοινωνία και κατ’ επέκταση δεν ήταν καθόλου δύσκολο, αλλ’ αντίθετα ιδιαίτερα εύκολο και σίγουρα αναμενόμενο, η αποστολική διδασκαλία να εξαπλωθεί και στις τριγύρω της Βέροιας περιοχές.
Η νέα θρησκεία έβαλε γερές ρίζες στο γόνιμο έδαφος του λεκανοπεδίου της Ελιμείας και εξαπλώθηκε γρήγορα, ιδιαίτερα μετά τις μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Κωνσταντίνου και το διάταγμα του Μεδιολάνου (313), που έπαυσε τους διωγμούς εναντίον των χριστιανών και αναγνώρισε το χριστιανισμό σαν ίση με τις άλλες θρησκείες της εποχής. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, άνθρωπος έξυπνος και δεινός στρατιωτικός νους, κατάλαβε εύκολα πως το μέλλον, αλλά και η ενότητα της αυτοκρατορίας του μπορούσε να κρατηθεί πιο εύκολα αποποινικοποιώντας και υιοθετώντας τη νέα θρησκεία, που ούτως ή άλλως ήταν ήδη διαδεδομένη στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου βρισκόταν πλέον η έδρα του κράτους του, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη το 330. Έτσι θέσπισε μία σειρά μέτρων υπέρ της, με τα οποία σταματούσαν οι διώξεις κατά των χριστιανών και ο χριστιανισμός αναγνωριζόταν σαν ίση με τις υπόλοιπες θρησκείες της εποχής.

Κατά τον 5ο αιώνα συντελείται η πρώτη σχηματοποίηση και οργάνωση σε σώμα της εκκλησίας στην περιοχή της Ελιμείας, καθώς ο πάπας Ιννοκέντιος Α΄ διορίζει ως βικάριο (= τοποτηρητή επισκόπου) τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης για όλη την περιφέρεια του Ιλλυρικού, δηλαδή για τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Νοτίου Ελλάδος, της Αλβανίας και της Κρήτης.
Η πρώτη Επισκοπή στην περιοχή ιδρύθηκε κατά τον 5ο αιώνα (431-551) στην Καισαρεία με έδρα την Καισαρεία, ιστορικό χωριό του νομού Κοζάνης, με ιστορία από τα ρωμαϊκά ακόμη χρόνια, υπαγόμενη στη Μητρόπολη Λαρίσης με πρώτο Επίσκοπο το Μακεδόνιο1, όπως αναφέρεται και στους καταλόγους μητροπόλεων και επισκόπων, που παραθέτει ο Γεράσιμος Κονιδάρης στη μελέτη του «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος» (τομ. α΄, σελ. 513-515), κατέχοντας την 8η θέση μεταξύ των επισκοπών της μητροπόλεως αυτής. Η ύπαρξη της Επισκοπής Καισαρείας μαρτυρείται και από δύο μαρμάρινες επιγραφές, που βρέθηκαν στο Παλαιόκαστρο2, ορεινό χωριό του νομού Κοζάνης, στις βορειοδυτικές πλαγιές του Μπούρινου όρους, ΝΑ της Σιάτιστας. Ο ακριβής χρόνος συστάσεως της είναι άγνωστος, σίγουρα όμως πρέπει να υπήρχε από τον 4ο αιώνα, αφότου έπαυσαν οι διωγμοί κι επιχειρήθηκε η πρώτη οργάνωση της τοπικής εκκλησίας.
Δεν είναι γνωστό από πότε μέχρι πότε λειτούργησε η Επισκοπή Καισαρείας. Άγνωστα επίσης είναι και τα όρια δικαιοδοσίας της, οι διακονήσαντες Επίσκοποι -πλην του πρώτου, του Μακεδόνιου- και κάθε τι άλλο σχετικό με τη ζωή και τη δράση της. Πέρα από την επιτύμβια στήλη που βρέθηκε στο Παλαιόκαστρο και τις πληροφορίες του Κονιδάρη -που δανείζεται από το Συνέκδημο του Ιεροκλή- ως μνημειακές πληροφορίες μπορούν να θεωρηθούν τα διασωθέντα δάπεδα των παλαιοχριστιανικών εκκλησιών της Αγίας Παρασκευής, του Βοσκοχωρίου και της Ακρινής, που οι ειδικοί αξιολογούν ως κτίσματα του 4ου και του 5ου αιώνα. Στην Επισκοπή Καισαρείας ασφαλώς υπάγονταν όλα τα προς νότο χωριά της σημερινής Μητροπολιτικής Επαρχίας Σερβίων & Κοζάνης. Τα βόρεια σύνορά της επίσης δεν είναι γνωστά. Θα πρέπει όμως να θεωρείται βέβαιο ότι ολόκληρη η περιοχή της σημερινής Επαρχίας υπαγόταν σ’ αυτή την επισκοπή.

Καθ’ όλο τον 6ο και 7ο αιώνα παρατηρείται στις περιοχές της Μακεδονίας, παντοτινό βόρειο σύνορο του βυζαντινού κράτους, η εισβολή των νεοφερμένων από τη δυτική Ρωσία και Ουκρανία σλαβικών φυλών, που καθώς δεν είχαν εκχριστιανιστεί ακόμα, επιδόθηκαν σε γενικότερους διωγμούς κι ανατροπές του ελληνικού και χριστιανικού στοιχείου. Στην εισβολή των Σλάβων και στην αναστάτωση που αυτή επέφερε στο βυζαντινό κράτος πρέπει να οφείλεται και η διάλυση της Επισκοπής Καισαρείας, που παύει να αναφέρεται στα κείμενα τον 9ο αιώνα, όταν εμφανίζεται η Επισκοπή Σερβίων.
Πρώτη αναφορά γι’ αυτή μας παρέχει η Γεγονοία Διατύπωσις του αυτοκράτορα Λέοντα του Σοφού (βασ. 886-912), που κάνει λόγο για «Επισκοπή Σερβίων, υπαγόμενη στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης». Δε γνωρίζουμε αν η νέα αυτή Επισκοπή είναι συνέχεια της Επισκοπής Καισαρείας ή κάποια άλλη προϋπάρχουσα ή νεοσύστατη. Το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για συνέχεια εκείνης της πρώτης Επισκοπής, η έδρα της οποίας μεταφέρθηκε κάποια στιγμή πριν τον 9ο αιώνα και για άγνωστους λόγους από την Καισαρεία στα Σέρβια, σε κάποια εποχή που η Καισαρεία υποβαθμιζόταν και τα Σέρβια αναπτύσσονταν. Επίσης η σύσταση μίας νέας επισκοπής σ’ αυτή την περιοχή μαζί με την Επισκοπή Καισαρείας δεν είναι δυνατό να συνέβη, όταν η απόσταση ανάμεσα στα δύο χωριά είναι λίγα μόνο χιλιόμετρα. Ένα ακόμα ενισχυτικό στοιχείο για την άποψη αυτή είναι η διαπίστωση, ότι από την εποχή που εμφανίζεται η Επισκοπή Σερβίων παύει να αναφέρεται στα κείμενα η Επισκοπή Καισαρείας.
Ωστόσο άλλα στοιχεία συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Αν πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο, αν δηλαδή η νέα Επισκοπή είναι συνέχεια της Επισκοπής Καισαρείας, θα έπρεπε να διατηρήσει και τον πρώτο τίτλο της, να ονομάζεται δηλαδή Επισκοπή Καισαρείας & Σερβίων (όπως ονομάζεται σήμερα η Μητρόπολη μας Ιερά Μητρόπολη Σερβίων & Κοζάνης) και θα έπρεπε να διατηρηθεί υπό την επίβλεψη της Μητρόπολης Λαρίσης, αφού η παραχώρηση μίας Επισκοπής από Μητρόπολη σε Μητρόπολη δε γινόταν εύκολα. Πρώτος γνωστός Επίσκοπος Σερβίων αναφέρεται ο Μιχαήλ3.
Το 1018 με 1020, μετά τη συντριβή των Βουλγάρων στη Μακεδονία και τη διάλυση του κράτους Σαμουήλ, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος (βασ. 976-1025) με διάταγμά του, θέλοντας να ενισχύσει τη θέση της ορθόδοξης εκκλησίας απέναντι στις παπικές επιβουλές, αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Α΄ Ιουστινιανής, δηλαδή της Αρχιεπισκοπής Αχριδών και με χρυσόβουλό του υπήγαγε στη δικαιοδοσία της 16 νέες Επισκοπές, ανάμεσα τους και την Επισκοπή Σερβίων, ένα διάταγμα που παρ’ όλα αυτά παρέμεινε ανενεργό και δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Δύο αιώνες αργότερα, το 1219 ο αρχιεπίσκοπος Α΄ Ιουστινιανής Δημήτριος Χωματιανός (1214-1235) τοποθετεί στα Σέρβια δικό του Επίσκοπο, όταν ένεκα της εισβολής και εγκατάστασης των Φράγκων στην περιοχή, ο Επίσκοπος εκδιώχθηκε και η έδρα του παρέμεινε κενή. Καθώς ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης βρισκόταν κι αυτός για τους ίδιους λόγους μακριά από την έδρα του, δεν ήταν δυνατό να φροντίσει εκείνος για την πλήρωση της επισκοπικής έδρας των Σερβίων και για να μη μείνει ο λαός χωρίς Επίσκοπο, κινδυνεύοντας ν’ ακολουθήσει τις συνήθειες και τα δόγματα των Λατίνων, όπως αναφέρει ο Χωματιανός απολογούμενος προς το Πατριαρχείο γι’ αυτή του την πράξη, χειροτόνησε και εγκατέστησε στα Σέρβια δικό του Επίσκοπο, χωρίς να έχει καμία διάθεση σφετερισμού της Επισκοπής από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Το 1216 εκδιώχθηκαν οι Φράγκοι από τα Σέρβια και το 1223 με την απομάκρυνσή τους και από τη Θεσσαλονίκη και την επανεγκατάσταση εκεί του οικείου Μητροπολίτη, η Επισκοπή και ο Επίσκοπος Σερβίων επανήλθαν κανονικά στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, απ’ όπου ουσιαστικά δεν είχαν αποσπαστεί ποτέ.

Κατά τα πρώτα χρόνια της κατάληψης της πόλης των Σερβίων από τους Τούρκους (1393 ή 1420-1430), ο ελληνικός πληθυσμός ήταν πολλαπλάσιος του τουρκικού και στην πόλη είχε εγκατασταθεί η πολιτική και στρατιωτική διοίκηση των κατακτητών. Οι μουσουλμάνοι των Σερβίων όμως αυξάνονταν με γοργό ρυθμό και σύντομα έγιναν πλειοψηφία και οι χριστιανοί κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη4. Η αλλαγή αυτή πρέπει να συνέβη μετά τον 17ο αιώνα. Όπως αναφέρει για τα Σέρβια ο Εβλιγιά Τζελεμπί, Τούρκος περιηγητής, σε μία περιοδεία του στην Ελλάδα από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη, στα Σέρβια το 1667 υπήρχαν «έξι μουσουλμανικές συνοικίες, οχτώ συνοικίες Ελλήνων απίστων και μια Εβραϊκή». Ωστόσο, οι Εβραίοι τον 18ο αιώνα έφυγαν από την πόλη, λόγω της σκληρής συμπεριφοράς και των αρπαγών των περιουσιών τους, που υφίσταντο από τους Τούρκους.
Η συμπεριφορά των Τούρκων στην περιοχή ήταν ιδιαίτερα δυναστική για τους Έλληνες κατοίκους, τόσο στην πόλη των Σερβίων, όσο και στα τριγύρω χωριά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν μετατραπεί σε τσιφλίκια των μπέηδων. Η συμπεριφορά αυτή των κατακτητών και η αυταρχική μεταχείριση των υποδούλων δημιούργησαν για τους χριστιανούς μία αφόρητη κατάσταση, που δεν μπορούσαν από ένα σημείο και μετά να ανεχτούν. Γι’ αυτό όσοι μπορούσαν και είχαν την ευκολία και τα χρήματα εγκατέλειπαν τα Σέρβια και κατέφευγαν σε άλλους τόπους με μεγαλύτερη ασφάλεια και ησυχία. Τέτοιος τόπος ήταν η γειτονική, μεγαλύτερη πόλη της Κοζάνης με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, που ευνοούνταν σημαντικά με τα όσα προνόμια είχε αποκτήσει μετά την ανακήρυξή της σε μαλικιανέ στα μέσα του 17ου αιώνα.
Η άποψη ότι στην περιοχή και στην πόλη των Σερβίων επικρατούσε στις αρχές του 18ου αιώνα αθρόος και συνεχώς αυξανόμενος εξισλαμισμός δε φαίνεται να ευσταθεί. Ούτε η τοπική ιστορία και παράδοση αναφέρει κάποιο τέτοιο γεγονός, ούτε οι ενθυμήσεις και οι αναφορές σε άλλα αρχειακά στοιχεία καταγράφουν κάποια τέτοια μαρτυρία. Όμως η συνεχώς αυξανόμενη τάση των τουρκικών οικογενειών, που έγιναν ξαφνικά πολύ περισσότερες και πολύ πολυπληθέστερες των χριστιανικών, ανάγκασαν στα μέσα του 18ου αιώνα τον Επίσκοπο Σερβίων να αποφασίσει και να ζητήσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την άδεια για τη μεταφορά της έδρας της Επισκοπής από τα Σέρβια στην Κοζάνη, όπου το χριστιανικό στοιχείο υπερτερούσε και ούτε Τούρκοι, ούτε Εβραίοι είχαν εγκατασταθεί ποτέ. Η μεταφορά αυτή τελικά επιτεύχθη το 1745 επί Επισκοπίας Μελετίου του Κατακάλου του Θεσσαλονικέως, ο οποίος πάσχισε πολύ για την ανέγερση στην Κοζάνη Επισκοπικού Μεγάρου. Με δικά του χρήματα και έναντι 550 γροσίων αγόρασε από τον δευτερεύοντα ιερέα Γεώργιο Στεφανή τον κήπο του και με τη συμπαράσταση των ιερέων και της πόλης όλης οικοδόμησε το Επισκοπικό Μέγαρο. Η προαγωγή της Επισκοπής Σερβίων & Κοζάνης σε Μητρόπολη πραγματοποιήθηκε έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 1882 επί Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ με πρώτο Μητροπολίτη τον Ευγένιο, υπαγόμενη απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το καθεστώς αυτό εξάρτησης της Ιεράς Μητρόπολης Σερβίων & Κοζάνης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρήθηκε από το 1882 μέχρι το 1912 και την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της προσάρτησής της στο νέο ελληνικό κράτος, όταν μετά από μία σειρά μεταρρυθμίσεων και ανακατατάξεων με το Συνοδικό τόμο του 1928 υπήχθη στην Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Ελλάδος, ως μία εκ των Επαρχιών των λεγόμενων Νέων Χωρών. Έκτοτε συναριθμείται στις Μητροπόλεις της Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και λειτουργεί κατά το κρατούν εκκλησιαστικό καθεστώς.

Από της υπάρξεως της τοπικής εκκλησίας ως επισκοπής και αργότερα ως μητρόπολης μέχρι σήμερα είναι γνωστοί 7 Μητροπολίτες Σερβίων & Κοζάνης με έδρα την Κοζάνη και 39 Επίσκοποι εκ των οποίων 33 ως Σερβίων με έδρα τα Σέρβια, 1 ως Καισαρείας με έδρα την Καισαρεία και 5 ως Σερβίων & Κοζάνης με έδρα την Κοζάνη.
Από τα μέσα του 9ου αιώνα, οπότε έχουμε την πρώτη αναφορά στην Επισκοπή Σερβίων μέχρι την παρουσία του Μιχαήλ περί το 1200 δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο ή κάποια μαρτυρία για ονόματα Επισκόπων. Αλλά και από το 1200 και έπειτα υπάρχουν μεγάλα κατά περιόδους κενά.

Οι παλαιότερες χριστιανικές εκκλησίες της επαρχίας που σώζονται είναι τα προ ετών αποκαλυφθέντα δάπεδα και θεμέλια των παλαιοχριστιανικών ναών στο Βοσκοχώρι, την Ακρινή και την Αγία Παρασκευή. Σύμφωνα με την άποψη και τη μελέτη των ερευνητών και οι τρεις ανάγονται στον 5ο και 6ο αιώνα. Ο αμέσως επόμενος ναός, που βρίσκεται ωστόσο σε ερημώδη κατάσταση, είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου (Βασιλική) στα κάστρα των Σερβίων που η οικοδόμησή του τοποθετείται στον 11ο αιώνα και οι ιεροί ναοί της Παναγίας και του Αγίου Δημητρίου Αιανής το 12ο. Οι αμέσως μεταγενέστεροι ναοί ανάγονται στον 16ο αιώνα (Σερβίων, Βελβεντού, Αιανής και Κοζάνης) για να μεταπηδήσουμε αμέσως μετά σε εκκλησίες του 19ου και 20ου αιώνα.
Το Επισκοπείο Σερβίων κάηκε το 1757, ενώ ως πρώτος καθεδρικός ναός αναφέρεται ο του Αγίου Δημητρίου στα Κάστρα των Σερβίων από το 17ο αιώνα και μέχρι το 1745, ο της Αγίας Κυριακής Σερβίων και από το 1745 μέχρι σήμερα ο του Αγίου Νικολάου Κοζάνης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Γνωστός από επιτύμβια στήλη σε τάφο επισκόπου που βρέθηκε στη Καισαρεία με επίγραμμα: «…προεδρίαν έλαχεν τη Εκκλησία Καισάρων πόλεως Μακεδόνιος έστιν ούτος ανήρ τα παντ’ εύφημος ος Επισκοπήσας έτη εν, μήνα ένα του τήδε βίου εκδημήσας μηνί Ιανουαρίω ΚΓ΄ Ινδικτιώνος ΙΑ προς Θεόν ενεδήμησεν…». Το επίγραμμα δε φέρει ακριβή χρονολόγηση, οι ειδικοί όμως το ανάγουν στην περίοδο του 5ου αιώνος. (www.imsk.gr/iermitrop.htm και www.imsk.gr/Diatelesantes.htm)
2 Η πρώτη είναι η επιτύμβια στήλη που αναφέρεται στο Μακεδόνιο (βλ. υποσ. 11) και η δεύτερη βρέθηκε το 1905, αλλά σήμερα δεν υπάρχει, διότι έχει κλαπεί από αρχαιοκάπηλους. Ήταν κατεστραμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της και σωζόταν μονάχα τα γράμματα «CAPEIAC EΠΙCKO (= ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ). (www.imsk.gr/iermitrop.htm)
3 Το όνομά του είναι γραμμένο σε παλιά εκκλησία των Σερβίων (Βασιλική), ως «δαπανήσας» για την αγιογράφηση του Αγίου Δημητρίου. Πρέπει να ήταν ο τελευταίος Επίσκοπος Σερβίων προ της Φραγκοκρατίας. Με την κατάληψη της πόλης από τους Φράγκους εγκατέλειψε την έδρα του και δεν επέστρεψε ποτέ, ούτε μετά την ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης. Τον διαδέχθηκε ο Ιλλύριος, πιθανόν το 1219. (Ιωάννου Δ. Δημόπουλου. Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά, σελ. 58).
4 Βασίλη Αποστόλου. Η παύση του αρχιερατικού επιτρόπου Γρεβενών το 1878. Η προαγωγή της επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης σε Μητρόπολη. ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, Ιούνιος 2007, αρ.τ. 58, σελ. 55.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Βασίλη Αποστόλου. Η παύση του αρχιερατικού επιτρόπου Γρεβενών το 1878. Η προαγωγή της επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης σε Μητρόπολη. ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, Ιούνιος 2007, αρ.τ. 58, σελ. 55-64. Θεσσαλονίκη : 2007.
2. Ιωάννου Δ. Δημόπουλου. Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά. Εκδ: Ιεράς Μητρόπολις Κοζάνης. Κοζάνη : 1994.
3. Βασιλικής Θ. Διάφα-Καμπουρίδου. Ο Κώδιξ της Επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης των ετών 1849-1868. Εκδ: ΙΝ.Β.Α. Κοζάνη : 2006.
4. Ελευθερουδάκη Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν. Εγκυκλοπαίδεια. Εκδ: Ελευθερουδάκης Α.Ε. Αθήνα : 1927.
5. Ημερολόγιον 2005 Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων & Κοζάνης. Εκδ: Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων & Κοζάνης. Κοζάνη : 2004.
6. Β.Π. Καραγιάννη. Χρονολόγιο Κοζάνης (1392-1993). ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, έτος Ζ΄, σελ: 98-112. Κοζάνη : 1996.
7. Παναγ. Ν. Λιούφη δ.φ. Ιστορία της Κοζάνης. Εκδ: ΙΩΑΝ. ΒΑΡΤΣΟΥ. Αθήνα : 1924.
8. Μαλλιάρης-Παιδεία. Εγκυκλοπαίδεια. Εκδ: Μαλλιάρης-Παιδεία / Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Θεσσαλονίκη : 2005.
9. Χρήστου Μπέσα. Το χρονικό της Κοζάνης (1914-1919). Εκδ: ΙΝ.Β.Α. Κοζάνη : 1999.
10. Λάζαρου Αθ. Παπαϊωάννου. Η Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης (Μαρτυρίες και διαπιστώσεις). Κοζάνη : 1991.
11. Μιχ. Παπακωνσταντίνου. Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία-Ιστορία της Κοζάνης (1400-1912). Εκδ: ΕΣΤΊΑ. Αθήνα : 1992.
12. ΠΑΠΥΡΟΣ - ΛΑΡΟΥΣ - ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ. Εγκυκλοπαίδεια. Εκδ: Πάπυρος. Αθήνα : 1990.
13. Ξανθής Σαββοπούλου-Κατσίκη. Η ιστορία της Κοζάνης μέσα από τα εκκλησιαστικά της μνημεία. ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, Ιούλιος 2007, αρ.τ: 58, σελ. 3-31. Θεσσαλονίκη : 2007.

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κατερίνα Μ. Μάτσου

Στην πόλη χωρίς ιστορία…
ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…

Η αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο ήταν ένα βαρύ, σχεδόν παράλογο καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι που φρόντισε να μου υπενθυμίσει και να μου κάνει απόλυτα κατανοητή και σε όλο της το μεγαλείο τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξής μου. Ίσως και δύσκολο καλοκαίρι, μα είμαι ακόμα 35 χρόνων. Δεν υπάρχουν ακόμη για μένα δύσκολα χρόνια.
Μέσα σ’ αυτό το παράλογο καλοκαίρι, όταν το μόνο που μπορούσα να κάνω, το μόνο που μπορείς κάτι τέτοιες στιγμές να κάνεις, είναι ν’ αφήσεις τις μέρες να κυλήσουν, έψαχνα κι εγώ με αγωνία μια έξοδο κινδύνου. Η γραφή μου έδινε πάντα αυτή την ελευθερία κι αυτή τη δυνατότητα και σ’ αυτήν κατέφυγα και τότε. Θυμήθηκα μία ιδέα που παλιότερα είχα για ένα ταξίδι στο παρελθόν, επηρεασμένη ίσως από κάποια ταινία ή κάποιο σχετικό βιβλίο, ίσως κι από κάποιον άνδρα, ειλικρινά δε θυμάμαι. Ένα ταξίδι στο πριν, σ’ εποχές που η γενιά μου δεν έζησε ποτέ, για χάρη ενός έρωτα. Τότε όμως, το καλοκαίρι του 1998 θυμάμαι, όταν προσπάθησα να απλώσω για πρώτη φορά την ιστορία πάνω στις λευκές σελίδες, ελάχιστα κατάφερα. Μάλλον, γιατί τότε τα σκεφτόμουν και προσπαθούσα να τα εξηγήσω όλα με βάση τη λογική κι όπως και η Λήδα, η ηρωίδα μου, εύκολα διαπιστώνει, το μόνο δυσεύρετο σ’ όλη αυτή την ιστορία είν’ η λογική. Εκείνο το παράλογο καλοκαίρι λοιπόν, έξι χρόνια μετά την πρώτη προσπάθεια, σαν γιατρειά, άφησα τη λογική στην άκρη κι έδωσα προτεραιότητα στη φαντασία. Για την ακρίβεια και για να ‘μαι απόλυτα ειλικρινής, τίποτα απ’ όσα στη συνέχεια συνέβησαν, δεν συνέβησαν εν πλήρη γνώσει και επίγνωσει μου. Αυτή η ιστορία -και δεν υπερβάλλω- γράφτηκε σχεδόν από μόνη της. Εγώ απλά άπλωνα με τάξη τα γράμματα πάνω στις λευκές σελίδες. Όλα τα υπόλοιπα, η έναρξη, η πλοκή και η κατάληξη, ήρθαν μόνα τους. Και πριν καλά-καλά τελειώσει το καλοκαίρι και πριν καλά-καλά καταλάβω κι εγώ η ίδια τι ακριβώς ή τι περίπου συμβαίνει η Λήδα, ο Ανδρέας, η Έρη, ο Ορέστης κι όλοι οι υπόλοιποι ήρωες αυτής της παράδοξης ιστορίας πήραν μορφή κι ανάσα, έγιναν συνδαιτυμόνες και συνοδοιπόροι μου και μου δίδαξαν πόσο συναρπαστικό είναι το ταξίδι στο όνειρο. Το ταξίδι στο αδύνατο. Οι δάσκαλοί μας στο δημοτικό μας προέτρεπαν πάντα να διαβάζουμε εξωσχολικά βιβλία -τότε οι μαθητές του δημοτικού είχαμε ακόμη χρόνο για εξωσχολικά βιβλία- για να εμπλουτίζουμε, έλεγαν σοφά, τις γνώσεις και τη φαντασία μας. Και να ταξιδεύουμε που και που.

Η ιστορία αρχικά απλή. Η Λήδα, μια κοπέλα του σήμερα, δασκάλα σε μία άγνωστη πόλη της ορεινής Βόρειας Ελλάδας, σε μία πόλη χωρίς ιστορία, όπως η ίδια τη χαρακτηρίζει, γνωρίζει τον Ανδρέα και γοητεύεται. Αυτό γίνεται κατανοητό από τις πρώτες κιόλας σελίδες, όπως κατανοητοί γίνονται από την αρχή και οι λόγοι που τους χωρίζουν. Ο βασικότερος; Ο Ανδρέας είναι 62 ετών και η Λήδα 25. Από την αρχή γνωρίζουμε και για τη γνωριμία και τη φιλία της με την Έρη, τη δεύτερη νεαρή δασκάλα του σχολείου, που κατάγεται από μία πόλη μ’ έναν ακόμη πιο ασήμαντο αριθμό κατοίκων από τις ελάχιστες χιλιάδες του τόπου διορισμού τους, αλλά και για το Σταύρο, το νεαρό γοητευτικό καθηγητή του νεοσυσταθέντος πανεπιστημίου της πόλης και το ενδιαφέρον του για τη Λήδα, που εκείνη, παραδομένη στον ενθουσιασμό της για τον Ανδρέα, δεν τολμά να αποδεχτεί. Ούτε καν να παραδεχτεί. Κι όταν ένα βράδυ ο Ανδρέας τολμάει κι αφήνει στα χείλη της, καταμεσής του χειμώνα, ένα ανοιξιάτικο φιλί η Λήδα εύχεται σ’ ένα αστέρι που πέφτει να βρει τη δύναμη και το δρόμο και να τον συναντήσει ξανά σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο χρόνο, σ’ έναν άλλο κόσμο, τότε που κανένας λόγος δεν υπήρχε να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον.
Και να που η ευχή της, όσο απίθανη κι αν είναι, γίνεται πραγματικότητα και το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, στο άναμμα του πρώτου φανού εκείνης της Αποκριάς, η Λήδα λιποθυμά και ξυπνάει στον άλλο κόσμο, που ονειρευόταν. Στο δικό του κόσμο, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60, ο ακριβής χρόνος δεν αναφέρεται πουθενά, αλλά αυτό είναι μία λεπτομέρεια που δεν έχει καμία απολύτως σημασία και καμία αξία. Συναντά κι εκεί την Έρη και τον Ορέστη, τον αδελφό της στο τότε και στο το τώρα, αλλά και την κυρά-Σεβαστή, την αγαπημένη θεία του Ανδρέα, τη σπιτονοικοκυρά της τους χρόνους εκείνους και από τις πρώτες στιγμές την αιτία και αφορμή του ταξιδιού της σ’ αυτό τον κόσμο: Τον Ανδρέα. Τον Ανδρέα των χρόνων εκείνων, νεαρό και ανερχόμενο στρατιωτικό, νεαρό σαν εκείνη, που συνεχίζει να είναι η ονειροπόλα δασκάλα της Γ΄ τάξης στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της. Σ’ αυτό το χρόνο αφήνουν τα συναισθήματα τους ελεύθερα και το φλερτ δυναμώνει. Κι η Λήδα μαθαίνει τι γεύση έχει το φιλί, όταν και τα πιο απίθανα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.. Όπως μαθαίνει και πως τα όνειρα δεν κρατούν ποτέ πολύ, μα σημασία, είπε ο Καβάφης, έχει το ταξίδι, όχι η Ιθάκη.

Δεν προσπάθησα να γράψω μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Δεν προσπαθώ να εξηγήσω με κανέναν επιστημονικό ή έστω λογικό τρόπο το ταξίδι της Λήδας στο παρελθόν. Το είπα και πριν, το μόνο δυσεύρετο σ’ όλη αυτή την ιστορία είν’ η λογική, μα δεν την πεθυμήσαμε. Άλλωστε, η εξήγηση του γεγονότος, δεν ήταν ποτέ ο λόγος γραφής της. Το βιβλίο αυτό θέλει απλά να αφηγηθεί μια ιστορία. Μία ιστορία ελπίζω πέρα από τις απλές και συνηθισμένες, με απρόσμενη έναρξη, εξέλιξη και απρόσμενο φινάλε. Μια ιστορία που νιώθω ότι αν όχι όλες, οι περισσότερες γυναίκες θα θέλαμε να ζήσουμε κι ας είναι για λίγο, για όσο μόνο το όνειρο κρατήσει κι ας ξέρουμε από την αρχή πως τα όνειρα δεν κρατούν ποτέ πολύ. Σε μία ταινία η Μεγκ Ράιαν αποφασίζει να απαρνηθεί το σήμερα και την άχρωμη ζωή που μέχρι χτες ζούσε, για ν’ ακολουθήσει τον αγαπημένο της Λέοπολντ στο δικό του κόσμο του 1880. Και πάρα πολλές ακόμα ηρωίδες και ήρωες σε πάρα πολλές ταινίες και σε πάρα πολλά βιβλία αφήνουν πίσω το τώρα για ν’ ακολουθήσουν τους αγαπημένους τους στο δικό τους παρόν. Ο έρωτας, ξέρετε, έχει ένα δικό του τρόπο να σε πείθει πως όλα τ’ αδύνατα είναι απλά δυνατά. Το ταξίδι της Λήδας ήταν απλά ένα όνειρο του ταραγμένου από την λιποθυμία μυαλού της, μα όπως και η ίδια λέει στον Ανδρέα, όταν επιστρέφει πίσω στο τώρα, «ζήσαμε κάποιες στιγμές στο όνειρο και τελικά μόνο αυτό μετράει».
Κι όλα αυτά σε μία πόλη χωρίς ιστορία, σε μία επαρχιακή πόλη της βόρειας ελληνικής ορεινής μακεδονικής περιφέρειας. Κι αυτό γίνεται απόλυτα σαφές από τις πρώτες σελίδες, από τις πρώτες κιόλας αράδες. Ίσως στην Κοζάνη, τις Αποκριές και τις γειτονιές της Κοζάνης περιγράφω, μα μόνο αυτές γνωρίζω από πάντα και από μέσα και μόνο αυτές μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια. Η Κοζάνη ήταν άλλωστε πάντα μία πόλη χωρίς ιστορία. Τώρα τελευταία ανακαλύψαμε την ιστορία της και εκπλαγήκαμε και τώρα τελευταία αρχίσαμε να την ερευνούμε και να την εξερευνούμε. Η απουσία αρχαίων μνημείων στον τόπο μας, στη γειτονιά μας μέσα, μας έπειθε για χρόνια πως ιστορία ο τόπος αυτός δεν έχει, λες και ξεφύτρωσε ξαφνικά η πόλη στο σήμερα, στην αυλή ενός κάστρου από εργοστάσια της Δ.Ε.Η. και άγονα, κακοτράχαλα βουνά. Είμαστε, ξέρετε -το λέω συχνά και το πιστεύω απόλυτα- ένας λαός που, όσο πιο κοντά στα βόρεια σύνορα της χώρας βρίσκεται, τόσο μικρότερη γνώση της πανελλήνιας και τοπικής ιστορίας έχει. Η Κοζάνη δεν ξέφυγε απ’ αυτή τη βεβαιότητα όλης της Βορείου Ελλάδος και δικαιολογήθηκε πως δεν ξέρει την προσωπική της ιστορία, γιατί δεν είναι αρχαία, άρα δεν είναι και σημαντική. Ποτέ δεν κατάλαβα πως εκτιμάται η αξία της ιστορίας μιας πόλης με βάση της παλαιότητά της και μόνο. Αυτή την άγνωστη ιστορία της πόλης που τη φιλοξενεί -άγνωστη μόνο, ανύπαρκτη ποτέ κι ίσως να ‘ναι η Κοζάνη η πόλη αυτή- ψάχνει ν’ ανακαλύψει και η Λήδα και επειδή είναι σίγουρη πως πόλεις χωρίς ιστορία δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο κι επειδή την πόλη αυτή την είχε πλέον αγαπήσει σαν πατρίδα, αποφασίζει ν’ ανακαλύψει και να καταγράψει αυτή την ιστορία της. Κάτι δηλαδή που θα έπρεπε να κάνουμε όλοι εμείς με την ιστορία της όποιας δικής μας πόλης.

Δεν τα σκέφτηκα όλα αυτά, όταν ξεκίνησα να γράφω αυτή την ιστορία. Δεν πέρασαν καν απ’ το μυαλό μου, όλα αυτά είναι μάλλον εκ των υστέρων ερμηνείες, τα εννοούμενα των ποιητών, όπως έλεγαν οι σοφοί καθηγητές μας στο γυμνάσιο. Εγώ απλά ήθελα -και το είπα και πριν- να αφηγηθώ μια ιστορία και μάλλον τα κατάφερα καλά και πήρα στον ετήσιο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για το 2008 το τρίτο βραβείο. Τελικά, διαπίστωσα, ξέρω να γράφω κι ας ήθελαν κάποιοι επί τρία χρόνια να με πείσουν για το αντίθετο.
Δε θεωρώ πως έγινα έτσι ξαφνικά συγγραφέας επειδή έγραψα αυτό το βιβλίο, ένα και μοναδικό βιβλίο, συνεχίζω να είμαι δημοσιογράφος και μόνο σ’ αυτό τον τομέα είμαι απόλυτα σίγουρη για το αποτέλεσμα της δουλειάς μου. Απλά κάποιες φορές, όταν οι λέξεις κι οι εικόνες σε κατακλύζουν, βαραίνουν και πρέπει κάπως να τις ελευθερώσεις. Εγώ βρήκα τη λύση με τη γραφή και νιώθω ιδιαίτερα ευγνώμων για τους δασκάλους μου, σε όλες τις σχολικές βαθμίδες, που μου έμαθαν να χρησιμοποιώ, να γράφω και να συντάσσω ολοκληρωμένα και πάνω απ’ όλα σωστά, την υπέροχη ελληνική γλώσσα. Η δική μου συμβολή σταματάει κάπου εδώ. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση των αναγνωστών. Δηλαδή δική σας.
Καλή ανάγνωση!

Κατερίνα Μ. Μάτσου
Κοζάνη, Ιούνιος 2010

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ (9)

Κατερίνα Μ. Μάτσου

Στην πόλη χωρίς ιστορία…
9ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ


Ξύπνησε
στο πίσω δωμάτιο κάποιου φαρμακείου, από εκείνα με μοναδικό λόγο ύπαρξης την ξεκούραση των φαρμακοποιών και των βοηθών τους τις ατέλειωτες ώρες της εφημερίας τους, με την Έρη πάνω απ’ το κεφάλι της κι ένα φαρμακοποιό με άσπρη μπλούζα και πολύχρωμη γραβάτα να της πιάνει το χέρι.
- Λήδα, άκουσε τη φωνή της Έρης να φτάνει έντρομη στ’ αυτιά της από κάπου μακριά. Λήδα, γλυκιά μου, είσαι καλά;
Έψαξε με αγωνία, μέσα σ’ ένα περίεργο φως που τύλιγε τα πάντα τριγύρω, τη φίλη της και βιάστηκε να κλείσει τα χέρια της μέσα στα δικά της. Ήταν κρύα, σχεδόν παγωμένα τα χέρια της Έρης εκείνο το βράδυ και τόσο κρύα δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά, μα ήταν εκεί, δίπλα της και ήταν αληθινά
- Είσαι καλά, κορίτσι μου, ρώτησε ξανά με αγωνία η Έρη.
Δεν ήξερε τι να της απαντήσει, αν δηλαδή ήταν καλά ή όχι, δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν ή τι είχε γίνει και δεν ένιωθε τίποτα κι έτσι είπε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Τη μοναδική σκέψη που τη βασάνιζε.
- Πότε ήρθαμε εμείς εδώ, Έρη; Εμείς… εμείς ήμασταν αλλού. Τι κάνουμε τώρα εδώ; Πού είναι ο κόσμος, πού είναι οι καλεσμένοι; Πού είναι ο Ανδρέας;
- Έξω είναι ο κόσμος, καλή μου, της απάντησε γλυκά η Έρη και της χάιδεψε το ιδρωμένο της μέτωπο, προσπαθώντας να γαληνέψει κάπως τον πανικό της. Έξω στην πλατεία είναι όλοι. Δεν ακούς τη μουσική; Γλεντούν ακόμα και θα γλεντούν ως το πρωί. Κι ο Ανδρέας… δεν είναι εδώ ο Ανδρέας. Δεν ήρθε ποτέ εδώ ο Ανδρέας.
- Μα… μα εδώ ήταν… Μαζί μου.
- Δεν ήταν, δεν είδαμε καθόλου τον Ανδρέα απόψε. Μάλλον κάποιο όνειρο είδες, Λήδα μου και σε τάραξε.
Τα λόγια της φίλης την επανέφεραν απότομα στην πραγματικότητα. Μόνο που δεν ήξερε ποια από τις δύο δικές της πραγματικότητες ήταν αυτή που τώρα ζούσε. Κοίταξε μια την Έρη και μια το φαρμακοποιό ψάχνοντας ένα τρόπο να καταλάβει, αν γινόταν και όσο γινόταν, τι συνέβαινε. Ακριβώς ή περίπου δεν είχε σημασία. Μόνο να καταλάβαινε κάτι.
- Τι έγινε, μπόρεσε μόνο να ψιθυρίσει.
Ήταν πάλι πίσω στην πόλη χωρίς ιστορία του σήμερα. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να το καταλάβει, το πρόδιδε εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά του τώρα στον αέρα. Ήξερε λοιπόν τι θ’ άκουγε για απάντηση.
- Τίποτα, καλή μου, της χαμογέλασε η Έρη, μήπως και την καθησυχάσει. Τίποτα φοβερό δεν έγινε. Απλά λιποθύμησες, κουράστηκες και λιποθύμησες κι ευτυχώς που ήταν ο Σταύρος κοντά μας και σε έφερε εδώ, στο φαρμακείο της γειτονιάς, για τις πρώτες βοήθειες.
- Μήπως θέλετε να καλέσω ένα ασθενοφόρο, άκουσαν το φαρμακοποιό να τις διακόπτει από λίγο μακριά τους, ενώ η Λήδα προσπαθούσε να βάλει σε μία τάξη τους χτύπους της καρδιάς της. Εγώ διαπίστωσα μια απλή υπόταση, μα θα ήταν καλό να κάνετε μια εξέταση αίματος, συμπλήρωσε. Μήπως έχετε αναιμία…
- Όχι, όχι, δεν είναι ανάγκη, βιάστηκε να τον διακόψει η …ασθενής του, καθώς θυμήθηκε τους βρώμικα άσπρους τοίχους του επαρχιακού νοσοκομείου της πόλης χωρίς ιστορία του σήμερα που τις φιλοξενούσε και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ξαναδεί.
- Σίγουρα, ρώτησε η Έρη.
- Σίγουρα. Τώρα είμαι καλά. Τώρα είναι όλα… έτσι όπως πρέπει.
Πράγματι. Τώρα ήταν πάλι όλα έτσι όπως από αρχής του κόσμου έπρεπε να είναι. Τώρα είχε πια γυρίσει στην εποχή της, το φανέρωνε κι η ημερομηνία στο ημερολόγιο στον απέναντι τοίχο, τώρα ήταν πάλι στο δικό της παρόν, εκεί όπου πάντα ήταν η θέση της κι εκεί όπου πάντα άνηκε. Εκεί όπου πάντα έπρεπε να είναι. Ο δρόμος που ένωνε τις δύο ζωές της είχε χαθεί μαζί μ’ εκείνο το λαμπερό αστέρι, που έσκισε μια στιγμή τον ορίζοντα και δε θα τον έβρισκε ποτέ ξανά, μα είχε ζήσει λίγες μέρες, λίγες στιγμές μόνο στο όνειρο κι αυτό έπρεπε να της είναι αρκετό. Δεν έχουν όλοι την ευκαιρία να ζήσουν ένα όνειρο. Ήξερε πως τα όνειρα δεν κρατούν για πάντα, δεν κρατούν καν πολύ κι ας γίνονται καμιά φορά, ελάχιστες φορές, πραγματικότητα. Κοίταξε τριγύρω το λιτό δωμάτιο, που την φιλοξενούσε. Μύριζε φάρμακο και απολύμανση. Ο φαρμακοποιός της έδωσε ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, «για το ζάχαρο» της είπε χαμογελώντας μάλλον άσκοπα κι η Λήδα αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον άνδρα που έβλεπε να στέκεται απέναντί της στο όνειρό της.
- Εσείς, είπε, σα να τον ήξερε από παλιά κι ο φαρμακοποιός ξαφνιάστηκε.
Δεν ήξερε βλέπετε αυτός για την προηγούμενη συνάντησή τους.
- Ο κύριος Νικολάου, βιάστηκε να διευκρινίσει μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο η Έρη, ο φαρμακοποιός της γειτονιάς. Ευτυχώς διανυκτέρευε απόψε και μας προσέφερε αμέσως τις πρώτες βοήθειες.
- Πόση ώρα είμαι έτσι;
- Όχι πολύ, απάντησε ο κύριος Νικολάου, που εκείνη την ώρα προσπαθούσε να μετρήσει την πίεσή της, μ’ ένα σύγχρονο και όχι «προπολεμικό», όπως ο γιατρός στο όνειρό της, πιεσόμετρο. Δέκα-δεκαπέντε λεπτά το πολύ, μπορεί και λιγότερο.
- Είδα ένα περίεργο όνειρο.
- Καθόλου απίθανο, της απάντησε με τη σιγουριά της γνώσης εκείνος. Πολλές φορές βλέπουμε περίεργα όνειρα, όταν λιποθυμούμε. Μάλλον… όχι όνειρα. Δεν είναι όνειρα ακριβώς. Πιο πολύ με οπτασίες μοιάζουν. Ναι, οπτασίες. Αυτή είναι πιο σωστή λέξη.
- Ήταν όμως σαν αληθινό!
- Δεν ήταν όμως αληθινό, φρόντισε να την επαναφέρει στην πραγματικότητα ο κύριος Νικολάου.
Ήταν αναγκαίο κι ας την πλήγωνε.
Το βλέμμα της συνάντησε ξανά το ημερολόγιο στον απέναντι τοίχο. Έβλεπε καθαρά την ημερομηνία, είχε επιστρέψει πίσω στο τώρα, μα δεν τολμούσε ακόμα να το πιστέψει. Φοβόταν -ίσως και να ήλπιζε- πως θα έκλεινε τα μάτια και θα γυρνούσε πίσω στο τότε και στην αγκαλιά του Ανδρέα.
- Πείτε μου, σας παρακαλώ, ρώτησε το φαρμακοποιό, που μετρούσε ακόμη σχολαστικά την πίεσή της. Τι χρόνο έχουμε;
Ίσως, αν το άκουγε από κάποιον, να το πίστευε κιόλας.
- Λίγα λεπτά χάσατε μόνο, δεσποινίς, όχι το χρόνο ολόκληρο, την καθησύχασε, χαμογελώντας εκείνος, επαναλαμβάνοντας κατά λέξη τα λόγια του γιατρού στο όνειρό της.
- Σας παρακαλώ, πείτε μου τι χρόνο έχουμε; Πρέπει να το ακούσω από κάποιον.
«Μήπως και το πιστέψω», σκέφτηκε η Λήδα, μα δεν τους είπε τίποτα. Απλά κοίταξε εκλιπαρώντας τον κύριο Νικολάου. Η απάντηση που πήρε συνοδεύτηκε από τους έντεκα χτύπους του μεγάλου ρολογιού της πλατείας, μα η Λήδα ήταν σίγουρη πως ήταν η καρδιά της. Είχε σκοντάψει πάλι στην ίδια ρωγμή του χρόνου, που την είχε στείλει πίσω στο παρελθόν. Και ξαναγύρισε στο μέλλον.

Ο Σταύρος μπήκε στο δωμάτιο να φωνάξει τον κύριο Νικολάου για κάποιους ξαφνικούς πελάτες της νύχτας και αν και ο ευγενέστατος φαρμακοποιός και η Έρη βιάστηκαν να τους αφήσουν μόνους, εκείνος φοβόταν να την πλησιάσει.
- Είσαι καλά, ρώτησε μόνο και στεκόταν ακόμα δίπλα στην πόρτα, λες και έψαχνε έναν καλό λόγο για να το βάλει στα πόδια.
- Τώρα… ναι. Τώρα είμαι καλά.
Έψαξε με σχολαστικότητα το «ναι» και το «καλά» πριν του απαντήσει.
- Με τρόμαξες, είπε ο Σταύρος και μόνο τότε τόλμησε να κάνει τα απαραίτητα βήματα και να καθίσει δίπλα της στο στενό κρεβάτι.
- Με συγχωρείς, τόλμησε μόνο να πει εκείνη. Δεν το ‘θελα.
- Μα γιατί μου ζητάς συγνώμη, της χαμογέλασε ο Σταύρος. Τίποτα κακό δεν έκανες. Απλά λιποθύμησες.
- Όχι, όχι, γι’ αυτό. Καθόλου γι’ αυτό. Σου ζητάω συγνώμη, γιατί… γιατί κάπου σε αδίκησα.
- Τι ‘ναι αυτά πού λες, απόρησε εκείνος κι είχε πράγματι κάθε δίκιο να απορεί.
Δεν είχαν καμία σχέση με την ώρα και τη στιγμή όσα η Λήδα του έλεγε, μα η Λήδα είχε κάνει μόνη το ταξίδι και μόνο η Λήδα ήξερε. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει κι έτσι δεν είπε τίποτα.
- Ίσως, ψιθύρισε μόνο. Ίσως…
- Θα με αδικήσεις μόνο, σοβάρεψε ξαφνικά ο Σταύρος, αν συνεχίσεις να μου κρύβεις το υπέροχο χαμόγελό σου.
Η συζήτησή τους είχε πάρει πλέον το δρόμο που πάντα έπρεπε να πάρει.
- Θα με αντέξεις, ρώτησε εκείνη κι η φωνή της έτρεμε.
- Γι’ αυτόν και για όλο τον επόμενο αιώνα. Και εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν, απάντησε ο Σταύρος κι η Λήδα ένιωσε να ταξιδεύει στην υπέροχη χροιά της φωνής του.
Και της άρεσε. Αυτή τη φωνή θα μπορούσε να την ακούει για πάντα, άξιζε να την ακούει για πάντα. Και σ’ αυτόν και στον επόμενο αιώνα και εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν. Χαμογέλασε στις τελευταίες σκέψεις της και χαμήλωσε, σαν από συστολή, τα μάτια. Ο Σταύρος καθόταν τώρα δίπλα της και της έπιανε τρυφερά το χέρι κι ήταν τόσο ζεστό το άγγιγμά του, τόσο σίγουρο. Τόσο ασφαλές. Ήταν πλέον ο καιρός να κάνει κι εκείνη το ένα, επιπλέον βήμα. Σήκωσε το κεφάλι και τόλμησε να κοιτάξει τα μάτια του. Τα είχε σκορπισμένα πάνω στο πρόσωπό της και μόλις τότε παρατήρησε, ότι δεν ήξερε καν το χρώμα των ματιών του.
- Τι χρώμα έχουν τα μάτια σου, τον ρώτησε ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει κανένας προηγούμενος λόγος κι ο Σταύρος έβαλε τα γέλια.
- Εσύ τι χρώμα θέλεις ν’ έχουν τα μάτια μου, ψυχή μου;
- Αυτό που δεν πληγώνει.
Πάντα την πλήγωνε το χρώμα στα μάτια των ανδρών.
- Υπάρχει τέτοιο χρώμα;
- Το ροζ το φτιάχνουν το άσπρο και το κόκκινο και δύο άνθρωποι μαζί βρίσκουν το δρόμο στη ζωή πιο εύκολα από τον ένα. Έτσι αποκτά η ζωή τους νόημα και το κάθε βιβλίο το νόμιμο αναγνώστη του.
- Μιλάς σαν ποιητής, του είπε μόνο, μα ο Σταύρος δεν απάντησε.
Μόνο έκλεισε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του.

Γύρισαν σπίτι με το αυτοκίνητο του Σταύρου και την Έρη να λαγοκοιμάται στο πίσω κάθισμα. Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί με τη φίλη της εκείνο το βράδυ κι ας τη διαβεβαίωνε η Λήδα πως είναι πλέον καλά και δε θα χρειαζόταν τίποτα, δεν ήταν ανάγκη να αναστατωθούν όλοι για χάρη της, μα η Έρη δεν την άκουσε. Άλλωστε, ποτέ δεν την άκουγε. Άφησε τη Λήδα και το Σταύρο μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού της και πετάχτηκε μέχρι το δικό της σπίτι να πάρει τις πιτζάμες της και δύο-τρία ρούχα για την επομένη. Δε γινόταν να πάει πρωί-πρωί στο σχολείο με το φόρεμα της βραδινής μεταμφίεσής της!
- Θα λείψω… αρκετά, είπε χαμηλόφωνα στη φιλενάδα της, την ώρα που άφηνε τον Σταύρο κι εκείνη μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού της και της έκλεισε με νόημα το μάτι.
Κι έλειψε πράγματι πολύ ώρα, όχι όμως γιατί έτσι είχε σχεδιάσει. Απλά αποκοιμήθηκε στον καναπέ του καθιστικού και ξύπνησε μόνο όταν η Λήδα της τηλεφώνησε για να δει τι συνέβη και άργησε τόσο.
- Και ο Σταύρος, απόρησε η Έρη, ανάμεσα στα χασμουρητά της.
- Ο Σταύρος γύρισε σπίτι του, απάντησε σοβαρά η Λήδα. Έχει και δουλειά αύριο το πρωί. Δεν μπορούσε να μείνει όλο το βράδυ μαζί μου.
- Κακώς. Τέλος πάντων, έρχομαι εγώ να σου κάνω παρέα, είπε η Έρη κι έκλεισε το τηλέφωνο μαζί με το τελευταίο χασμουρητό της.
Στο επόμενο δευτερόλεπτο ήταν ήδη στο σπίτι της φίλης της.
Η Λήδα της έστρωσε στον καναπέ του σαλονιού και πέρασε ώρα πολύ μέχρι να πέσουν για ύπνο. Πέρασαν, όλο το βράδυ σχεδόν, συζητώντας. Για το Σταύρο, τον Ανδρέα, το νέο γείτονα της Έρης, το νεαρό με το θεληματικό πιγούνι.
- Τελικά είναι στρατιωτικός. Και παντρεμένος, της διευκρίνισε η Έρη. Μετακόμισαν πρόσφατα από την Καλαμάτα. Απλά η γυναίκα του δεν έχει έρθει ακόμα.
- Μιλήσατε;
- Όχι. Μου το είπε η κυρά-Μαριγούλα, η μπακάλισσα στη γωνία, όταν πήγα να πάρω πατατάκια. Κι ό,τι η κυρά-Μαριγούλα λέει, το ξέρεις, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο.
- Και τώρα, ρώτησε μάλλον ανόητα η Λήδα.
Τη φιλενάδα της ποτέ δεν τη στεναχωρούσαν ιδιαίτερα οι απορρίψεις των ανδρών.
- Τώρα; Τώρα τίποτα. Απλά ανταλλάξαμε τηλέφωνα με τον κύριο Νικολάου. Το φαρμακοποιό που σε περιποιήθηκε στο φανό… Αυτός είναι στ’ αλήθεια αδέσμευτος. Το διασταύρωσα! Εσείς τουλάχιστον περάσατε καλά;
- Τι βάζεις με το νου σου, Έρη;
- Το αυτονόητο, αγάπη μου. Το αυτονόητο. Αφού σε γουστάρει ο άνθρωπος…
- Άλλος έλεγες ότι με γουστάρει το πρωί.
- Που απορώ πώς τον θυμήθηκες μέσα στη ζάλη σου. Δεν τον είδαμε σήμερα τον Ανδρέα, δεν ήταν σήμερα στο φανό ο Ανδρέας.
- Μα εσύ μου είπες πως ήταν εκεί. Εσύ μου το είπες, λίγο πριν λιποθυμήσω. «Είναι κι εκείνος εδώ», είπες. «Στην άλλη άκρη της πλατείας».
- Εγώ δεν είπα απόψε τίποτα για το σερ, γιατί πολύ απλά δεν τον είδα και δεν τον έχω συνέχεια στο μυαλό μου, όπως εσύ. Δεν ήταν απόψε εκεί και γι’ αυτό είμαι κάτι περισσότερο από σίγουρη. Μάλλον θα παραγνώρισες.
- Και τη φωνή σου, πώς την άκουσα να μου το λέει αυτό;
- Θα μπερδεύτηκες. Κάτι άλλο θα είπα… Αχ, Λήδα, γκρίνιαξε η Έρη, μη με ζαλίζεις άλλο!
- Μα δεν μπορεί να το φαντάστηκα κι αυτό!
Έψαχνε να βρει κάποια λύση, μα πάλι καμία λύση δεν έβρισκε, οι λύσεις τώρα τελευταία της είχαν γυρίσει την πλάτη. Θυμήθηκε ξανά το όνειρό της, το ταξίδι της στην άλλη της ζωή και το δαχτυλίδι του Ανδρέα να γυαλίζει ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το δαχτυλίδι που εκείνος είχε ξεθάψει από τις ρίζες της μεγάλης, γέρικης αμυγδαλιάς, δίπλα στην αυλόπορτα του σπιτιού της κυρά-Σεβαστής τότε, του δικού της σπιτιού τώρα. Από τη ρίζα της μοναδικής αμυγδαλιάς που υπήρχε ακόμα, στην ίδια θέση Το μόνο δέντρο που υπήρχε ακόμα στον κήπο της όπως τότε. Μάλλον δεν ενόχλησε, όταν γκρέμιζαν το παλιό σπίτι κι έτσι δε βρήκαν λόγο να το κόψουν. Και το ξέχασαν. Μια τρελή σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. Λες; Μα πώς μπορούσε; Όλα αυτά που μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας είχε ζήσει ήταν μόνο ένα όνειρο, πού ακούστηκε τα όνειρα να δείχνουν την αλήθεια; Ίσως, μα κάποια αλήθεια πρέπει να υπήρχε σ’ όλη αυτή τη μπερδεμένη ιστορία. Μια τόση δα ελάχιστη, μικρή αλήθεια. Κι ίσως η απόδειξη να βρισκόταν ακόμα εκεί, στις ρίζες της μεγάλης, γέρικης αμυγδαλιάς και να περίμενε απλά κάποιον να την ανακαλύψει. Ακόμα και τυχαία. Οι άνθρωποι, χρόνια τώρα, είχαν ξεχάσει την ύπαρξή της. Ίσως… Φόρεσε βιαστικά τη ρόμπα της και βγήκε με γρήγορα βήματα στον κήπο.
- Πού πας, ξαφνιάστηκε η Έρη.
- Να επιβεβαιώσω ένα όνειρο, της είπε μόνο εκείνη.
Στην αποθήκη του κήπου, υπήρχε ένα φτυάρι και το πήρε μαζί της. Δεν είχε σκάψει ποτέ στη ζωή της, δεν ήξερε καν πως κρατούν το φτυάρι κι ήταν στ’ αλήθεια βαρύ, μα ήταν η τελευταία της ελπίδα, μήπως και αποδείξει την αλήθεια του ονείρου της. Για κάποιο λόγο έκανε όλο αυτό το ταξίδι. Ίσως να τον έβρισκε ακόμα θαμμένο στις ρίζες της μεγάλης, γέρικης αμυγδαλιάς. Έμπηξε το φτυάρι στο χώμα κι άρχισε, άτσαλα και άμαθα, να σκάβει.
- Μα τι κάνεις, ρώτησε ξαφνιασμένη η Έρη. Τι ψάχνεις να βρεις στις ρίζες μιας γέρικης αμυγδαλιάς, που, εκτός από σκουλήκια και χώμα, δεν υπάρχει τίποτα απολύτως…
- Ίσως. Ίσως όμως να μου κρύβει και κάτι πολύ σημαντικό!
- Σαν τι;
- Σου είπα, Έρη. Την επιβεβαίωση του ονείρου μου
Έψαχνε για ώρα, έσκαβε και πετούσε χώματα τριγύρω και το νυχτικό κι η ρόμπα της γέμισαν λάσπες και μόλις φυτρωμένα χορτάρια, που είχαν βιαστεί, στα τέλη του Φλεβάρη, να στολίσουν τους κήπους και τα κτήματα του λεκανοπεδίου, μα, όσο βαθιά και αν έφτανε το φτυάρι της, δεν έβρισκε τίποτα. Τα χέρια της είχαν κοκκινίσει και πονούσαν κι η νύχτα ήταν σκοτεινή και θλιμμένη, κρύα, όπως κάθε Φλεβάρη εδώ πάνω, μα εκείνη το κρύο και τον πόνο δεν τα ένιωθε και συνέχιζε. Με μόνο φως της το φως της λάμπας του δρόμου και κάποιων λίγων, ξεχασμένων αστεριών. Κάθε στιγμή, με κάθε ανάσα κι ένα βήμα πιο πέρα κι ένα βήμα πιο κοντά στο όνειρο, ώσπου το φτυάρι χτύπησε σε κάτι που σίγουρα δεν ήταν πέτρα.
Ακούμπησε το φτυάρι στον κορμό του δέντρου κι έπεσε, μαζί με την Έρη, που δεν πίστευε στα μάτια της, στα γόνατα. Άρχισαν μαζί να σκάβουν με τα χέρια και να απομακρύνουν όσο χώμα είχε απομείνει πάνω σ’ αυτό το κάτι που είχε χτυπήσει το φτυάρι. Πράγματι, δεν ήταν πέτρα. Ήταν η παλιά, ξύλινη κοσμηματοθήκη της μητέρας του Ανδρέα.
- Μα… πώς; Τι στο καλό είναι αυτό, ξαφνιάστηκε η Έρη.
- Σου είπα, της χαμογέλασε η Λήδα. Η επιβεβαίωση του ονείρου μου. Του πιο ακριβού μου ονείρου.
Το σήκωσε στα χέρια της κι έψαξε με αγωνία το λουκέτο της κλειδαριάς. Άρχισε να ψάχνει με το μυαλό της τρόπους να το ξεκλειδώσει -δεν πίστευε ότι θα ήταν τόσο εύκολο, όσο στo όνειρό της- μα το μικρό λουκέτο είχε σκουριάσει από τα χρόνια και το χώμα, όπου τόσες δεκαετίες ήταν κρυμμένο και διαλύθηκε, μόλις τόλμησε να το αγγίξει. Όπως και στ’ όνειρό της. Και όπως και στ’ όνειρό της, μόλις οι ακτίνες του φεγγαριού άγγιξαν το παλιό, χρυσό δαχτυλίδι άστραψε ο κόσμος όλος. Έλαμψε ο κήπος κι ακόμα κι οι ξενύχτισσες γάτες της γειτονιάς βγήκαν από τις κρυψώνες τους για να το θαυμάσουν.
- Θεέ μου, τι όμορφο, θαύμασε η Έρη. Μα καλά, πώς ήξερες ότι είναι εδώ; Ποιος σου το είπε;
- Κανείς, σήκωσε αδιάφορη τους ώμους η Λήδα. Κανείς δε μου το φανέρωσε. Σου είπα: Μου το εξομολογήθηκε ένα όνειρο.
- Προφητικό όνειρο, στ’ αλήθεια, χαμογέλασε η Έρη. Και τι θα κάνεις; Τι θα κάνεις το δαχτυλίδι δηλαδή;
- Τίποτα ιδιαίτερο. Απλά θα φροντίσω να το επιστρέψω στο νόμιμο ιδιοκτήτη του.
- Ξέρεις ποιος είναι;
- Φυσικά. Αυτός μου φανέρωσε την κρυψώνα του. Μόνη μου δε θα το έβρισκα ποτέ.
- Ο Ανδρέας, μάντεψε σωστά η φίλη της και δεν περίμενε το «ναι» της Λήδας για να επιβεβαιώσει την υποψία της.
Αυτό το ήξερε κι ήταν σίγουρη πως έτσι ήταν. Απλά ρώτησε για να συνεχίσουν την κουβέντα.
- Ναι, ο Ανδρέας. Σ’ εκείνον θα το επιστρέψω. Εκείνος το είχε κρύψει εδώ πριν χρόνια. Τόσα χρόνια που το ξέχασε κι ο ίδιος. Για να το προστατέψει, είπε. Ήταν βλέπεις το τελευταίο ενθύμιο της πολυαγαπημένης του γιαγιάς. Το ‘κρυψε εδώ, στον κήπο του σπιτιού της καλής του θείας. Της θείας Σεβαστής. Μόνο που το ξέχασε κι εκείνος.
- Να το προστατέψει, απόρησε η Έρη. Από ποιον;
- Από τους κακούς ανθρώπους, μα τι σημασία έχει; Τώρα το βρήκαμε εμείς. Κι αφού κακοί άνθρωποι, σαν αυτούς που φοβόταν τότε ο Ανδρέας, πια δεν υπάρχουν, πρέπει να φροντίσουμε να το πάρει πίσω.
- Εκείνος σου είπε ότι είναι εδώ;
- Όχι, ακριβώς. Εκείνος δε θυμάται καν ότι βρεθήκαμε. Και μάλλον ξέχασε κι αυτό το δαχτυλίδι. Εμένα, σου το είπα, μου το εξομολογήθηκε ένα όνειρο.
Και η Έρη δε ρώτησε ποτέ ξανά τίποτα. Ήταν κομμάτι ενός ονείρου της φίλης της κι όσο κι αν προσπαθούμε, δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποτέ τα όνειρα των άλλων. Και η Έρη το σεβόταν αυτό. Και σιώπησε.
Με το πρώτο φως της νέας μέρας, η ζωή ξανάρχισε να κυλά σαν και πρώτα.

Ήταν Απόκριες κι η πόλη όλη, μια πόλη που τώρα ξεκινούσε να γράφει την ιστορία της, ήταν κάθε ώρα «υπ’ ατμόν». Πάντα αγαπούσαν οι κάτοικοί της αυτή την εβδομάδα του χρόνου. Πάντα γιόρταζαν με πάθος τις Απόκριες. Κάποιες φορές, στα δύσκολα χρόνια -κι ήταν πολλά, πάρα πολλά τα δύσκολα χρόνια στους αιώνες της ανύπαρκτης ιστορίας της- με πείσμα. Το δικό τους καρναβάλι ήταν διαφορετικό από των άλλων ελληνικών πόλεων, κατάλοιπο της βακχικής λατρείας και της λατρείας του θεού ήλιου κι όχι απομιμήσεις του ξένου καρνάβαλου. Τα τελευταία χρόνια το είχαν καταλάβει αυτό. Κι ο δήμαρχος, παρέα με το νομάρχη, σκαρφίζονταν κάθε χρόνο διάφορα κόλπα, για τους τουρίστες έλεγαν κι ίσως να ‘χαν και δίκιο. Ήταν η μόνη εποχή που στα ξενοδοχεία της πόλης δεν έβρισκες ελεύθερο κρεβάτι. Τον υπόλοιπο χρόνο οι κάτοικοι τον περνούσαν μόνοι, παρέα με τα βουνά τους, μα είχαν πλέον συνηθίσει στη μοναξιά τους, σχεδόν την αγαπούσαν και δεν παραπονούνταν. Η πόλη τους βλέπετε δεν ήταν ποτέ ταξιδιωτικός προορισμός για κανέναν ταξιδιώτη. Κι έτσι τουρίστες γέμιζαν τους δρόμους της τις Απόκριες μόνο. Κι όσα κόλπα κι αν σκαρφίζονταν ο δήμαρχος, παρέα με το νομάρχη, οι κάτοικοί της, που την αγαπούσαν πάντα, όπως αγαπούσαν και φρόντιζαν και τα σπίτια τους τα ίδια, ήξεραν να γιορτάζουν τις Απόκριες με το δικό τους τρόπο. Το μοναδικό τους τρόπο.
Ο Ανδρέας της τηλεφώνησε απροειδοποίητα, λίγες μέρες αργότερα, ένα απόγευμα με ατέλειωτη βροχή, που ξεθώριαζε τη μορφή του από τις αναμνήσεις της κι άφηνε ελάχιστο κόσμο, τους πιο τολμηρούς, όσους δε φοβόταν τη βροχή, στις υπαίθριες εορταστικές εκδηλώσεις. Ζήτησε συγνώμη για την αδιαφορία του όλες αυτές τις μέρες, μα έλειπε, της είπε, είχε πάει στην κόρη του, στην Κρήτη, γι’ αυτό και είχε μέρες να τον δει, μα πλέον δεν τον νοσταλγούσε. Τώρα στα όνειρά της κυριαρχούσε ο Σταύρος, εκείνος της τηλεφωνούσε πλέον κάθε πρωί και κάθε βράδυ και μ’ εκείνον ονειρεύονταν στο ηλιοβασίλεμα, μα δεν είπε τίποτα γι’ αυτό στον Ανδρέα. Θα του το έλεγε, δικαιολογήθηκε, όταν θα βρισκόταν. Με κάποια λόγια. Έπρεπε να συναντηθούν, είχαν σοβαρά πράγματα να συζητήσουν. Και σοβαρά πράγματα να του θυμίσει. Σαν αυτό, το χρυσό δαχτυλίδι της γιαγιάς του, που εκείνη είχε ξεθάψει ένα σκοτεινό βράδυ με ανύπαρκτο φεγγάρι από τις ρίζες της μεγάλης, γέρικης αμυγδαλιάς στην αυλή του σπιτιού της. Έτσι δεν του είπε τίποτα και δώσανε ραντεβού να βρεθούνε την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς, την ώρα της παρέλασης, στο πάρκο απέναντι απ’ την αρχαία εκκλησία.

Τη βρήκε να τον περιμένει καθισμένη σε κάποιο από τα ξύλινα παγκάκια του πάρκου και να χαζεύει την πόλη, την πόλη χωρίς ιστορία, που λιάζονταν τεμπέλικα ξαπλωμένη μπροστά στα πόδια της. Από την κεντρική πλατεία ακουγόταν τα τραγούδια της γιορτής και οι φωνές και τα γέλια του κόσμου, μα εδώ πάνω δεν ήταν κανείς, είχαν κατεβεί όλοι στο κέντρο. Ήταν μεγάλη μέρα η σημερινή. Έπρεπε να τη ζήσουν όλοι μαζί.
Την πλησίασε αθόρυβα και μόνο όταν έφτασε κοντά της, φώναξε σιγανά το όνομά της.
- Λήδα!
Τον άκουσε. Γύρισε και του χαμογέλασε.
- Να λοιπόν που ξαναβρισκόμαστε, του είπε με χαμόγελο κι εκείνος άφησε ένα ζεστό φιλί στο δεξί της χέρι.
Έτσι τη χαιρετούσε πάντα. Με χειροφίλημα. Σαν γνήσιος ιππότης.
Κάθισε δίπλα της στο ίδιο ξύλινο παγκάκι και της φάνηκε πως, εκείνο το απόγευμα τουλάχιστον, σα να τη ντρεπόταν. Ίσως γιατί διαισθανόταν πως κάτι ανάμεσα τους έμελλε ν’ αλλάξει. Κάτι ανάμεσα τους σίγουρα είχε αλλάξει. Καταλάβαινε πάντα όλες τις συνειδητές κι υποσυνείδητες σκέψεις της, μα δεν την πρόσβαλε ποτέ. Ήξερε πως οι σκέψεις του κάθε ανθρώπου είναι αποκλειστικά και μόνο προσωπική του υπόθεση.
- Λοιπόν, πώς πέρασες τις μέρες της γιορτής, την ρώτησε άτσαλα ο Ανδρέας.
- Καλά. Πολύ καλά, απάντησε η Λήδα κι ύστερα σιώπησε.
Δεν ήθελε να του πει για τη λιποθυμία της το βράδυ της Τσικνοπέμπτης. Δεν ήταν ανάγκη να το μάθει. Άλλωστε, είχαν πια περάσει μέρες. Προτίμησε να αφήσει αυτή την ανάμνηση σ’ ένα από τα βαθύτερα ντουλαπάκια του μυαλού της, κάπου δίπλα στο υποσυνείδητο και να την ξεχάσει εκεί.
- Εσύ; Εσύ πώς πέρασες στο ταξίδι σου;
- Κουραστικά, χαμογέλασε ο Ανδρέας. Είναι στ’ αλήθεια δύσκολο το ταξίδι στη θάλασσα. Και χάνεις εύκολα το δρόμο.
- Μάλλον γι’ αυτό ο Οδυσσέας έκανε δέκα χρόνια να φτάσει από την Τροία στην Ιθάκη, χαμογέλασε η Λήδα, μα ο Ανδρέας βιάστηκε να τη διορθώσει.
- Όχι, όχι, δεν είναι αυτό. Ο Οδυσσέας είχε τις διαφορές του με τον Ποσειδώνα, τύφλωσε βλέπεις το γιο του κι ο θεός δεν μπορούσε να τον αφήσει χωρίς τιμωρία. Την εποχή εκείνη ο Ποσειδώνας διέταζε τις θάλασσες. Εγώ απλά λέω πως το ταξίδι σε κάθε θάλασσα, ακόμα και σήμερα, που δε διατάζει εκείνος τα κύματα, είναι δύσκολο. Ειδικά για μας, τους βουνίσιους. Είτε είναι το Αιγαίο, είτε η καρδιά σου. Και σ’ αυτή τη θάλασσα, στη θάλασσα της καρδιάς, χάνεσαι πολύ πιο εύκολα.
Η Λήδα κατάλαβε. Δεν είχαν καμία θέση ο Ποσειδώνας κι ο Οδυσσέας στην κουβέντα τους, ούτε είχε ποτέ σκοπό να της μιλήσει γι’ αυτούς. Άλλα πράγματα ήθελε να της πει, μα είχε χάσει τα κατάλληλα λόγια. Πέρασε τόσος καιρός από την τελευταία φορά που γλίστρησαν από τα χείλη του και δε θυμόταν που τα είχε καταχωνιάσει.
Η Λήδα έψαξε με αγωνία τα μάτια του. Δεν είχε τολμήσει ακόμη να την κοιτάξει στα μάτια -περίεργη αργοπορία εκείνο το απόγευμα, πάντα την κοιτούσε ευθεία στα μάτια και της έλειπε τόσο το γαλάζιο βλέμμα του. Έτσι, μήπως και πάρει λίγο θάρρος και συνεχίσει την κουβέντα. Πήρε στα χέρια της την παλιά κοσμηματοθήκη της μητέρας του, που κρατούσε καλά φυλαγμένη πάνω στα πόδια της, κάτω από το παλτό της.
- Αυτό είναι δικό σου, του είπε και του το ‘δωσε κι ο Ανδρέας την κοίταξε ξαφνιασμένος.
- Τι είναι αυτό, ρώτησε.
Κάτι υποψιάστηκε, μα… πώς;
- Σου είπα, για σένα. Το είχες αφήσει σπίτι μου, στην αυλή μου, χρόνια πριν και το είχες κρύψει τόσο καλά, που αν δε μου το αποκάλυπτε ένα όνειρο, δε θα το έβρισκα ποτέ.
Ο Ανδρέας σκόρπισε σπάταλα το γαλάζιο βλέμμα του πάνω στο πρόσωπο της και πήρε το δώρο της με χέρια που έτρεμαν. Δε χρειαζόταν άλλα λόγια. Είχε καταλάβει τι το πολύχρωμο χαρτί του έκρυβε. Δεν είπε ούτε καν ευχαριστώ κι ας ήταν πάντα ευγενικός άνθρωπος. Κι όταν είδε την παλιά κοσμηματοθήκη της μητέρας να αποκαλύπτεται μέσα στα χέρια του, λίγο έλειψε να πέσει από την αγκαλιά του. Τόσο πολύ ξαφνιάστηκε.
- Μα… πώς, μπόρεσε μόνο να ψιθυρίσει, σαν την Έρη κι αυτός κι αυτός πιο πολύ ξαφνιασμένος.
- Σου είπα, του χαμογέλασε. Μου το αποκάλυψε ένα όνειρο.
- Ένα όνειρο, απόρησε ο Ανδρέας.
- Ναι, ένα υπέροχο όνειρο, που ζήσαμε μαζί. Δεν το θυμάσαι, μα δε σε κατηγορώ. Βλέπεις, αυτό ήταν μόνο δικό μου όνειρο και μόνο εγώ έχω την ευτυχία να το θυμάμαι. Κι ίσως και να το νοσταλγώ.
Την κοίταξε και της φάνηκε πως η γαλάζια θάλασσα των ματιών του ήταν έτοιμη να ξεχειλίσει και να πνίξει τον κάμπο, όπως το ποτάμι κάθε άνοιξη έπνιγε τα χωράφια κι έθρεφε το χώμα. Κοίταξε ξανά την παλιά, ξύλινη κοσμηματοθήκη και χάιδεψε το ξύλο.
- Δε θα την ανοίξεις, ρώτησε γλυκά κι ο Ανδρέας, ξυπνώντας απότομα από τις αναμνήσεις του με την ηχώ της φωνής της, έψαξε την κλειδαριά της παλιάς κοσμηματοθήκης.
Τη βρήκε διαλυμένη και τρόμαξε. Φοβήθηκε μην το είχε συλήσει κάποιος ιερόσυλος και κοίταξε έντρομος τη Λήδα.
- Εγώ φταίω, ανέλαβε να τον καθησυχάσει εκείνη. Διαλύθηκε μόλις το άγγιξα.
- Είναι εδώ;
- Ναι, καλέ μου. Εδώ είναι. Πάντα εδώ ήταν και σε περίμενε.
Έψαξε ξανά τα μάτια του, κόντευε να ξεχειλίσει η γαλάζια θάλασσά τους κι εκείνος συνέχιζε να χαϊδεύει την ξύλινη κοσμηματοθήκη. Κάποτε πήρε θάρρος και την άνοιξε. Κι άστραψε το δαχτυλίδι στο φως του ήλιου. Το σήκωσε στη χούφτα του.
- Θυμάμαι πως δεν είχα χρήματα ν’ αγοράσω ένα άλλο, πιο γερό λουκέτο, απολογήθηκε ο Ανδρέας, κοιτάζοντας το χρυσό δαχτυλίδι κι οι μνήμες τον κατέκλυσαν. Ήταν δύσκολα χρόνια, ίσως και περίεργα και λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες δεν είχαμε. Είχαμε λεφτά μόνο για να φτιάχνουμε σφαίρες και να σκοτώνουμε τ’ αδέλφια μας. Έβλεπα τους μαυραγορίτες και τους δωσίλογους να μας κοιτάζουν πεινασμένα και δε ρίσκαρα να χάσω αυτό το δαχτυλίδι. Ήξερα πως η μητέρα δεν θα το έψαχνε ποτέ, μετά το θάνατο του πατέρα δε φόρεσε ποτέ ξανά κοσμήματα κι αυτό το δαχτυλίδι έλεγε πως το κρατούσε για μένα, για να το δώσει στη γυναίκα που θα παντρευόμουν. Πέθανε το καλοκαίρι πριν τον αρραβώνα μου, δεν πρόλαβε. Και με τα χρόνια που πέρασαν το ξέχασα κι εγώ. Ανόητο δεν είναι, χαμογέλασε. Ξέχασα το πιο μεγάλο μυστικό μου.
- Γιατί; Τι σε έκανε ν’ απαρνηθείς το πιο μεγάλο μυστικό σου;
- Κάποτε είχα γνωρίσει μια γυναίκα. Μία γυναίκα γλυκιά σαν άγγελο, λαμπερή σαν τον ήλιο κι όλα τ’ αστέρια. Σ’ εκείνη είπα θα δώσω αυτό το δαχτυλίδι. Κι ήρθα κάτω απ’ τη μεγάλη αμυγδαλιά κι αποκάλυψα την κρυψώνα του.
- Της το έδωσες, ρώτησε η Λήδα και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.
Ο Ανδρέας της αφηγούνταν απλά το όνειρό της!
- Ναι, είπε ξέπνοα ο Ανδρέας.
- Και τι έγινε; Δεν το δέχτηκε;
- Το λάτρευσε και μ’ ευχαρίστησε με χίλια γλυκά φιλιά.
Έκανε μεγάλο κόπο για να γαληνέψει τις ταραγμένες θάλασσες των ματιών του και ίσως το δάκρυ που γλίστρησε στο πρόσωπό του να ήταν μια παρηγοριά.
- Μα αυτή η γυναίκα, είπε εν τέλει ο Ανδρέας, αυτή η γυναίκα ήταν άγγελος και οι άγγελοι στο τέλος γυρνούν πάντα στον ουρανό. Έτσι δε γίνεται συνήθως, είπε με πίκρα και η Λήδα ανατρίχιασε.
Άπλωσε το χέρι της και σκούπισε με την άκρη των δαχτύλων της το δάκρυ που είχε γλιστρήσει στο μάγουλο του. Πού να ‘ξερε ότι η δική του ιστορία ήταν το δικό της όνειρο κι ο Ανδρέας έπιασε το χέρι της και το φίλησε.
- Λένε πως όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις, ψιθύρισε με το χέρι της, που μόλις είχε σκουπίσει το δάκρυ του, καλά φυλαγμένο μέσα στις χούφτες του. Δεν το πίστευα. Μα τώρα, νιώθω πως βρήκα την αφορμή να το ψάξω.
Και πέρασε το δαχτυλίδι της μητέρας στα δάχτυλά της. Έλαμψε το χρυσάφι του στο φως του μεσημεριάτικου ήλιου, έφτασε μέχρι την πλατεία η λάμψη του κι οι χορευτές κι οι οργανοπαίκτες σταμάτησαν ξαφνιασμένοι το χορό και τη μουσική, θαμπωμένοι από το φως.
- Κοίτα τι όμορφο που είναι στα δάχτυλά σου, το θαύμασε ο Ανδρέας. Γι’ αυτό θέλω να το κρατήσεις εσύ.
- Εγώ, ξαφνιάστηκε η Λήδα.
Δεν της απάντησε. Απλά σήκωσε αργά τους ώμους.
- Σου ταιριάζει, είπε μόνο.
Δεν του απάντησε ούτε εκείνη. Θαύμασε μια τελευταία φορά το δαχτυλίδι κι ύστερα το έβγαλε από το δάχτυλό της και το έκλεισε ξανά μέσα στη χούφτα του.
- Το ίδιο όμορφα θα ταιριάζει και στα χέρια της γυναίκας σου, του είπε γλυκά. Γι’ αυτήν δεν το φύλαγες τόσα χρόνια; Γιατί να το χαραμίσεις τώρα σε μένα.
Δε χρειαζόταν άλλα λόγια. Ο Ανδρέας κατάλαβε
- Κι εσύ;
- Σίγουρα κάπου θα βρω κι εγώ τον καλό μου Πρίγκιπα και μακάρι να ‘ναι τόσο καλός και τόσο ευγενικός και να μου χαρίσει κι εμένα ένα τόσο όμορφο δαχτυλίδι. Μα αυτό το δαχτυλίδι, Ανδρέα, δε φτιάχτηκε για μένα. Το ξέρεις. Κάπως αλλιώς ήταν ορισμένα να γίνουν όλα. Όχι έτσι. Κι εσύ κι εγώ, το ξέρεις κι αυτό, πιστεύουμε στα μοίρα και στα γραμμένα.
- Ήλπιζα ότι μου αξίζει ένα τελευταίο όνειρο, είπε μόνο με θλίψη.
- Σου αξίζουν και σε περιμένουν πολλά ακόμη όνειρα, καλέ μου, αμέτρητα γλυκά όμορφα όνειρα, γι’ αυτό είμαι σίγουρη. Η ζωή είναι μια περιπέτεια. Εσύ μου το ‘μαθες αυτό. Και δεν κάνει να μας απογοητεύει ένα μόνο όχι.
Είδε τη θλίψη στα μάτια του και δεν της άρεσε. Μήπως και τον παρηγορήσει γλίστρησε στην αγκαλιά του κι άφησε απαλά στα χείλη του ένα ανοιξιάτικο φιλί. Κόπηκε η ανάσα του, όταν τον φίλησε και παραδόθηκε αμαχητί στα χάδια της. Κι αν και δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα και μόνο, ένα μοναδικό φιλί στα χείλη, ήταν ικανό για να φωτίσει και τα 62 χρόνια της ζωής του. Τώρα ένιωθε πάλι λίγο πιο δυνατός. Όπως τότε… Τραβήχτηκε με κόπο μακριά της κι έκλεισε σφιχτά τα χέρια της μέσα στις χούφτες του. Δεν τολμούσε ακόμα να την αφήσει.
- Ζήσαμε μια στιγμή στο όνειρο, του αποκάλυψε με χαμόγελο η Λήδα, κι είναι κι αυτό μια ευτυχία. Τι πιο πολύτιμο απ’ αυτό υπάρχει;
- Μια στιγμή στο όνειρο! Είδα κι εγώ ένα τέτοιο υπέροχο όνειρο. Είδα εσένα, εγώ κι εσύ σ’ έναν τόπο… σ’ έναν τόπο του χτες, με ανθρώπους που δε γνωρίσαμε ποτέ, που δε γνώρισες ποτέ, γιατί όταν εσύ ήρθες στη ζωή μου, αυτοί οι άνθρωποι απλά είχαν πάψει να υπάρχουν. Δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε εκεί, δεν ξέρω πώς βρέθηκες δίπλα μου, πώς έκανες αυτό το ταξίδι μαζί μου, δεν ξέρω ποιος παρέσυρε τον άλλο σ’ αυτή την περιπέτεια, μα ήσουν εκεί κι ήσουν εκεί για μένα. Κι εγώ ήμουν εκεί για σένα. Μόνο για σένα, γλυκιά μου. Μετά κάτι έγινε, δε θυμάμαι τι, δεν ξέρω τι και σε ’χασα. Πέρασα το δαχτυλίδι, αυτό το δαχτυλίδι στο χέρι σου και σε ‘χασα. Έγινες άστρο, άγγελος κι ανέβηκες στον ουρανό. Άνοιξα τα μάτια ιδρωμένος κι είδα πως ήταν όνειρο, μα δεν αγαλλίασα. Γιατί κατάλαβα πως δε σε είχα ποτέ, δε θα σε είχα ποτέ κι αυτό πονάει, πονάει πολύ.
- Κι εγώ πόνεσα όταν διαλύθηκε το υπέροχο όνειρο μας, μα εμπιστεύομαι τη σοφία του Θεού και λέω πως για κάποιο λόγο μας ευλόγησε μ’ αυτό το ταξίδι. Το γιατί ίσως να το μάθουμε στο τέλος, ίσως και να μη το μάθουμε ποτέ, μάλλον δε θα το μάθουμε ποτέ, μα εγώ έχω πάψει πια να το αναζητάω. Ζήσαμε μια στιγμή στο όνειρο. Πρέπει να είμαστε ευτυχείς και με τα λίγα. Και η μια στιγμή στο όνειρο μου είναι αρκετή.
- Αναρωτιέμαι απλά πώς;
Είχε καταλάβει κι είχε τρομάξει. Πάντα τρόμαζε όταν δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική ό,τι ζούσε.
- Δεν ξέρω πως, καλέ μου. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Μα ήταν η προσωπική μας στιγμή στο όνειρο. Το δρόμο για τη χώρα των ονείρων τον χάσαμε τώρα οριστικά. Μα ζήσαμε μία στιγμή απόλυτης ευτυχίας. Αυτό μόνο μετράει.
- Τι έγινε τότε, Λήδα, ρώτησε ο Ανδρέας σχεδόν με αγωνία.
- Ειλικρινά; Δεν ξέρω, απάντησε η Λήδα και του χαμογέλασε από αμηχανία, μήπως και του δώσει λίγο θάρρος κι ήταν πρώτη φορά στη ζωή της τόσο σίγουρη για ό,τι έλεγε.
Δεν ήξερε τι είχε συμβεί, δεν ήξερε πως είχαν καταφέρει και οι δύο να ζήσουν δυο ζωές, μία στο τότε και μία στο τώρα, μα τα όνειρα, θυμήθηκε, δεν έχουν λογική. Δεν εξηγούνται με τη λογική κι αυτό ήταν το μόνο λογικό σ’ όλη αυτή την ιστορία. Τύλιξε τα χέρια του μέσ’ στα δικά της, τα έφερε στα χείλη της και τα φίλησε.
- Αν μη τι άλλο, του είπε, τότε σ’ αγαπούσα πολύ. Και σ’ αγαπώ ακόμα. Μα τώρα είμαστε σε μία άλλη εποχή. Και θ’ ακολουθήσουμε την εποχή που μας ταξιδεύει.
- Ανδρέα!
Η γυναίκα που φώναξε τ’ όνομά του από την άκρη του πεζοδρομίου ήταν η γυναίκα του. «Της είχα πει πως θα είμαστε εδώ και επέμενε να έρθει να με πάρει. Μας προσκάλεσαν σ’ ένα φιλικό μας σπίτι», απολογήθηκε ο Ανδρέας και σηκώθηκε σα βιαστικός από το ξύλινο παγκάκι. Στα χέρια του κρατούσε την παλιά ξύλινη κοσμηματοθήκη της μητέρας και στη χούφτα του το χρυσό δαχτυλίδι.
- Τουλάχιστον θα κρατήσεις την κοσμηματοθήκη, την παρακάλεσε. Έτσι, σαν το δώρο που δε σου ‘κανα ποτέ. Είναι παλιά, μα…
- Μα είναι υπέροχη, του χαμογέλασε η Λήδα κι έκλεισε την παλιά κοσμηματοθήκη στην αγκαλιά της κι η θλίψη πάνω στα μάτια του έγινε το σύννεφο που χανόταν αργά στο βάθος του ορίζοντα.
Τη χαιρέτησε με ένα θερμό χειροφίλημα κι ένα λαμπρό χαμόγελο κι έτρεξε να συναντήσει ξανά την πολυαγαπημένη του γυναίκα.
Η Λήδα τους είδε να συναντούνται στην άκρη του πάρκου, εκείνη, μόλις ο άνδρας της έφτασε κοντά της, ξεκίνησε να φύγει, ήταν καλεσμένοι κι είχαν ήδη αργήσει, μα ο Ανδρέας τη σταμάτησε, τραβώντας την τρυφερά από το μπράτσο. «Αυτό για σένα», της είπε και στόλισε το δεξί της χέρι με το χρυσό δαχτυλίδι. Ξαφνιάστηκε εκείνη και για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια -την τύφλωσε η λάμψη- κι ο Ανδρέας της χαμογέλασε για να την καθησυχάσει και την έπιασε τρυφερά από τη μέση. Με χαμόγελο απομακρύνθηκαν και η Λήδα έμεινε να τους κοιτάζει σχεδόν ευτυχισμένη.

Το βράδυ είχαν κανονίσει να βρεθούν με το Σταύρο. Θα έπαιρναν και την Έρη για μία βόλτα στους φανούς, θα άναβαν όλοι εκείνο το βράδυ. Κι εκεί που δεν το περίμεναν και γκρίνιαζε η Έρη, που θα έμενε πάλι χωρίς συνοδό -ο κύριος Νικολάου ήταν τελικά πολύ …σοβαρός για τα γούστα της- εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους ο Ορέστης.
- Θα έχανα εγώ το γλέντι, τους είπε με το γνωστό κέφι του και η Έρη ξέχασε αμέσως το λόγο της γκρίνιας της.
Άλλωστε, ήταν μια μέρα γιορτινή, δεν ταίριαζαν οι γκρίνιες σ’ αυτή τη μέρα. Και αποφάσισαν να μπλεχτούν κι εκείνοι στη γιορτή και στο γλέντι.
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά, όταν βγήκαν στο δρόμο. Το βράδυ ήταν γλυκό και φωτεινό κι ίσως να ‘φταιγαν γι’ αυτό και οι φωτιές στους δρόμους ή τα αμέτρητα αστέρια που στόλισαν, ξαφνικά θαρρείς, τον ουρανό του Φλεβάρη. Ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο και κάρβουνο και από κάθε γειτονιά ακούγονταν μουσικές και τραγούδια. Απ’ όποιον φανό κι αν περνούσαν, τους κερνούσαν κρασί και λαχταριστούς μεζέδες κι ο κόσμος ήταν χαρούμενος. Ξένοιαστος. Ήταν μέρα γιορτής. Τα μικρά και μεγάλα προβλήματα είχαν μείνει στην άκρη κι ο κόσμος απλά γλεντούσε. Είχαν ακόμη ώρες μέχρι τ’ άλλο πρωί. Στη γειτονιά της …λιποθυμίας της συνάντησαν πάλι τον Ανδρέα. Μάλλον ήταν γραμμένο να τον συναντάει πάντα εκεί. Μαζί με τη γυναίκα του αυτή τη φορά. Την έπιανε τρυφερά από τη μέση, έπιναν από ένα ποτήρι γλυκό κρασί και κοιταζόντουσαν με χαμόγελο. Στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού η Λήδα είδε το χρυσό δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι που εκείνη είχε ξεθάψει από τις ρίζες της μεγάλης, γέρικης αμυγδαλιάς. Δε γινόταν να το παραβλέψει. Ήταν τόση η λάμψη του, τύφλωνε τον κόσμο! Την είδαν κι εκείνοι και τη χαιρέτησαν με χαμόγελο. Δύο αστραφτερά χαμόγελα, ικανά να φωτίσουν όλη την υπόλοιπη ζωή της. Τους ανταπέδωσε με κέφι.
- Πάμε να χορέψουμε, την ξεσήκωσε ο Σταύρος και την τράβηξε στον πολύχρωμο κύκλο γύρω από τη φωτιά.
Κι έτσι όπως χόρευαν, της φάνηκε πως γύριζε πάλι πίσω. Πάλι σ’ εκείνη την άλλη της ζωή, σ’ εκείνο τον άλλο, μαγικό κόσμο. Και της φάνηκε πως χόρευαν εκεί μαζί της, γύρω από τη φωτιά όλοι, η οικογένεια του τότε και η οικογένεια του τώρα, η κυρά-Σεβαστή κι ο θείος Νικήτας κι οι μικροί της μαθητές του τότε και του τώρα κι ένας ψηλός, γεροδεμένος νεαρός αξιωματικός με λαμπερά γαλάζια μάτια ο Ανδρέας, δίπλα στον άλλο Ανδρέα και τη γυναίκα του, στον Ανδρέα του τώρα και του σήμερα. Κι η πόλη άρχισε ξαφνικά ν’ αλλάζει μορφή και χρώμα, γέμισαν τα μπαλκόνια γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια και μια υπέροχη μυρωδιά απ’ τις ανθισμένες αμυγδαλιές απλώθηκε στον αέρα. Τι κι αν ήταν σε μια πόλη χωρίς ιστορία; Θα έγραφε εκείνη την ιστορία της, είχε μπόλικη μελάνη και όλη τη ζωή μπροστά της.
Ένα αστέρι έσκισε ξαφνικά τον ουρανό, γλιστρώντας στο στερέωμα, αφήνοντας στο διάβα του μία λεπτή, χρυσή γραμμή. Η Λήδα χαμογέλασε.
- Στο καλό, αστέρι μου, το ξεπροβόδισε χαμηλόφωνα. Και να πας, με το καλό, τις ευχές μας στο Θεό. Εγώ δεν έχω ευχή να σου δώσω να ταξιδέψεις. Έκανα πια πραγματικότητα κάθε όνειρό μου.
Δε χρειαζόταν πια ευχές και πεφταστέρια για να γίνουν τα όνειρά της πραγματικότητα. Κρατούσε σφιχτά το χέρι του Σταύρου με όλους τους αγαπημένους της στον ορίζοντα του βλέμματος της, οι μουσικοί έπαιζαν ένα γρήγορο, χαρούμενο τραγούδι κι η πόλη όλη έλαμπε στο φως της νύχτας. Δε χρειαζόταν τίποτα άλλο για να είναι ευτυχισμένη. Είχε τα 25 της χρόνια, την αγάπη μπροστά στα μάτια της και τη ζωή της όλη στα χέρια της.

ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Μόλις τ’ αδέρφια της Κατερίνας επέστρεψαν από την Αμερική στη μικρή τους Κοζάνη, έβαλαν πρώτη τους προτεραιότητα να παντρέψουν τη μικρή τους αδερφή. Τα χρόνια είχαν για όλους πια περάσει κι η Κατερίνα ήταν ήδη 19 χρόνων, ολόκληρη γυναίκα, μικρότερες της κι είχαν και παιδιά, έπρεπε κι εκείνοι να φροντίσουν, τώρα που είχαν επιστρέψει, για την αποκατάστασή της. Ο πατέρας είχε από χρόνια πεθάνει, οπότε είχαν απομείνει αυτοί μόνοι προστάτες για τις γυναίκες της οικογένειας, τη μάνα τους και την αδελφή τους. Αυτοί έπρεπε να νοιαστούν για το μέλλον και μετά θα κανόνιζαν και τη δική τους ζωή. Μα πρώτα θα ‘καναν το χρέος τους σαν αδέλφια. Έτσι δεν είχαν κάνει και τότε, πριν φύγουν και με τη μεγάλη τους αδελφή; Τι κι αν ήταν από άλλο πατέρα κι αν τη μεγάλωσε η οικογένεια του πατέρα της; Αυτοί αδελφή τους την υπολόγιζαν πάντα και καμιά διάκριση δεν έκαναν ποτέ ανάμεσα στα δυο κορίτσια. Πρόβλημα προίκας δεν υπήρχε, δούλεψαν σκληρά τόσα χρόνια στα ξένα και κατάφεραν να κάνουν καλή σειρά κι η αδερφή τους, εκτός από όμορφη, ήταν και χρυσοχέρα. Φωτιές έπιανε ο αργαλειός, όταν καθόταν κι έκανε αριστουργήματα. Γράμματα δεν ήξερε, δεν είχε πάει ποτέ σχολείο, ούτε η μητέρα της ήξερε γραφή κι ανάγνωση για να της μάθει τα βασικά, μα αυτό, τα χρόνια εκείνα, δεν είχε καμία απολύτως σημασία, τα κορίτσια των καλών και ευκατάστατων οικογενειών σπάνια μάθαιναν γράμματα. Η προίκα και η προκοπή έπαιζαν μεγαλύτερο ρόλο.
Έκατσαν λοιπόν τ’ αδέρφια, το συζήτησαν μεταξύ τους, τα ‘παν και με τη μητέρα τους κι αποφάσισαν πως έτσι έπρεπε να κάνουν. Τα προξενιά είχαν ήδη αρχίσει να καταφτάνουν στο σπιτικό τους, αμέσως μόλις μαθεύτηκε η είδηση της επιστροφής τους -τότε οι άνδρες πρώτα έπαιρναν την άδεια του πατέρα και των αδελφών και μετά της αγαπημένης τους- μα δε θα έδιναν την αδερφή τους στον πρώτο τυχόντα. Ήταν ευαίσθητη η αδερφή τους και καλομαθημένη, χρυσοχέρα σίγουρα και πανέμορφη. Ο γαμπρός έπρεπε να ‘ναι ισάξιός της. Θα έπαιρνε μεγάλη προίκα κι έπρεπε να ‘ναι προσεχτικοί, ίσως κάποιοι να τους πλησίαζαν γι’ αυτό και μόνο, άνδρες ανάξιοί της που δε θα τιμούσαν ούτε εκείνη, ούτε την οικογένεια της. Δεν τους ένοιαζε αν θα ήταν πλούσιος. Μπορούσαν να τον βοηθήσουν εκείνοι να κάνει μια αρχή κι έπειτα, αν ήταν άξιος, θα τα κατάφερνε και μόνος. Τίμιος κι εργατικός ήθελαν μόνο να ‘ναι, αξιοπρεπής, να προσέχει και να σέβεται την αδελφή και την οικογένεια τους.
Μορφωμένοι δεν ήταν, σχολείο είχαν πάει μόνο για τα βασικά, μα είχαν δει πολλά κι είχαν μάθει πολλά στα ταξίδια τους και θυμήθηκαν πως οι καλές οικογένειες, εκεί στα ξένα που για χρόνια περπατούσαν, πάντα ρωτούσαν τη γνώμη της γυναίκας για τον υποψήφιο σύζυγό της. Άλλωστε, ήταν σίγουροι πως η αδερφή τους δε θα παντρευόταν ποτέ κάποιον που εκείνη δε θα ενέκρινε, ό,τι και αν έκαναν κι ό,τι κι αν έλεγαν τ’ αδέλφια της για να την πείσουν. Ήταν πεισματάρα. Σαν εκείνους. Και για κανένα λόγο δεν ήθελαν να τη στεναχωρήσουν.
Ανακοίνωσαν λοιπόν τις αποφάσεις τους και στην Κατερίνα και συμφώνησε κι εκείνη μαζί τους -όχι δηλαδή πως είχε και πολλές δυνατότητες για το αντίθετο, μα ήταν αλλιώς τα χρόνια τότε κι ήταν ήδη 19 χρόνων- ειδικά με την απόφασή τους να δει και να εγκρίνει κι εκείνη τον υποψήφιο σύζυγό της. Ήταν νεωτερισμός αυτό για την εποχή κι η Κατερίνα ήθελε πάντα να ξεχωρίζει.
Το Γιάννη τον είδαν με ιδιαίτερη συμπάθεια, όταν τους έφερε το προξενιό, προξενητής που τα χρόνια που πέρασαν ξέχασαν να σημειώσουν κάπου τ’ όνομά του. Ήταν από πολύ καλή οικογένεια, ωραίος άνδρας και νοικοκύρης. Τρεις αδελφές ολομόναχος είχε παντρέψει κι είχε καλοπροικίσει και τις τρεις και μόνος του, αυτός κι η μάνα του, έφερνε σε σειρά το ταμπακαριό του πατέρα του κι οι ταμπάκηδες τα χρόνια εκείνα είχαν πολύ δουλειά. Σκληρή δουλειά. Ήξερε και γράμματα, μπορεί να είχε πάει μόνο μέχρι την τετάρτη δημοτικού, μα μπροστά στ’ αδέλφια της, που ήξεραν μόνο όσα τους χρειαζόταν, δηλαδή ελάχιστα, θεωρούνταν τουλάχιστον πανεπιστήμονας. Ο πατέρας του είχε φύγει κι εκείνος νωρίς κι άφησε στους ώμους του μοναχογιού του πολλά βάρη, αδελφές πολλές, μα πάντα είχε πολλές αδελφές αυτή η οικογένεια. Και πριν και μετά. Ο Γιάννης ήταν τότε 25 ετών, μεγαλύτερος δηλαδή από την αδελφή τους, μα έτσι ήταν καλύτερα. Τι θα της έδιναν δηλαδή; Κανένα νεαρό με τα μυαλά ακόμα πάνω απ’ το κεφάλι;
Μόνο ένα τους απασχολούσε. Η μάνα του, η κυρά-Λίνα. Κατερίνα δηλαδή, σαν την αδελφή τους, μα όλες τις Κατερίνες τα χρόνια εκείνα στην Κοζάνη τις φώναζαν Λίνες και υπήρχαν και τότε και τώρα πολλές με τ’ όνομά αυτό στην πόλη. Ήταν θεριό γυναίκα, είχε μεγαλώσει τόσα παιδιά, θυγατέρες όλες κι ένα μόνο γιο και την κόρη του άνδρα της από τον πρώτο του γάμο κι όταν εκείνος πέθανε, δεν κλείστηκε στο σπίτι να κλαίει και να χτυπιέται. Τον τίμησε κατά πως έπρεπε κι ύστερα ανέλαβε με το γιο της το ταμπακαριό κι ήταν πιο άνδρας κι από τους άνδρες. Άξια γυναίκα. Μόνο που να, είχε ένα «μικρό» ελάττωμα: Μεγάλο στόμα. Οι κουτσομπόλες της γειτονιάς ήταν σίγουρες πως θα μάλωνε με όποια νύφη κι αν έπαιρνε κι όσο νάχτι κι αν τους έδινε, η αναγκαστική συγκατοίκησή τους θα δημιουργούσε προστριβές, πάντα δημιουργεί σ’ εκείνον και σ’ όλους τους αιώνες και θα έδινε πολλές αφορμές για καβγάδες και φυσικά δε θ’ άφηνε ποτέ το γιο της να πάει σώγαμπρος, ακόμα και παλάτι να του ‘διναν οι συμπέθεροι. Αυτό τότε ήταν τουλάχιστον ντροπή και μόνο οι χωριάτες το συνήθιζαν, μα αυτοί ήταν φτωχοί και πάντα είχαν ελάχιστα. Στους Κοζανίτες το πατρικό σπίτι έμενε πάντα στο γιο. Χωρίς χαρτιά κι υπογραφές. Άγραφη συμφωνία, πιο δυνατή και από το νόμο.
Κάπως έτσι τα τρία αδέλφια (τη γνώμη του τέταρτου του Ηλία, δεν τη ζήτησαν, μα ο Ηλίας ήταν τότε ακόμα μικρός, πιο μικρός κι από την αδελφή τους, τι γνώμη να του ζητήσουν;) κατέληξαν σε τρεις υποψήφιους γαμπρούς από τους πολλούς που είχαν κατακλύσει το σπίτι και τη γειτονιά τους στους Αγίους Αναργύρους από κάτω, το ψηλό, διώροφο αρχοντικό (ένα από τα ελάχιστα αρχοντικά της Κοζάνης που σώζεται μέχρι σήμερα, μάλλον από τύχη ή κι από άγνοια, έστω και ερειπωμένο). Βέβαια, κανέναν από τους τρεις δεν είχε δει η αδελφή τους, ούτε την είχαν δει ποτέ εκείνοι, μα είχαν ακούσει για την ομορφιά και την προκοπή της, ίσως και για τη μεγάλη προίκα που τ’ αδέλφια της της έδιναν και καθώς ήταν όλοι σε ηλικία γάμου και χωρίς άλλες υποχρεώσεις, ανέθεσαν σε σοβαρούς προξενητάδες να τη ζητήσουν για χάρη τους. Φυσικά εκείνη θ’ αποφάσιζε ποιον απ’ τους τρεις θα έπαιρνε κι επειδή κάπως έπρεπε να τους δει, τους κάλεσαν στο σπίτι να τους κάνουν το τραπέζι. Έστρωσαν στην αυλή, ήρθαν οι καλεσμένοι, κάθισαν, έφαγαν, ήπιαν κι η Κατερίνα από το πάνω παράθυρο παρακολουθούσε. Τα κορίτσια τότε, όταν τ’ αδέλφια τους είχαν καλεσμένους, δεν εμφανιζόταν ποτέ. Καθόταν πάντα πίσω απ’ το παράθυρο με κλειστή την κουρτίνα. Δεν ήταν πρέπον να τους ρίχνουν λάγνα βλέμματα οι άνδρες. Στο τέλος της βραδιάς έπιασαν και το τραγούδι και τ’ αδέλφια, χωρίς να τους προσέξουν οι καλεσμένοι, ανέβηκαν βιαστικά στην κάμαρη της αδελφής τους να τη ρωτήσουν τι αποφάσισε, ποιον από τους τρεις προτιμάει. Κι εκείνη τους είπε.
- Τον ψηλό, με το μουστάκι!
Κι έδειξε το Γιάννη. Κάπως έτσι έδωσαν το λόγο για το γάμο.
Εκείνα τα χρόνια οι αρραβώνες δεν ανακοινώνονταν αμέσως. Έπρεπε πρώτα να κανονιστούν κάποια πράγματα, τα της προίκας συνήθως και καμιά φορά πάνω στην προίκα οι αρραβώνες διαλύονταν κι ένας διαλυμένος αρραβώνας, τα χρόνια εκείνα, ήταν σφάλμα και όνειδος για μια κοπέλα κι ας μην έφταιγε εκείνη, δεν ήταν ανάγκη να το μάθει όλος ο κόσμος πριν να είναι κι εκείνοι σίγουροι. Τα συζήτησαν αυτά με το Γιάννη και τη μάνα του κι ενώ εκείνος άλλα τους είπε μπροστά της, ήρθε ξανά μετά, μόνος και τους είπε ότι δεν ήθελε τίποτα απ’ όσα η μάνα του ζητούσε, αυτά ήταν δικά της λόγια, μα έπρεπε μπροστά της από σεβασμό να συμφωνήσει, αυτός μόνο την αδελφή τους ήθελε, τίποτα παραπάνω, είχε μάθει για την ομορφιά και την προκοπή της, γι’ αυτό και τη ζητούσε με όλη του την καρδιά. Τη μέρα που την είχε δει τυχαία στην εκκλησία με τη μητέρα της και θαμπώθηκε από την ομορφιά της και το φωτεινό, πράσινο βλέμμα των ματιών της, παρέλειψε να την αναφέρει. Και τα τρία αδέλφια, επειδή εκτίμησαν την ευθύτητα και την ειλικρίνεια των λόγων του, του έδωσαν τα διπλά απ’ όσα του ‘χαν τάξει, προικιά διπλά και τρίδιπλα και 80 ολόκληρες λίρες κι ας έλεγαν στην αρχή 50 μόνο. Αυτές ο Γιάννης τις κράτησε χωριστά για να της δώσει μετά στις κόρες του, απέκτησε κι εκείνος πολλές κόρες, όπως και τα παιδιά και τα εγγόνια και τα δισέγγονά του κι έτσι τίμια τις μοίρασε στο τέλος.
Ώσπου ένα μεσημέρι ο Γιάννης κι η παρέα του, επιστρέφοντας μαζί με τα όργανα από ένα τσιμπούσι, κάπου στο Άι-Δημήτρη μάλλον ή στον Άι-Θανάση, που ήταν κι ο προστάτης των ταμπάκηδων, βρέθηκαν κάτω από το σπίτι της Κατερίνας. Οι φίλοι του ήξεραν για το λόγο που ο Γιάννης είχε δώσει, μα σαν πραγματικοί φίλοι το κρατούσαν κι εκείνοι μυστικό κι απ’ τις μανάδες τους ακόμα. Κι επειδή ήταν όλοι λίγο ζαλισμένοι απ’ το γλυκό κρασί, τον τράβηξαν με τρόπο από ‘κείνο το δρόμο. Και κάτω από το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, έδωσαν εντολή οι φίλοι στα όργανα να παίξουν κι έστρωσαν τις κάπες τους χάμω να χορέψει πάνω ο φίλος τους. Τραντάχτηκε όλη η αρχαία γειτονιά απ’ τα τραγούδια και βγήκαν όλοι στις πόρτες και στα παράθυρα να δουν τι συμβαίνει, ποιος σπουδαίος περνάει και παίζουν τα όργανα. Και τότε βγήκε με το κρασί κι ο μεγάλος αδελφός της Κατερίνας, ο Γιώργης, ο προστάτης της οικογένειας τώρα που ο πατέρας είχε πια πεθάνει, να κεράσει το γαμπρό και τους φίλους του κι ανακοίνωσε στον κόσμο όλο τον αρραβώνα της αδελφής του.
Κάπως έτσι, διηγούνται, ότι έγινε το προξενιό κι ο αρραβώνας του παππού και της γιαγιάς μου, πολλά χρόνια πριν, τότε που ο 20ος αιώνας ήταν ακόμη νέος, σχεδόν έφηβος. Ο γάμος τους ήταν ευλογημένος κι ας πέρασαν φουρτούνες. Απέκτησαν εφτά παιδιά, τρεις γιους και τέσσερις θυγατέρες, πάντα περισσότερα τα κορίτσια από τ’ αγόρια σ’ αυτή την οικογένεια κι ο παππούς μοίρασε αργότερα ακριβοδίκαια τις 80 λίρες στις κόρες του, έτσι όπως είχε υποσχεθεί, όταν εκείνος αρραβωνιάζονταν, στο προαίσθημά του για τα παιδιά που θα ‘ρθουν. Κι άφησε την ανάμνηση του ζωντανή στα παιδιά και στα εγγόνια και στα δισέγγονα του, ακόμη και σ’ εκείνα που δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν, μα φροντίζει να μας επισκέπτεται συχνά στα όνειρά μας και να μας εμψυχώνει. Να μας δείχνει το δρόμο μ’ ένα χαμόγελο. Την ιστορία, ξέρετε, δεν τη γράφουν οι ιστορικοί, ούτε οι καθηγητές του πανεπιστημίου. Την ιστορία τη γράφουν οι απλοί άνθρωποι. Κι αυτή η ιστορία, η ιστορία των απλών ανθρώπων, αξίζει περισσότερο κι από το ακριβέστερο ιστορικό μυθιστόρημα. Γιατί είναι η ζωή μας η ίδια. Αυτή την ιστορία πρέπει να φυλάξουμε. Για ένα πιο σταθερό βήμα προς το μέλλον και την προσωπική αυτογνωσία.

Κοζάνη, Ιανουάριος 2006