Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

ΙΝΔΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ

Όταν ο Ήφαιστος, ο πλάστης του σύμπαντος ηθέλησε να πλάση την γυναίκα, παρετήρησεν ότι είχε μεταχειρισθή όλα τα υλικά τα οποία διέθεται διά την κατασκευήν του ανδρός. Έλαβε τότε τας πτυχάς του όφεος, την αναρριχητικήν δύναμιν της περιπλοκάδος, το τρεμούλιασμα του φυτού, την ορμήν της καλαμιάς, το χνούδι του άνθους, την ελαφρότητα του φύλλου, το βλέμμα της δοράκαδος, την φαιδρότητα της ηλιακής ακτίνος, τα δάκρυα των νεφών, την αστάθειαν του ανέμου, την γλυκύτητα του γέλωτα, την σκληρότητα της τίγρεως, το πυρ της διακαυμένης ζώνης, το μούδιασμα του πάγου και την φλυαρίαν της κίσσης, και διά του συνδυασμού των στοιχείων αυτών έπλασε το εξαισιώτερον των δημιουργημάτων του την ΓΥΝΑΙΚΑ.

(Πηγή: ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Κοζάνης, 1/1/1921, αρ. φ. 519, σελ. 2.)

Ο ΧΡΟΝΟΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ο χρόνος
Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα Νομού Κοζάνης
27.10.1980
Ιδρυτής, εκδότης & διευθυντής: Νίκος Κωσταρέλλας

Το πρώτο φύλλο του ΧΡΟΝΟΥ κυκλοφόρησε στις 27 Οκτωβρίου 1980, ως εβδομαδιαία αρχικά, δευτεριάτικη εφημερίδα. Δημιουργός, εκδότης και διευθυντής της ο νεαρός τότε δημοσιογράφος Νίκος Κωσταρέλλας, ο οποίος με πάθος ξεκινάει την έκδοση της εφημερίδας του σ’ έναν τόπο με πλούσιο εφημεριδιακό παρελθόν, αλλά ελλιπές παρόν, αφού την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν στην Κοζάνη μόνο δύο τοπικές εφημερίδες, το ημερήσιο ΘΑΡΡΟΣ και η εβδομαδιαία ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
Όπως αναφέρεται στο εναρκτήριο άρθρο του πρώτου φύλλου προς τους αναγνώστες, με το χαρακτηριστικό τίτλο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΤΙΜΗΣ, στόχος της νέας έκδοσης είναι η καινούργια εφημερίδα να γίνει πραγματικά χρήσιμη στον τόπο, «σ’ αυτόν τον τόπο με τα τόσα προβλήματα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει. Μέσα από τα φύλλα της υπόσχονται πως θα αγωνιστούν για την εκπλήρωση του αιτήματος του κάθε πολίτη του νομού Κοζάνης για αντικειμενική και ολοκληρωμένη πληροφόρηση, χωρίς καμία πολιτική εξάρτηση και με τη συμπαράσταση όλου του λαού της Κοζάνης. Στόχος τους η αντικειμενική πληροφόρηση, η ενημέρωση και η προβολή των τοπικών ζητημάτων και συμφερόντων υπεύθυνα, αδέσμευτα και ακομμάτιστα.
Η ύλη της αποτελείται από ποικίλα θέματα της τοπικής και πανελλήνιας ειδησεογραφίας, με ιδιαίτερη έμφαση στα τοπικά γεγονότα πολιτικού, πολιτιστικού, δικαστικού και αστυνομικού, οικονομικού και αθλητικού ενδιαφέροντος. Τις σελίδες της καλύπτουν και διάφορα άρθρα με θέματα από την ιστορία και τη λαογραφία της Κοζάνης, ενώ είναι η πρώτη τοπική εφημερίδα, που δημοσιεύσει γελοιογραφίες με αφορμή γεγονότα της καθημερινής ζωής της Κοζάνης, όπως π.χ. η κυκλοφορία του πρώτου φύλλου του ΧΡΟΝΟΥ. Η μορφή, τα περιεχόμενα και η διάταξη της ύλης ακολουθεί τη μορφή και τη φόρμα όλων των τοπικών εφημερίδων, χωρίς ονόματα συνεργατών ή συντακτών, που «εκτίθενται» απλά υπογράφοντας τα κείμενα τους. Τακτικός χρονογράφος της εφημερίδας, την πρώτη εποχή της είναι ο Κοζανίτης γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Μπέσας, γνωστός από ποικίλες δημοσιεύσεις στον τοπικό Τύπο. Θέση κατέχουν και οι πάντα απαραίτητες διαφημίσεις και αγγελίες και διάφορες άλλες πληρωμένες δημοσιεύσεις.
Με εβδομαδιαία περιοδικότητα και με τάση συνεχούς βελτίωσης Ο ΧΡΟΝΟΣ συνεχίζει την έκδοση του για τα επόμενα δέκα χρόνια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1990 (4/9), όταν μετατρέπεται σε ημερήσια, μία απόφαση που είχε από καιρό ανακοινώσει με σύντομες δημοσιεύσεις στην πρώτη σελίδα κάθε φύλλου. Η εφημερίδα κυκλοφορεί πλέον κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή, με ειδική κυριακάτικη έκδοση με τα σημαντικότερα θέματα της εβδομάδας και υπόσχεται πως και με τη νέα της μορφή θα συνεχίσει να είναι το ίδιο μαχητική όπως και πρώτα.
Κατά την πρώτη δεκαετία της έκδοσης του Ο ΧΡΟΝΟΣ διοργανώνει και τρεις λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, που ανακοινώνονται και προβάλλονται μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας. Είναι η πρώτη -και μάλλον η μόνη- τοπική εφημερίδα, που πάντα βάσιζε μέρος της ύλης της σε ανθρώπους, αναγνώστες και φίλους, που θέλουν να την ενημερώσουν με διάφορα αυτοσχέδια ρεπορτάζ για γεγονότα που έλαβαν χώρα εκτός Κοζάνης ή εντός των τειχών και που οι δημοσιογράφοι δεν πρόλαβαν να καταγράψουν. Στην κυριακάτικη επίσης έκδοση θέση κατέχει σε κάθε φύλλο και η κριτική νέων βιβλίων από τον κύριο Ευάγγελο Ντάγκα.
Στα 30 χρόνια της κυκλοφορίας του Ο ΧΡΟΝΟΣ πέτυχε να είναι ένα ελεύθερο βήμα εκφράσεως και διαλόγου, μία εφημερίδα με δημοκρατικές και δημοσιογραφικές αρχές και με προσφορά στις εξελίξεις του τόπου και στη διατήρηση των δεσμών των αποδήμων με τον τόπο τους, μαχητική στις διεκδικήσεις της και ένα σοβαρό όργανο ανεξάρτητης πληροφόρησης και ενημέρωσης για τους δυτικομακεδόνες, εντός και εκτός της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Κοζάνη, Ιούνιος 2010


ΠΗΓΕΣ:
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ: Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Μανώλη Κανδυλάκη. Οι εφημερίδες του νομού Κοζάνης. Ο ΤΥΠΟΣ, Ιούλιος 2000, αρ.τ. 122, σελ. 13-30.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ΤΑ ΛΟΥΠΕΡΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ & Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ας αγαπούμε... κι ο καιρός γρήγορα διαβαίνει... ημέρα δίχως έρωτα, είναι πικρή, χαμένη.
ΔΑΝΤΗΣ

Μια δυτική παράδοση αφηγείται ότι τον 3ο μ.Χ. αιώνα ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος Κλαύδιος ο Β΄, ο επονομαζόμενος Γοτθικός, από τους συνεχείς κι ανηλεείς πολέμους του εναντίον των ανυπότακτων φυλών των Γότθων, απαγόρεψε τους γάμους των νεαρών υπηκόων του, ώστε καμία δέσμευση να μην κρατά τους στρατιώτες του μακριά από το πεδίο της μάχης. Ένας χριστιανός παπάς στη Ρώμη, ο Βαλεντίνος, αψηφώντας την απαγόρευση του αυτοκράτορα, αλλά και τους διωγμούς που υφίσταντο την εποχή εκείνη οι χριστιανοί, άρχισε να παντρεύει κρυφά τα ερωτευμένα ζευγάρια. Η φήμη του σιγά-σιγά εξαπλωνόταν στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κι όλοι οι νέοι έσπευδαν στη Ρώμη και στο φίλο των ερωτευμένων, όπως τον αποκαλούσαν, για να παντρευτούν. Ώσπου αναπόφευκτα το έμαθε κι ο Κλαύδιος, που διέταξε να συλληφθεί και να φυλακιστεί ο αντιδραστικός ιερέας. Όταν εκείνος αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και ν’ απαρνηθεί τις ιδέες και τα πιστεύω του καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό κι αποκεφαλισμό. Εκτελέστηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 270 μ.Χ., την ίδια χρονιά που πέθανε από λοιμό κι ο αυτοκράτορας Κλαύδιος. Ο δεύτερος έμεινε στην ιστορία για τους πολέμους του εναντίον των βόρειων βαρβαρικών λαών και τους διωγμούς των χριστιανών. Ο πρώτος σαν προστάτης του έρωτα και της αγάπης. Μερικές δεκαετίες αργότερα η Καθολική Εκκλησία ανακήρυξε το Βαλεντίνο άγιο -τα λείψανά του φυλάσσονται σήμερα στην Ιταλία και στην Ιρλανδία- και καθιέρωσε τη γιορτή του την ημέρα του θανάτου του, στις 14 Φεβρουαρίου, βρίσκοντας στο πρόσωπό του τον ιδανικό εκφραστή και προστάτη του έρωτα και της αγάπης.

ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ

Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, που καθιερώθηκε από τη Δυτική Εκκλησία για τις 14 του Φλεβάρη, αντικατέστησε ένα αρχαιότατο παγανιστικό έθιμο, που τελούνταν στη Ρώμη για περισσότερα από 800 χρόνια. Τα Λουπερκάλια, την αρχαιότερη όλων των ρωμαϊκών εορτών, που κι αυτή έχει σχέση με τη γονιμότητα και την εκλογή συντρόφου. Πιθανότατα η αντικατάσταση της γιορτής αυτής με τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου να έδωσε στον άγιο το μετέπειτα χαρακτηρισμό του ως προστάτη των ερωτευμένων, αφού η συνήθεια των πρώτων χριστιανικών χρόνων να αντικαθιστούνται οι διάφορες παγανιστικές λατρείες με άλλες χριστιανικές, κληροδότησε σ’ αυτές, πολλές από τις ειδωλολατρικές συνήθειες, που με το πέρασμα των αιώνων αφομοιώθηκαν και ταυτίστηκαν με τις γιορτές της νέας θρησκείας.
Τα Λουπερκάλια γιορτάζονταν κάθε χρόνο στις 15 Φεβρουαρίου προς τιμήν του Φαύνου ή Λούπερκου, μίας πρωτόγονης θεότητας που προστάτευε τα κοπάδια από τους λύκους κι ευλογούσε την γονιμότητα και την αφθονία των ζώων. Το όνομα Λούπερκος το πήρε από τη λατινική λέξη lupus που σημαίνει λύκος και την ιδιότητα του ως προστάτης των κοπαδιών. Ο Φαύνος, που αργότερα ταυτίστηκε με τον Έλληνα Πάνα, ήταν, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή μυθολογία, πατέρας του Λατίνου, του μυθικού γενάρχη των Ρωμαίων. Η ύπαρξη του θεού αυτού αμφισβητείται έντονα, καθώς καμία σαφής περιγραφή ή απεικόνισή του δεν έχει διασωθεί. Μόνο ο Ρωμαίος ιστορικός Ιουστίνος περιγράφει κάποιο χάλκινο άγαλμα του Φαύνου στο σπήλαιο Λούπερκαλ της Ρώμης, που παρουσίαζε το θεό γενειοφόρο και ντυμένο με δέρματα ζώων από τη μέση και πάνω.
Τα Λουπερκάλια ήταν αρχικά ποιμενική γιορτή, που τελούσαν οι βοσκοί στα βουνά για τη γονιμότητα και την αφθονία των ζώων τους. Στη συνέχεια, όμως, απέκτησαν και καθαρτήριο χαρακτήρα και τελούνταν με στόχο τη γονιμότητα της γης και των ανθρώπων.
Στη Ρώμη η γιορτή γινόταν κάθε χρόνο στο σπήλαιο Λούπερκαλ του Παλατίνου λόφου εκεί όπου, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή μυθολογία, ανατράφηκαν από μία λύκαινα ο Ρώμος κι ο Ρωμύλος κι εκεί όπου βρισκόταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιουστίνου, το χάλκινο άγαλμα του θεού. Οι γιορτές, που διεξάγονταν υπό την εποπτεία ενός σωματείου ιερέων, των Λούπερκων, ξεκινούσαν με τις θυσίες κατσικιών και σκύλων για την προστασία των κοπαδιών. Στη συνέχεια δύο από τους Λούπερκους οδηγούνταν στο βωμό. Εκεί τους έβαφαν τα μέτωπα μ’ ένα ματωμένο μαχαίρι και τους σκούπιζαν με μαλλί βουτηγμένο σε γάλα, συνήθεια ελληνική. Στο τέλος των τελετουργιών δύο ομάδες Λούπερκων ή ίσως δύο από τους ιερείς, με μαστίγια φτιαγμένα από τα δέρματα των θυσιασθέντων ζώων, έτρεχαν γύρω από τα τείχη της παλιάς πόλης του Παλατίνου λόφου και χτυπούσαν όποιον συναντούσαν στο δρόμο τους, ιδιαίτερα τις γυναίκες, για να τους μεταδώσουν γονιμότητα. Ο δρόμος που έκαναν αποτελούσε μίμηση της καταδίωξης των κλεφτών ζώων από το Ρώμο και το Ρωμύλο, οι οποίοι και καθιέρωσαν τα Λουπερκάλια. Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση τα Λουκερκάλια καθιερώθηκαν από τον Εύανδρο, ένα μυθικό θεό από τον κύκλο του Πανός, ο οποίος μετοίκησε στην Ιταλία από την Ελλάδα και εκεί καθιέρωσε τη λατρεία του Φαύνου και τις γιορτές της γονιμότητας.
Στις τελετουργίες της γονιμότητας συμπεριλαμβανόταν και η εκλογή συντρόφου. Αυτή γινόταν με την τοποθέτηση των ονομάτων των ελεύθερων γυναικών σ’ ένα κουτί, από το οποίο οι άνδρες τραβούσαν στην τύχη ένα όνομα που αντιστοιχούσε στο μελλοντικό τους ταίρι! Η παράδοση αυτή συνηθιζόταν μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα στις αγροτικές περιοχές της Αγγλίας και ιδιαίτερα στη Σκωτία, όπου το έθιμο αυτό αναβίωνε κάθε χρόνο στις 14 Φεβρουαρίου.
Τα Λουπερκάλια διατηρήθηκαν μέχρι και το 494 μ.Χ., οπότε και καταργήθηκαν από τον πάπα Γελάσιο τον Α΄ και αντικαταστήθηκαν από τη χριστιανική γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου που κατάφερε, όμως, να διατηρήσει μέσα στους αιώνες τις αρχαίες ρίζες της και να θεωρείται σήμερα γιορτή των απανταχού ερωτευμένων.

ΔΩΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ & ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, ως γιορτή του έρωτα και της αγάπης, σύντομα εξαπλώθηκε από την Ιταλία στη Δυτική Ευρώπη και κατά το Μεσαίωνα άρχισε να γιορτάζεται στη Γαλλία και την Αγγλία. Αργότερα, ο εορτασμός επεκτάθηκε και στο Νέο Κόσμο, όπου από τις αρχές του περασμένου (20ου) αιώνα πήρε σιγά-σιγά εμπορικό χαρακτήρα. Σήμερα γιορτάζεται παγκοσμίως, ιδιαίτερα στην Αμερική, τη Βρετανία και τη Γαλλία και λιγότερο στις υπόλοιπες χώρες. Με τον καιρό η 14η Φεβρουαρίου καθιερώθηκε σαν τη μέρα που οι νέοι προσπαθούσαν να βρουν το ταίρι τους ή να φανερώσουν τα αισθήματα τους στη γυναίκα των ονείρων τους. Κι όπως σε κάθε γιορτή, έτσι και σ’ αυτή, συνηθίζεται η ανταλλαγή δώρων.
Κατά το 16ο αιώνα στην Αγγλία τα πιο συνηθισμένα δώρα, εκτός από τα κοσμήματα, ήταν ένα ζευγάρι γάντια που συμβόλιζαν την πίστη ή ένα ζεύγος κουταλιών που συμβόλιζαν την ερωτική έλξη! Βέβαια, ο πιο απλός τρόπος εκδήλωσης της αγάπης ήταν τα ερωτικά μηνύματα που αφήναν οι επίδοξοι εραστές στο γραμματοκιβώτιο της αγαπημένης τους. Και το πιο τρομερό για μια δεσποινίδα της εποχής σε ηλικία γάμου δεν ήταν να βρει το γραμματοκιβώτιο της άδειο, αλλά να το βρει γεμάτο από κοροϊδευτικά γράμματα που έστελναν όσοι είχαν απορριφθεί από την καρδιά της παραλήπτριας!
Στην Ιαπωνία το έθιμο θέλει τις γυναίκες μόνο να προσφέρουν δώρα στους άνδρες της ζωής και των ονείρων τους, οι οποίοι, όμως, πρέπει να τους τα ανταποδώσουν μέσα σ’ ένα μήνα το αργότερο, ενώ στην Αγγλία διαδεδομένη ήταν η αντίληψη ότι ο πρώτος ελεύθερος άνδρας που θα έβλεπε μια ανύπαντρη γυναίκα στις 14 Φεβρουαρίου θα γινόταν ο Βαλεντίνος της.
Στην Ταϊβάν και στην Ταϊλάνδη η ημέρα των ερωτευμένων είναι η 28η Αυγούστου, η 7η μέρα του 7ου μήνα σύμφωνα με το σεληνιακό ημερολόγιο. Τη μέρα εκείνη, στην πρωτεύουσα Ταϊπέι, τα ερωτευμένα ζευγάρια διασχίζουν τη Γέφυρα των ερωτευμένων για καλή τύχη.

Οι ευχετήριες κάρτες έκαναν την εμφάνιση τους τον 18ο αιώνα. Αρχικά ήταν χειροποίητες, ζωγραφισμένες με καρδιές, λουλούδια και ζωηρά χρώματα και διανθισμένες με ερωτικούς στίχους ή την ερωτική εξομολόγηση του αποστολέα. Αργότερα αρωματισμένες, διακοσμημένες με αποξηραμένα άνθη, κάποιες φορές με χιουμοριστική διάθεση, ενώ πολύ διαδεδομένες ήταν οι σέξι για την εποχή (18ος αι.) καρτούλες, που απεικόνιζαν έναν κύριο να φιλάει το χέρι μιας κυρίας. Σήμερα, πολυπρόσωπες και πολύχρωμες, σε απεριόριστη ποικιλία σχεδίων, ρομαντικές ή χιουμοριστικές, έντυπες και ηλεκτρονικές, ο καλύτερος και πιο εύληπτος τρόπος έκφρασης του έρωτα και της αγάπης. Λέγεται ότι την πρώτη κάρτα για τη γιορτή των ερωτευμένων την έστειλε στην αγαπημένη του μέσα από τη φυλακή, όπου κρατούνταν, ο δούκας της Ορλεάνης Κάρολος το 1415.

Από την Αγγλία ξεκίνησε και η ανταλλαγή ερωτικών μηνυμάτων για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου μέσω των εφημερίδων. Τέτοια έντυπα μηνύματα δημοσιεύονται κάθε χρόνο, όχι μόνο σε λαϊκές, αλλά και σε έγκυρες καθημερινές εφημερίδες, όπως οι TIMES του Λονδίνου κι είναι σήμερα μια αρκετά συνηθισμένη χειρονομία αγάπης τόσο στη Βόρεια Ευρώπη, όσο και στη Βόρεια Αμερική. Μία πρώτη προσπάθεια ανταλλαγής ερωτικών μηνυμάτων μέσω εφημερίδων στην Ελλάδα έκανε το ΕΘΝΟΣ το 1991 και το πλήθος, όσο και η πρωτοτυπία των ερωτικών μηνυμάτων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ & ΑΛΛΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΓΙΟΙ

Στην Ελλάδα ο δυτικός Άγιος Βαλεντίνος μπήκε στη ζωή μας τη δεκαετία του 1980 ως παγκόσμιος προστάτης των ερωτευμένων. Σήμερα είναι πανελληνίως γνωστός και ιδιαίτερα προβαλλόμενος από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης την ημέρα της γιορτής του. Υπάρχει, όμως, κι ένας ορθόδοξος άγιος, λιγότερο γνωστός από το δυτικό συνάδελφό του, που προστατεύει κι αυτός τον έρωτα και την αγάπη. Ο δικός μας Άγιος Υάκινθος πολύ μικρή σχέση έχει με το δυτικό Άγιο Βαλεντίνο. Θαλαμηπόλος στην αυλή του αυτοκράτορα Τραϊανού μαρτύρησε για την πίστη του, σε νεαρή ηλικία, δύο αιώνες πριν το Βαλεντίνο, το 98 μ.Χ. Η δική του γιορτή είναι καλοκαιρινή, στις 3 Ιουλίου και ο πρώτος ναός που χτίστηκε, αφιερωμένος αποκλειστικά σ’ εκείνον βρίσκεται στα Ανώγεια της Κρήτης, σε κάποια από τις πλαγιές του Ψηλορείτη, φτιαγμένος από πέτρα, κρυφός, γιατί κρυφά είναι και τα αισθήματα.
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, σε μία προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή των νέων προς την ορθόδοξη πίστη, πρότεινε στους ερωτευμένους να γιορτάζουν την αγάπη τους την προηγούμενη του Αγίου Βαλεντίνου, δηλαδή στις 13 Φεβρουαρίου, που η ορθόδοξη εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Ακύλα & Πρισκίλλης. Το αγαπημένο αυτό ζευγάρι ήταν σκηνοποιοί και ασπάστηκαν το χριστιανισμό, πιθανότατα όταν κατέφυγαν από τη Ρώμη στην Κόρινθο τον 1ο αιώνα μ.Χ. για ν’ αποφύγουν τους διωγμούς του αυτοκράτορα Κλαύδιου. Εκεί συνάντησαν πρώτη φορά και φιλοξένησαν τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος τους μνημονεύει σε τρεις επιτολές του και τον ακολούθησαν στην Έφεσο ως συνοδοί. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Ακύλας έγινε Επίσκοπος Ηρακλείας και μαρτύρησε για την πίστη του μαζί με τη σύζυγό του, ενώ κατ’ άλλους ερευνητές κοιμήθηκαν ειρηνικά. Στη μνήμη αυτού του αγαπημένου μέχρι το θάνατο ζευγαριού πρότεινε ο μακαριστός Χριστόδουλος να γιορτάζουν την αγάπη τους οι ερωτευμένοι.

Όμως οι ερωτευμένοι δε χρειάζονται γιορτές και ξεχωριστές ημέρες για να δείξουν και ν’ αποδείξουν την αγάπη τους. Ο Έρωτας, ούτως ή άλλως, είναι από μόνος του γιορτή και γιορτάζει μόνιμα και τις 365 μέρες του χρόνου, χωρίς να χρειάζεται κανέναν άγιο προστάτη. Μάλλον κάτι τέτοιο σκέφτηκαν κι οι αρχαίοι Έλληνες κι αφού ξεχώρισαν τον έρωτα από την αγάπη -η ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική ή ίσως μία από λίγες γλώσσες στον κόσμο που έχει άλλη λέξη για τον έρωτα κι άλλη για την αγάπη- έκαναν τον Έρωτα θεό, καρπό της παράνομης και παθιασμένης σχέσης της πανέμορφης Αφροδίτης με τον Άρη, το θεό του πολέμου, τρομερός και καταστροφικός ο Έρωτας σαν τον πόλεμο πατέρα του κι ίσως κι ακόμη πιο δυνατός, ικανός να ξεκινήσει και να θρέψει χίλιους δεκαετείς Τρωικούς πολέμους για τα μάτια μιας Ωραίας Ελένης. Ο Έρωτας δε γιορτάζει μόνο στις 14 του Φλεβάρη κι όχι γιατί είναι ενάντιο στην ορθόδοξη πίστη μας. Απλά γιατί είναι από μόνος του γιορτή και η καλύτερη αφορμή για να γιορτάζουμε τη ζωή και την αγάπη, τη συνέχεια μας την ίδια, το χρόνο ολόκληρο.

Κοζάνη, Φεβρουάριος 2010



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 Α. Αλεξιάδης. Άγιε Βαλεντίνε, κάνω μιαν ευχή. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/2/1993, σελ. 44.
 Ηλ. Βεργίτσης. Κάποτε του Αγίου Βαλεντίνου. ΕΘΝΟΣ, 14/2/1994, σελ. 36.
 Έρωτας α λα Πρίσκιλλα και Ακύλα. ΤΑ ΝΕΑ, 25/1/2000, σελ. 27.
 Ένα μήνυμα αγάπης για σας. ΕΘΝΟΣ, 14/2/1991, σελ. 47-49.
 Στρ. Θεοδοσίου - Μ. Δανέζης. Η οδύσσεια των ημερολογίων (τ.2).
Εκδ: ΔΙΑΥΛΟΣ, ΑΘΗΝΑ : 1995.
 ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ – ΠΑΙΔΕΙΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ / ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε., ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ : 2006.
 Ο γιος του Έρωτα από τα... Ανώγεια. ΤΑ ΝΕΑ, 13/2/1999, σελ. 20-21.
 ΠΑΠΥΡΟΣ - ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: ΠΑΠΥΡΟΣ ΑΘΗΝΑ : 2005.
 ΥΔΡΙΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ, ΑΘΗΝΑ : 1978.


ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
http://www.historychannel.com/minisites/valentine/viewPage?pageId=882
http://www.wikipedia.org/wiki/Valentine’s_Day
http://www.pictureframes.co.uk/pages/saint_valentine.htm
http://www.newadvent.org/cathen/15254.htm

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Γιώργος Στάμκος-Μίλιτσα Κοσάνοβιτς. Στοιχειωμένα Βαλκάνια.
Εκδόσεις: Άγνωστο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 400.

Μέχρι πρόσφατα -κι ίσως και μέχρι σήμερα- τα Βαλκάνια ήταν για τους περισσότερους Έλληνες και για όλους τους Ευρωπαίους, μία ανεξερεύνητη χερσόνησος, αστείρευτη πηγή μύθων και δεισιδαιμονιών. Οι λόγοι της άγνοιάς μας ήταν ταυτόσημοι μ’ εκείνους που μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου κατέταξαν την Ελλάδα στην ανεπτυγμένη Δύση, αποκόπτοντας κάθε δεσμό και κάθε σχέση της με το αντίπαλο δέος, που είχαν υιοθετήσει τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, με τα οποία μέχρι τότε συμπορεύονταν για ένα κοινό μέλλον. Η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989, το άνοιγμα των συνόρων και η ευρωπαϊκή προοπτική και των υπολοίπων βαλκανικών χωρών όρισαν την Ελλάδα, μέλος από χρόνια της Δύσης, οδηγό των εξελίξεων και ώθησαν τους Έλληνες να ανακαλύψουν εκ νέου, για εμπορικούς και προσωπικούς ο καθένας λόγους, τη βαλκανική ενδοχώρα. Οι δραματικοί πόλεμοι, που οδήγησαν στον κατακερματισμό της πρώην Γιουγκοσλαβίας, υπενθύμισαν θριαμβευτικά στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο όλο ότι τα Βαλκάνια συνεχίζουν να αποτελούν και θα παραμένουν αιώνια ένας τόπος απειλών και εθνικιστικών εξάρσεων, όπου οι παλιοί δαίμονες του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας είναι ακόμα ζωντανοί και πάντα ετοιμοπόλεμοι. Σ’ έναν τόπο που ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ έλεγε πως είναι η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης».
Το βιβλίο «Στοιχειωμένα Βαλκάνια» του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς, δύο βαλκάνιων συγγραφέων με διαφορετική εθνική καταγωγή, άρα και διαφορετική κοσμοθέαση, αλλά κοινό παρόν και μέλλον, ταξιδεύει τον αναγνώστη, ορθολογικά και μεταφυσικά, στο πολυσύνθετο από κάθε πλευρά σύμπαν των Βαλκανίων. Στις σελίδες του παρελαύνουν θέματα άγνωστης ιστορίας, σύγχρονης πολιτικής, ανθρωπογεωγραφίας, μεταφυσικής και παραδοξολογίας, θρύλοι και παραδόσεις της χερσονήσου του Αίμου. Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας μαζί με ιστορίες για βρικόλακες και θαύματα, το Μακεδονικό ζήτημα και η αφελής αναζήτηση του D.N.A. του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το μυστήριο της καταγωγής των Αλβανών, οι αιρετικοί Βογόμιλοι και τα φαντάσματα του κομμουνισμού, η ιστορία και η γεωφυσική μαζί με τη μεταφυσική και την παραδοξολογία, το ορθολογικό μαζί με το φαντασιακό, τα πραγματικά και τα ονειρικά Βαλκάνια.
Για τους περισσότερους Ευρωπαίους, αλλά και για τους Έλληνες ακόμη, που ξαφνικά λάτρεψαν τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη και οτιδήποτε από εκεί προέρχεται, τα Βαλκάνια, αυτή η μυστηριώδης χερσόνησος στη νοτιοδυτική άκρη της Ευρώπης, συγγενής με την Ασία στα ανατολικά και την Αφρική στο νότο, ο τόπος που έχουμε επιλέξει από χιλιετίες να κατοικούμε και αγαπούμε, όσο κι αν αναθεματίζουμε, είναι μία σκοτεινή περιοχή, στοιχειωμένη από πανάρχαιους αιμοδιψείς δαίμονες, απομεινάρια βαρβαρισμού και πρωτογονισμού. Η χερσόνησος του Αίμου αποτέλεσε για αιώνες μετά την άφιξη των Σλάβων (6ος μ.Χ. αι.) μία ενιαία περιοχή, μία περιοχή που ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου σοφά χαρακτηρίζει στο βιβλίο του «Βαλκάνια-Η άγνωστη γειτονιά μας», ως «Βαλκανική Οικουμένη». Στα χρόνια του Βυζαντίου και κυρίως στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας κατέληξε να κατοικείται από ένα πλήθος λαών που, παρά τη διαφορετική καταγωγή και τη διαφορετική γλώσσα, αλλά με κοινή και μία θρησκεία, συμβίωναν ειρηνικά μεταξύ τους και η μόνη αντίθεσή τους ήταν με τους κατακτητές Οθωμανούς Τούρκους. Ο Ρήγας Φεραίος πρώτος είχε οραματιστεί έναν παν-βαλκανικό συνασπισμό κρατών, λαών συνεταίρων και συμμάχων, ομόδοξων και ομόθρησκων, που θα συνάσπιζαν τις δυνάμεις τους για την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Όταν η οθωμανική κυριαρχία στο γύρισμα των αιώνων μοιραία κατέρρευσε και οι εθνότητες των Βαλκανίων απέκτησαν συνείδηση της εθνικής τους ταυτότητας ρίχτηκε η μία κατά της άλλης, αφού όλες υπήρχαν παντού και μάλλον από πάντα και κάθε μία θεωρούσε την περιοχή όπου διαβίωνε αποκλειστικά δική της. Ουσιαστικά, οι διενέξεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών και λαών ξεκίνησαν, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και ο πρώτος εχθρός της αυτοδιάθεσης των βαλκανικών λαών έπαψε να υπάρχει.
Ο Γιώργος Στάμκος και η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς δεν επιχειρούν με το βιβλίο τους να ξαναγράψουν τη βαλκανική ιστορία, ούτε να εξαλείψουν τις διαφορές μεταξύ των βαλκανικών λαών. Δεν επιθυμούν όμως ούτε να διαλύσουν το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει από αρχής της δημιουργίας τους τα πολύπαθα Βαλκάνια. Επιθυμία τους είναι μόνο να παρουσιάσουν κάποια στοιχεία της λαϊκής ιστορίας των βαλκανικών λαών, που αιώνες τώρα ζουν με το ένα πόδι βαθιά χωμένο στο παρελθόν και με το άλλο να αιωρείται αβέβαιο κάπου στο παρόν, μην τολμώντας να πατήσει στο μέλλον. Ένα βιβλίο που αποτελεί απόσταγμα πολύχρονης μελέτης, αλλά και βιωμάτων των δύο συγγραφέων πάνω στα βαλκανικά ζητήματα, φτιαγμένο με αγάπη για τη χερσόνησο μας και τους λαούς που κατοικούν σ’ αυτήν, από δύο συγγραφείς περήφανους για τη βαλκανική καταγωγή τους, χωρίς πλέγματα κατωτερότητας ή μειονεξίας. Ένα βιβλίο που καλεί τον αναγνώστη, όλους εμάς δηλαδή, ν’ ανακαλύψουμε και να εξερευνήσουμε, χωρίς φόβους και προκαταλήψεις, τα «Στοιχειωμένα Βαλκάνια». Την αιώνια, μα άγνωστη γειτονιά μας.

Κοζάνη, Ιούλιος 2006



Πηγές: - Μιχάλης Παπακωνσταντίνου. Βαλκάνια – Η άγνωστη γειτονιά μας.
Εκδ. Μελάνι, Αθήνα : 2002.
- Μαλλιάρης-Παιδεία. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: Μαλλιάρης-Παιδεία / Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Θεσσαλονίκη : 2005.

ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Του άρεσε να περπατάει στη βροχή! Μόνος. Ήταν, βλέπεις, μοναχικός άνθρωπος κι η βροχή ταίριαζε με τη μοναξιά του. Από παιδί την αγαπούσε. Όχι την μπόρα, ούτε το ψιλόβροχο, αλλά εκείνη τη γλυκιά, καλοκαιριάτικη βροχή, που έφτανε ίσα-ίσα για να ξεπλύνει τη σκόνη από τα κόκκινα κεραμίδια και να δροσίσει το πλακόστρωτο στην πλατεία. Εκείνη που κάνει το χώμα να ευωδιάζει κι ευτυχώς που στον τόπο του υπήρχαν ακόμα κόκκινα κεραμίδια και πλακόστρωτες πλατείες και χώμα που ευωδίαζε. Έστω και λίγα. Τα τελευταία.
Από παιδί αγαπούσε τη βροχή κι από παιδί ακόμα, κάθε καλοκαίρι, μόλις άρχιζε να βρέχει, άνοιγε διάπλατα πόρτες και παράθυρα, για να νιώσει τον ήχο της και να μυρίσει το άρωμα της. Καθόταν τότε μαρμαρωμένος στο σκαλοπάτι του πατρικού του σπιτιού με θέα στο ποτάμι με τα μάτια κλειστά κι ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη κι έτσι συνέχισε να απολαμβάνει τις καλοκαιρινές της συναυλίες και μετά που μεγάλωσε κι άφησε το χωριό και τα χωράφια του πατέρα με θέα στο ποτάμι για την παρακείμενη πόλη, που είχε γνωρίσει από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια. «Θα κρυώσουν τα παιδιά», τον μάλωνε γλυκά η γυναίκα του, που στα νιάτα της ήταν κι αυτή δροσερή σαν την καλοκαιριάτικη βροχή, μα τις πόρτες και τα παράθυρα δεν του τα έκλεινε. Ήξερε τη μικρή του αδυναμία και δεν τον δυσαρεστούσε. Η γυναίκα του κάπου βαθιά μέσα της πίστευε στ’ αλήθεια πως ο άνδρας της ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος και δικαιούνταν τέτοια ξεχωριστά δώρα. Δεν έμπαινε ποτέ ανάμεσα σ’ εκείνον και τη βροχή. Το παιχνίδι αυτό ήταν μία καθαρά δική του υπόθεση. Μια μυστική συμφωνία κι ένα δώρο για τον εαυτό του, ένα δώρο που δικαιούνταν. Όταν έπιανε βροχή το καλοκαίρι, εκείνη η γλυκιά, καλοκαιριάτικη βροχή που τόσο αγαπούσε, έβρισκε πάντα μια δικαιολογία για να ξεχνάει το αυτοκίνητο στο γκαράζ και να γυρίζει σπίτι με τα πόδια. Και πάντα διάλεγε τον πιο μακρινό δρόμο. Γινόταν μούσκεμα, μα δεν τον ένοιαζε. Κάθε φορά περνούσε τις ωραιότερες ώρες του με την αγαπημένη του βροχή κι ήταν ευτυχισμένος. Όχι, δεν ήταν παράξενος άνθρωπος. Διαφορετικός από τους πολλούς ήταν, μα η γκρίζα πόλη που τον φιλοξενούσε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια κάτι τέτοια δεν τα καταλάβαινε κι όσοι τον έβλεπαν να περπατάει χαρούμενος μες στη βροχή κουνούσαν το κεφάλι και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον με νόημα. Για ‘κείνον ήταν αναφαίρετο δικαίωμα αυτή η ευτυχία, αυτό το δικαίωμα στη βροχή και δεν τον πείραζαν τα ξινισμένα μούτρα των συμπολιτών του. Ούτε τα λόγια τους τον πείραζαν κι ας τον έλεγαν «παράξενο» κι «αλλοπαρμένο». Δεν τους έβλεπε, ούτε τους άκουγε. Όταν περπατούσε στη βροχή, όλοι αυτοί που δεν τον καταλάβαιναν δεν υπήρχαν και το μόνιμα γκρίζο τοπίο γύρω του, το γνώριμο φόντο της επαρχιακής πόλης που τον φιλοξενούσε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, άλλαζε χρώμα. Άλλαζαν οι μορφές κι η πόλη γινόταν περιέργως όμορφη κι ας πνιγόταν χρόνια τώρα στο τσιμέντο. Ήταν μια καθαρά δική του ιστορία αυτή η σχέση του με τη βροχή και δεν τη συζητούσε πότε με κανέναν, γιατί όλοι θα τον έλεγαν τρελό, αν μάθαιναν το μυστικό του. Κανένας δε θα μπορούσε να τον καταλάβει. Ούτε καν η γυναίκα του η ίδια κι ας πίστευε κάπου βαθιά μέσα της πως ο άνδρας της ήταν στ’ αλήθεια ένας ξεχωριστός άνθρωπος κι ας άφηνε τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά για χάρη του.

Κάποτε σταμάτησε να περπατάει στη βροχή. Μόνος. Συνέχιζε να είναι πάντα μοναχικός άνθρωπος κι επέστρεφε πάντοτε στη μοναξιά του. Τώρα, όταν έπιανε βροχή το καλοκαίρι, όχι μπόρα, ούτε ψιλόβροχο, αλλά εκείνη η γλυκιά, καλοκαιριάτικη βροχή που κάποτε αγαπούσε, έκλεινε με βία πόρτες και παράθυρα. Δεν ήθελε πια ν’ ακούει το τραγούδι της, ούτε να μυρίζει το άρωμά της. Και το μεσημέρι γύριζε σπίτι πάντα με το αυτοκίνητο και πάντα από τον πιο σύντομο δρόμο, με φόβο, μην τυχόν και τον αγγίξει καμιά σταγόνα βροχής και τον λιώσει, λες κι ήταν άνθρωπος φτιαγμένος από χιόνι. Η πόλη, που γνώριζε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, συνέχιζε να είναι πάντα γκρίζα, μα τώρα τελευταία οι άνθρωποι δεν τον κοιτούσαν πια με ειρωνεία, τώρα τον σεβόταν και του μιλούσαν ευγενικά, τώρα δεν έκανε πια «τρέλες», ήταν πλέον σαν κι αυτούς, μα αυτόν πάλι δεν τον ένοιαζε. Αυτός τώρα είχε άλλα να σκεφτεί. Είχε υποχρεώσεις, έτσι έλεγε στους φίλους του κάθε φορά που τον καλούσαν για έναν καφέ μετά τη δουλειά και τους απέφευγε πάντα όλους, μέχρι που κι εκείνοι έπαψαν να τον υπολογίζουν στις παρέες τους, μα ήταν πλέον πολύ απασχολημένος για να τους σκεφτεί. Τώρα είχε μεγαλώσει, οι δουλειές του είχαν μεγαλώσει, τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει κι ήταν έτοιμα να φύγουν από το σπίτι, η γυναίκα του, που μεγάλωσε κι αυτή, ξαφνικά θαρρείς, τον μάλωνε για τις μικρές του αδυναμίες, γιατί είχε πλέον πειστεί πως ο άνδρας της ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, τι ξεχωριστός κι αηδίες κι έτσι κι αυτός δεν είχε πλέον καμία μικρή αδυναμία και κάθε μέρα τα μαλλιά του άσπριζαν όλο και πιο πολύ. Δεν κοιταζόταν πλέον στον καθρέφτη. Όχι για τα μαλλιά του που είχαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν, ούτε για τις ρυτίδες που εμφανίστηκαν ένα πρωί χωρίς καμία τύψη στο πρόσωπο του -αναμενόμενα ήταν αυτά, δώρα της ηλικίας του- μα γιατί στον καθρέφτη δεν έβλεπε πια τον εαυτό του. Την αποτυχία των οραμάτων του έβλεπε, που βούλιαζαν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ μέσα στο βάλτο της καθημερινής του ρουτίνας, στο βάλτο που αυτός είχε χαθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Κι επειδή τον πλήγωναν τα φαντάσματά τους που στοίχειωναν κάθε βράδυ τον ύπνο του έλεγε πως αυτός δεν είχε ποτέ οράματα και στον καθρέφτη δεν κοιταζόταν πια.
Κάποιο από αυτά τα ζεστά μεσημέρια των καλοκαιριών στην επαρχιακή πόλη, που τον φιλοξενούσε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, την ώρα που γύριζε σπίτι άρχισε ξαφνικά να βρέχει. Ήταν ξαφνική η βροχή και δεν ήταν μπόρα, ούτε ψιλόβροχο, αλλά εκείνη η γλυκιά, καλοκαιριάτικη βροχή, που κάποτε αγαπούσε. Κι αυτός ήταν στο δρόμο κι αυτοκίνητο δεν είχε, το είχε ξεχάσει στο γκαράζ. Αν ήταν λίγο πιο παρατηρητικός θα είχε δει τα σύννεφα που μαζεύονταν εδώ και ώρα πάνω από την πόλη. Μα αυτός είχε τώρα πάρα πολλές υποχρεώσεις κι είχε πάψει να κοιτάζει τον ουρανό. Όσοι έτυχε να βρεθούν εκείνη την ώρα στους δρόμους βίασαν σχεδόν τρομοκρατημένοι το βήμα τους, κάποιοι άρχισαν να τρέχουν, κάποιοι μπήκαν κάτω από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών για να προστατευτούν και κάποιες φρεσκοχτενισμένες κυρίες σκέπασαν με αγωνία το καινούργιο τους χτένισμα με τις τσάντες τους. Μόνο αυτός έμεινε ακίνητος μέσα στην ξαφνική βροχή. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, κάπου εκεί στην εφηβεία, αγκαλιασμένα σφιχτά, πέρασαν τρέχοντας από δίπλα του γελώντας δυνατά. Κι αυτούς τους είχε ξαφνιάσει η βροχή, μα αυτοί το διασκέδαζαν, δεν είχαν τρομοκρατηθεί όπως εκείνος. Αυτόν, εδώ και καιρό τον τρόμαζαν αυτές οι ξαφνικές ψιχάλες που χαλούσαν την υποτιθέμενη γαλήνη του, μα αυτοί κοιτούσαν, τολμούσαν να κοιτάξουν τη βροχή στα μάτια κι ήταν ευτυχισμένοι. Όπως αυτός, κάποτε. Μα γιατί τον πλήγωσαν τόσο τα γέλια δύο άγνωστων τελείως ανθρώπων, που ούτε τα πρόσωπά τους δεν του ήταν καν γνωστά;
Βίασε μηχανικά το βήμα του, μάλλον γιατί έτσι έκαναν όλοι γύρω του κι όχι τόσο για να φτάσει γρήγορα σπίτι, μα δεν έκανε καμία άλλη προσπάθεια για να προστατευτεί από τις ψιχάλες. Συνέχισε να περπατάει μέσα στη μέση του δρόμου, μέσα στη βροχή, που τον χτυπούσε στο πρόσωπο και του ‘καιγε το δέρμα κι η γκρίζα πόλη γύρω του άρχισε ξαφνικά ν’ αλλάζει χρώμα, όπως παλιά. Κι αυτός, μέσα στην αδυναμία του, άρχισε να νιώθει πάλι λίγο πιο δυνατός. Ήταν τόσο μελωδικός ο ήχος της βροχής, τόσο ευωδιαστό το άρωμά της κι αυτός ο ανόητος, εδώ και πολύ καιρό, τα είχε παραμελήσει. Τα είχε ξεχάσει κι αρκούνταν σε άλλες μουσικές, σε άλλα αρώματα, μικρά και ελάχιστα μπροστά της. Ίσως γιατί τώρα τελευταία τριγύριζαν τόσα πολλά μέσα στο κεφάλι του, που δεν έβρισκε πλέον χρόνο για κάτι τέτοιες μικρές απολαύσεις. Μόνο που τελικά για κάτι τέτοιες μικρές και αναπάντεχες στιγμές ζεις κι αυτός ο ανόητος εδώ και καιρό έψαχνε τα σπουδαία και τα μεγάλα, γιατί του είχαν πει πως έτσι θα γίνει σπουδαίος και μεγάλος κι αυτός και λησμόνησε τη φίλη του τη βροχή. Μα τώρα που η παλιά του φιλενάδα τον είχε ξανασυναντήσει, το αποφάσισε εκείνη τη στιγμή να μην την αφήσει ποτέ ξανά να φύγει. Τώρα η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, τα βήματά του βιάστηκαν κι άλλο κι άρχισε να τρέχει. Όχι για να βρει μια στεγνή γωνιά να λουφάξει. Απλά για να ξαναβρεί τη ζωή του, τη ζωή που τόσα χρόνια τώρα είχε χάσει ψάχνοντας τα σπουδαία και τα μεγάλα. Η βροχή, η παλιά του αγαπημένη, η μόνη του αγαπημένη, του ‘δινε δύναμη, τη δύναμη που τόσα χρόνια είχε ξεχάσει ότι κρατούσε, χαμένος μέσα στο βάλτο της καθημερινής του ρουτίνας. Άρχισε να τρέχει και να περνάει δρόμους, πλατείες και σκαλοπάτια κι όλοι τον κοιτούσαν περίεργα, γιατί όλους τους ενοχλούσε η βροχή, πώς γίνεται να μην ενοχλεί τον έναν που θα έπρεπε να είναι όμοιος τους! Μα αυτός συνέχιζε να τρέχει μέσα στη βροχή και δεν τον ένοιαζαν τα βλέμματά τους, ούτε τα λόγια τους, δεν τους έβλεπε, ούτε τους άκουγε, μόνο γέμιζε τις αισθήσεις του με το άρωμά της κι έπαιρνε πίσω όλα τα χρόνια που είχε χάσει. Έφτασε τρέχοντας ψηλά, στο ψηλότερο σημείο της πόλης κι ήταν μούσκεμα, ξέπνοος, μα παράδοξα ευτυχισμένος. Στάθηκε εκεί, μέσα στη βροχή, με τη γκρίζα πόλη ριγμένη στα πόδια του. Τη γκρίζα πόλη που, όταν τολμούσε να φανερώσει τις μικρές του αδυναμίες, όπως αυτή την αγάπη του για τη βροχή, τον κοιτούσε με ειρωνεία. Τώρα ήταν υποταγμένη στα χάδια της παλιάς του φιλενάδας, της γλυκιάς καλοκαιριάτικης βροχής που από παιδί αγαπούσε κι αυτός στεκόταν εκεί ψηλά, αρχηγός της. Κι επιτέλους μετά από πολύ καιρό τόλμησε να σηκώσει τα μάτια στον ουρανό. Ήταν ζωντανός. Έπεσε στα γόνατα στο χώμα κι έβαλε τα κλάματα.
Από τη μέρα εκείνη ξανάρχισε να περπατάει στη βροχή! Μόνος. Συνέχιζε να είναι μοναχικός άνθρωπος κι ούτε που τον ένοιαζαν τα ειρωνικά βλέμματα των ανθρώπων στο δρόμο. Αυτός είχε τη φίλη του τη βροχή. Και τη ζωή του όλη στα χέρια του.

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1998

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Στις 28 του μακεδονικού μηνός Δαισίου του 323 π.Χ., 13 Ιουνίου με το σημερινό ημερολόγιο, πεθαίνει στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος ο Φιλίππου, ο βασιλιάς πάντων των Ελλήνων -πλην Λακεδαιμονίων- και όλου του ανατολικά της Ελλάδας γνωστού κόσμου. Ήταν 33 ετών, στο απόγειο της βασιλείας του και μαζί με τους στρατηγούς του προετοίμαζε στα ανάκτορα της Βαβυλώνας τα επόμενα βήματα της θαυμαστής πορείας του προς την ανατολή, που είχε ξεκινήσει από την Πέλλα της Μακεδονίας 12 χρόνια πριν.
Η ιστορία τον ονόμασε ΜΕΓΑ και το επίτευγμά του συνεχίζει να προκαλεί μέχρι σήμερα το θαυμασμό. Ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας ήταν ο πρώτος που ονειρεύτηκε και έκανε πράξη την ιδέα ενός παγκόσμιου πολιτισμού κάτω από τη σκέπη της Ελλάδας και του ελληνικού πνεύματος. Ο πρόωρος και αναπάντεχος θάνατος του στα 33 του χρόνια, από αιτία άγνωστη σε νεότερους και παλαιότερους ερευνητές, διέκοψε τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του. Οι «συνεχιστές» του έργου του, παραδομένοι στις προσωπικές τους έριδες και στη φιλοδοξία της διαδοχής, αφού εξόντωσαν τους φυσικούς διαδόχους, δεν μπόρεσαν να φανούν αντάξιοι του μύθου του βασιλιά τους και να διατηρήσουν τη γιγαντιαία αυτοκρατορία του. Ο θρύλος του όμως παρέμεινε ζωντανός στη μνήμη και στη παράδοση όλων των λαών που συνάντησε στην πορεία του προς την ανατολή και την αθανασία.
Τα αίτια του θανάτου του εξακολουθούν να προβληματίζουν ακόμα και σήμερα τους μελετητές. Όπως ο Αρριανός διασώζει στο εφτάτομο έργο του Αλεξάνδρου Ανάβασις, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Βασίλειων Εφημερίδων, των ημερήσιων φύλλων καταγραφής των όσων συνέβαιναν κατά τα δώδεκα χρόνια της εκστρατείας, ο νεαρός βασιλιάς αρκετές μέρες πριν την μοιραία 13η Ιουνίου ταλαιπωρούνταν από πυρετούς, μα παρόλα αυτά συνέχιζε κανονικά τις προετοιμασίες και θυσίαζε κάθε μέρα στους θεούς, όπως πάντα συνήθιζε. Μέχρι τη μέρα που δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει και να μιλήσει. «Έχει γραφτεί στις Βασίλειες Εφημερίδες», λέει ο Αρριανός, «ότι οι στρατιώτες του θέλησαν να τον δουν. Άλλοι για να τον προλάβουν ζωντανό κι άλλοι γιατί είχε διαδοθεί ότι πέθανε. Κατά τη γνώμη μου, υποψιαζόταν πως οι σωματοφύλακες τους έκρυβαν το θάνατό του. Οι περισσότεροι πάντως λαχταρούσαν να δουν τον Αλέξανδρο από τη βαριά τους θλίψη και την αγάπη που του είχαν. Όλη η στρατιά πέρασε από μπροστά του. Αυτός παρέμενε βουβός και χαιρετούσε τον καθένα ξεχωριστά κουνώντας ελαφρά το κεφάλι και τα βλέφαρα. Οι Βασίλειες Εφημερίδες λένε ότι ο Πείθωνας, ο Άτταλος, ο Δημοφώντας, ο Πευκέστας, ο Κλεομένης, ο Μενίδας και ο Σέλευκος κοιμήθηκαν στον ναό του Σάραπη και ρώτησαν το θεό μήπως είναι καλύτερα για τον Αλέξανδρο να τον μεταφέρουν στο ιερό και να παρακαλέσουν να τον κάνει καλά. Ο θεός όμως παράγγειλε να μην τον φέρουν στο ιερό του κι ότι είναι καλύτερα να τον αφήσουν εκεί που είναι. Λίγο μετά από τη στιγμή που οι εταίροι ανακοίνωσαν την απάντηση του θεού, ο Αλέξανδρος πέθανε. Αυτό ήταν πια το καλύτερο γι’ αυτόν. Ο Αριστόβουλος και ο Πτολεμαίος έχουν γράψει μόνο γι’ αυτά. Μερικοί άλλοι όμως αναφέρουν ότι οι εταίροι τον ρώτησαν σε ποιον αφήνει τη βασιλεία κι εκείνος απάντησε: «στον καλύτερο». Κι άλλοι προσθέτουν πως πρόβλεψε ότι θα γίνει μεγάλη σύγκρουση πάνω στον τάφο του... Ο Αλέξανδρος πέθανε τη χρονιά της εκατοστής δέκατης Ολυμπιάδας, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Ηγησίας. Έζησε τριάντα δύο χρόνια και οχτώ μήνες, όπως λέει ο Αριστόβουλος. Βασίλεψε δώδεκα χρόνια και οχτώ μήνες». (Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις. Βιβλίο ζ΄, σελ. 103-105, 107).
Μετά το θάνατο του κηρύχτηκε γενικό πένθος σε όλη την αυτοκρατορία, σύμφωνα με το περσικό έθιμο. Το σώμα του θα μεταφέρονταν, μέσα σε ένα πολυτελές άρμα, στη Μακεδονία, για να ταφεί δίπλα στους άλλους Μακεδόνες βασιλείς και στον πατέρα του Φίλιππο. Στο δρόμο όμως ο Πτολεμαίος άρπαξε το νεκρό σώμα του βασιλιά του και το μετέφερε στην Αίγυπτο, θέλοντας, όπως υποστήριξε, να εκπληρώσει την επιθυμία που ο ίδιος ο Αλέξανδρος του είχε εκφράσει να ταφεί στην όαση της Σίβα, στο ναό του πατέρα του θεού Άμμωνα. Τελικά ο Πτολεμαίος έθαψε το νεκρό Αλέξανδρο σε ένα μαυσωλείο στην Αλεξάνδρεια και το σώμα του διατηρούνταν ακόμα τον καιρό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η Κλεοπάτρα, η τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου, πριν την υποδούλωση της χώρας της στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θέλοντας να δείξει την αγάπη της στον Ιούλιο Καίσαρα του πρόσφερε σα δώρο το ξίφος του νεκρού Αλέξανδρου. Τελευταίος επισκέπτης του τάφου του ήταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος, ο οποίος σφράγισε τον τάφο για να μην μπορέσει να τον δει κανένας άλλος μετά από αυτόν.

Στους αιώνες που ακολούθησαν η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη. Κανένας άλλος άνθρωπος πριν από αυτόν δεν έγινε θέμα στις διηγήσεις τόσων πολλών και τόσων ποικίλων λαών. Ο Αλέξανδρος είναι ο ημίθεος δύο χιλιετηρίδων, που από την πρώτη στιγμή της ζωής του βρέθηκε μέσα σε μία σύνθεση από συμπτώσεις και θείες διαταγές, σχετικά με την πορεία και το μέλλον του και ο θρύλος του διατηρήθηκε κι ανανεώθηκε μέσα στη φαντασία των λαών του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου, γοητεύοντας Ανατολή και Δύση. Στις 13 Ιουνίου του 323 π. Χ., μαζί με την αναπνοή του Αλεξάνδρου σταμάτησε για μια στιγμή και η αναπνοή της ίδιας της ιστορίας, όταν ο βασιλιάς πάντων των Ελλήνων -πλην Λακεδαιμονίων- έκλεισε τα μάτια για να μείνει ωστόσο αθάνατος για πάντα.

Κοζάνη, Ιούνιος 2010


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Αρριανός. Αλεξάνδρου Ανάβασις. ΚΑΚΤΟΣ - 1992.
• ΠΑΠΥΡΟΣ - ΛΑΡΟΥΣ - ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
ΠΑΠΥΡΟΣ - 1991.
• Pierre Briant. Ο Μέγας Αλέξανδρος. Από την Ελλάδα στην Ανατολή.
ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ ΔΕΛΗΘΑΝΑΣΗ - 1993.
• N.G.L. Hammond. Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής.
ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ - 1997.

Η ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ PHILIP K. DICK

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Philip K. Dick. Προτελευταία αλήθεια (The Penultimate Truth).
Εκδόσεις: Λυχνάρι, Αθήνα 2004, σελ. 294.

Ο Philip K. Dick (1928-1982) ήταν αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς και ανανεωτές του είδους. Με μία ταραχώδη ζωή (έκανε πέντε γάμους και παράπαιε συχνά ανάμεσα στη λογική και στον παραλογισμό, απόρροια των ναρκωτικών και άλλων καταχρήσεων, αλλά και τραυμάτων των παιδικών του χρόνων) η πραγματικότητα στα έργα του Dick παρουσιάζεται σαν κάτι υποκειμενικό και ευμετάβλητο, ενώ η πλαστοπροσωπία, η κατάρρευση του πολιτισμού και η απειλή του ολοκληρωτισμού παραμονεύει παντού, σ’ ένα σκηνικό κλειστοφοβικό και καταθλιπτικό, όπως άλλωστε ήταν κι η ζωή του η ίδια. Το μυθιστόρημά του «Προτελευταία αλήθεια» γράφτηκε και κυκλοφόρησε το 1964 και καλύπτει όλο το φάσμα του φόβου, που κυριαρχεί σε όλα τα έργα του.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο κοντινό μας μέλλον, στο 2025, όταν, μετά από έναν καταστροφικό πυρηνικό πόλεμο ανάμεσα στην Ε.Σ.Σ.Δ. και στις Η.Π.Α. οι πανικόβλητοι Αμερικανοί, για να προστατευτούν από τις βόμβες και τη ραδιενέργεια, που έχει μολύνει το χώμα και την ατμόσφαιρα, αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο κάτω από τη γη, σε υπόγειους δαιδαλώδεις οικισμούς, εκεί όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν επί 15 ολόκληρα χρόνια. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχουν δει ποτέ το φως του ήλιου, παρά μόνο φιλμ του πυρηνικού ολέθρου κι εμπνευσμένους λόγους ενός Προέδρου, που δε φαίνεται να γερνά ή να σφάλει ποτέ. Μόνο κάποιοι λίγοι έχουν το δικαίωμα να ζουν στην επιφάνεια και μόνο αυτοί οι λίγοι ξέρουν την αλήθεια, μα κι αυτοί όχι την απόλυτη αλήθεια. Ο Νίκολας Σαιντ Τζέιμς, ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, πρόεδρος ενός από τους υπόγειους καταυλισμούς, αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα δε μπορούν να συνεχιστούν έτσι. Ρισκάρει τη ζωή του κι ανεβαίνει στην επιφάνεια, αφού για τους «αποστάτες», όσους δηλαδή τολμούν ν’ αφήσουν τα υπόγεια καταφύγια, η τιμωρία είναι θάνατος, μήπως κι ανακαλύψει κάπου εκεί έξω την προτελευταία αλήθεια. Μια αλήθεια πολύ πιο φρικτή και πολύ πιο απρόσμενη από ‘κείνη που τους έχουν επιβάλει να ζουν κι έχουν πιστέψει σαν απόλυτη στους υπόγειους οικισμούς τους.
Το 1964, χρονιά συγγραφής και πρώτης κυκλοφορίας του βιβλίου, ήταν μία δύσκολη χρονιά για τις Η.Π.Α. Πάνω στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, λίγους μόνο μήνες μετά τη δολοφονία του προέδρου Kennedy και δύο χρόνια μετά τον αποκλεισμό της Κούβας, όπου οι Ρώσοι κατασκεύαζαν βάσεις πυραύλων, οδηγώντας τις δύο υπερδυνάμεις στο χείλος της πυρηνικής σύγκρουσης. Στις μεγάλες πόλεις των Η.Π.Α. μάλιστα είχαν κυκλοφορήσει από τις πρώτες κιόλας μέρες της κρίσης κυβερνητικά φυλλάδια με οδηγίες για το τι πρέπει οι πολίτες να κάνουν σε περίπτωση επίθεσης με πυρηνικά, ενώ από το Δεκέμβριο του 1961 το Υπουργείο Άμυνας είχε ανακοινώσει στεγαστικό πρόγραμμα 235.000.000 θέσεων για την περίπτωση ρύπανσης της ατμόσφαιρας από ραδιενέργεια. Αυτή τη σύγκρουση, που τόσο πολύ φοβόταν και σχεδόν περίμενε την εποχή εκείνη ο κόσμος όλος, περιγράφει ο Dick στο έργο του.
Το σκοτεινό, κλειστοφοβικό περιβάλλον του βιβλίου -που θυμίζει έντονα το 1984 του Τζωρτζ Όργουελ, αλλά και την ταινία Το νησί της Warner Bros.- αναδεικνύει όλες τις αρετές του έργου του Dick, αλλά και όλους τους προσωπικούς, ενσυνείδητους και ασυνείδητους φόβους του. Η παραπλάνηση των πολιτών από την κεντρική εξουσία για την επίτευξη των στόχων κάποιων λίγων και η συνομωσία που η κυβέρνηση προωθεί εναντίον του απλού πολίτη, συντηρούμενη από την ψευδαίσθηση μίας μόνιμης κρίσης, που παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ήταν για το Dick μία βεβαιότητα, την ίδια εποχή που ο Ουμπέρτο Έκο σοφά διαπίστωνε πως για την επιβολή μίας δικτατορίας δε χρειάζεται πλέον να βγουν τα τανκς στους δρόμους, αλλά ο έλεγχος των Μ.Μ.Ε. Αυτά που, με κατασκευασμένες, φρικτές, μα ψεύτικες εικόνες ολοκαυτώματος και καταστροφής κρατούν στην «Προτελευταία αλήθεια» τους κατοίκους στους υπόγειους οικισμούς. Η δε πιθανότητα του πυρηνικού ολοκαυτώματος κυριαρχεί σε όλα τα έργα του Dick, άσχετα αν ο ευφάνταστος συγγραφέας δεν μπορεί να φανταστεί το επακόλουθο της φρίκης ενός πυρηνικού πολέμου. Άλλωστε, δεν είχε ποτέ την πρόθεση να γράψει ένα αληθοφανές, ρεαλιστικό μυθιστόρημα μίας ενδεχόμενης πυρηνικής καταστροφής. Ήθελε απλά ν’ απεικονίσει ένα άλλο σημείο των καιρών του, μία νέα τάση, σκοτεινή κι αστραφτερή ταυτόχρονα: το Πνεύμα του 1964.
Ο Dick, φτωχός και σχεδόν άγνωστος καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του, γνώρισε την καταξίωση μόνο τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν τα βιβλία του άρχισαν να μεταφέρονται στον κινηματογράφο. Η γραφή του καθιέρωσε ένα νέο είδος επιστημονικής φαντασίας. Συνδυάζοντας την εναλλακτική λογοτεχνία με την επιστημονική φαντασία, άνοιξε το δρόμο σε σημαντικούς συγγραφείς του είδους που ακολούθησαν. Ο Dick, σε αντίθεση με τους περισσότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, που έγραφαν για αστραφτερά διαστημόπλοια κι επικές διαπλανητικές μάχες, προτιμά οι ήρωες των ιστοριών του να είναι απλοί άνθρωποι, που γίνονται ξαφνικά μάρτυρες μίας αποκάλυψης κοσμικών διαστάσεων ή βρίσκονται να κρατούν στα χέρια τους την τύχη του κόσμου όλου. Όπως ο Νίκολας Σαιντ Τζέιμς στην «Προτελευταία αλήθεια». Διαθέτοντας μία αεικίνητη φαντασία και παράγοντας σε τρελούς ρυθμούς (υπήρξαν εποχές που έγραφε μέχρι και 60 σελίδες την ημέρα, ολοκληρώνοντας μυθιστορήματα σε χρόνο ρεκόρ) ο Dick κατάφερε να παρουσιάζει το εξωπραγματικό σαν κάτι τελείως απλό και οικείο. Κι ίσως αυτό να κάνει σήμερα το έργο του να ξεχωρίζει.
Ο Dick πέθανε το 1982 σε ηλικία 54 ετών, τέσσερις μόλις μήνες πριν βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία Blade Runner, βασισμένη στο βιβλίο του Do Androids Dream of Electric Sheep? Η υπερπροσπάθεια και οι καταχρήσεις των προηγούμενων χρόνων, μαζί με το άγχος του για την ταινία, άρχισαν να κλονίζουν σοβαρά την ήδη κλονισμένη υγεία του με αποτέλεσμα στα μέσα του Φλεβάρη του 1982 να υποστεί εγκεφαλικό. Δε συνήλθε ποτέ. Πέθανε στο Σάντα Άνα της Καλιφόρνια στις 2 Μαρτίου 1982.
Ο Philip K. Dick θεωρείται σήμερα μία από τις πιο πολυσυζητημένες παρουσίες στο είδος των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας. Για πολλούς, ακροβάτησε πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ιδιοφυΐα από την τρέλα, παραπαίοντας πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Dick έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα, που όχι μόνο κέρδισαν και συνεχίζουν να κερδίζουν φανατικούς αναγνώστες, μα που άλλαξαν και το είδος της επιστημονικής φαντασίας, φτάνοντας το στην ωριμότητά του. Χάρη σ’ αυτόν, η επιστημονική φαντασία βγήκε από το περιθώριο και καθιερώθηκε πλέον σα σοβαρό λογοτεχνικό είδος.

Κοζάνη, Απρίλιος 2006



Πηγές: http://en.wikipedia.org/wiki/Philp_K_Dick

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΠΙΣΣΑΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Εμμανουήλ Ροΐδης. Η πάπισσα Ιωάννα (Το αυθεντικό κείμενο του 1866). Εισαγωγή- Επιμέλεια: Δημήτρης Δημηρούλης.
εκδόσεις: Μεταίχμιο. Αθήνα 2006, σελ. 446.

Μέχρι πρόσφατα η μόνη μου γνωριμία και γνώση για την «Πάπισσα Ιωάννα», το γνωστό μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη, ήταν μόνο όσα σε προσωπικές συζητήσεις με φίλους σαν απόψεις είχα ανταλλάξει και όσα η μητέρα μου διηγούνταν από μία θεατρική παράσταση, που μαθήτρια ακόμα είχε παρακολουθήσει στη Θεσσαλονίκη με τη Σμαρούλα Γιούλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προσφορά σαββατιάτικης έκδοσης γνωστής εφημερίδας να προσφέρει σε δύο τόμους το γνωστό μυθιστόρημα με ταυτόχρονη απόδοση στη δημοτική δίπλα στο αυθεντικό κείμενο έγινε η αφορμή της πρώτης ανάγνωσης και η απόκτηση της παραπάνω έκδοσης κρίθηκε πλέον επιτακτική ανάγκη.
Η ιστορία της νόθας κόρης μίας χηνοβοσκού κι ενός φτωχού παπά, που κατορθώνει με δολοπλοκίες και εξυπνάδα, να φτάσει στο ύπατο αξίωμα της Καθολικής εκκλησίας ήταν γνωστή σαν παράδοση ή φήμη από τα χρόνια του Μεσαίωνα ακόμα. Η φτωχή, αλλά πανέξυπνη Ιωάννα κρύβοντας με επιδεξιότητα το φύλο της επί 20 ολόκληρα χρόνια, στην αρχή από τον πόθο να βρίσκεται κοντά στον αγαπημένο της στο ανδρικό μοναστήρι, όπου εκείνος μόναζε και μετά, καθώς τα αξιώματα μεγάλωναν, από υπέρμετρη φιλοδοξία, γίνεται Πάπας -Πάπισσα δηλαδή- και πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο, φέρνοντας στον κόσμο, πρόωρα, το παιδί που κυοφορούσε, το παιδί του τελευταίου εραστή της, μπροστά στα μάτια του χριστεπώνυμου πλήθους κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας. Μία παράδοση που κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για την βεβαιότητα και την αλήθεια των λόγων της. Η αλήθεια είναι πως μετά την εποχή που υποτίθεται πως έζησε η περιβόητη Ιωάννα (μέσα 9ου μ.Χ. αιώνα), όπως διαπιστώνει και ο επιμελητής της έκδοσης Δημήτρης Δημηρούλης στον κατατοπιστικότατο πρόλογο του βιβλίου, οι κανόνες επιλογής των υποψήφιων πάπων έγιναν πολύ πιο αυστηροί. (Μέχρι και σε ψηλάφηση των γεννητικών οργάνων των υποψηφίων προχωρούσαν, προκειμένου να βεβαιωθούν για το φύλο τους, μία συνήθεια που επικράτησε για περισσότερα από 400 χρόνια, από το 1099 έως το 1560, όταν την κατήργησε ο Πάπας Πίος Δ΄). Ακόμη κατά την τελετή ενθρόνισης του πάπα και κατά τη διάρκεια της διαδρομής από τον Άγιο Πέτρο μέχρι το Παλάτι του Λατερανού, όπου γινόταν η ενθρόνιση, η πομπή παρέκαμπτε ένα συγκεκριμένο σημείο στη Vicus Papisse (Οδός της Πάπισσας), εκεί όπου, κατά το κοινώς θρυλούμενο, είχε γεννήσει η Ιωάννα.
Ο Ροΐδης από την άλλη, θεωρεί αναμφισβήτητη αλήθεια την ιστορία της πάπισσας, τα στοιχεία της οποίας αλίευσε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον αμφισβητήσουμε, μετά από έρευνες σε βιβλιοθήκες της Ιταλίας και του Βατικανού κι ας μην αποδέχτηκε ποτέ η Καθολική εκκλησία ολοκληρωτικά την ύπαρξή της Ιωάννας. Μπορεί να γράφει ένα μυθιστόρημα, το γνωρίζει ότι γράφει ένα μυθιστόρημα κι ας συνοδεύει τον τίτλο με τον επεξηγηματικό, αλλά ταυτόχρονα και παραπλανητικό υπότιτλο «Μεσαιωνική μελέτη». Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πως θα προκαλέσει την οργή και της Ορθόδοξης εκκλησίας, κρατάει στα χέρια του ένα «αιρετικό» βιβλίο και δε χάνει την ευκαιρία να ειρωνευτεί και να στηλιτεύσει την ανηθικότητα και την υποκρισία του κλήρου, καθολικού και ορθόδοξου, που παρότι ο ίδιος βυθισμένος στην αμαρτία, τίποτε άλλο δεν κάνει παρά να καλοπερνά και να κατακρίνει σφοδρά τα δήθεν αμαρτήματα των καθημερινών ανθρώπων. Η ελληνική εκκλησία, όπως σωστά προέβλεψε ο Ροΐδης, αντιδρά μανιασμένα στην κυκλοφορία του βιβλίου. Ζητά την παρέμβαση του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το βιβλίο και κηρύττει αφορισμένους όσους τολμήσουν να το διαβάσουν. (Αγνοώντας πιθανότατα ότι με τον τρόπο αυτό του έκανε την καλύτερη διαφήμιση, όπως πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις, μέχρι και σήμερα ακόμα, συμβαίνει). Υπάρχει μία ασάφεια σχετικά με το αν τελικά αφορίστηκε ο Ροΐδης ή αν τελικά δεν αφορίστηκε ποτέ, το βέβαιο όμως είναι ότι πολεμήθηκε σκληρά από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες.

Στη μελέτη της ιστορίας της πάπισσας ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι από την εποχή που μεσολαβεί ανάμεσα στον ιστορικό χρόνο των «πραγματικών» γεγονότων (με επικρατέστερο το έτος 855) και μέχρι την εποχή εμφάνισης των πρώτων γραπτών μαρτυριών (μέσα 13ου αιώνα και μετά), δε γίνεται πουθενά κι από κανέναν ιστορικό καμία αναφορά στο επεισόδιο της Ιωάννας. Τέσσερις αιώνες είναι ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για να δικαιολογήσει τη σιωπή των κειμένων για ένα τόσο συνταρακτικό γεγονός, ένα πρωτοφανές σκάνδαλο και ως εκ τούτου δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι αργοπορημένες μαρτυρίες αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Η πρώτη γνωστή αναφορά στην ιστορία και στο σκάνδαλο της Ιωάννας γίνεται το 1260 στην αφήγηση του δομινικανού μοναχού Jean de Mailly και θεωρείται γενικά αξιόπιστη, η πιο έγκυρη ωστόσο μαρτυρία είναι το κείμενο του Martinus Polonus (1265-1277). Από την εποχή που η ιστορία της Ιωάννας γίνεται λαϊκό ανάγνωσμα (τέλη 13ου αιώνα) και ως τις αρχές του 16ου δεν έχουμε σοβαρές αμφισβητήσεις των στοιχείων αυτών. Η Καθολική εκκλησία όχι μόνο δεν αντέδρασε στη διάδοση του θρύλου, αλλά αντίθετα τον αποδέχτηκε και τον συντήρησε. Μόνο όταν εμφανίστηκε στον ορίζοντα η απειλή του Λούθηρου (16ος αιώνας) και οι προτεστάντες άρχισαν να εκμεταλλεύονται την ιστορία, για να διαβάλουν την Καθολική Εκκλησία, οι παπιστές αμφισβήτησαν τα ίδια τους τα κείμενα. Από τον 16ο αιώνα και μετά δημιουργήθηκε εκ μέρους των καθολικών ένα συμπαγές μέτωπο εναντίον του μύθου ή της ιστορίας της Ιωάννας, χρεώνοντας τη δημιουργία του στους προτεστάντες και κατηγορώντας τους για παραποίηση εγγράφων και ιστορικών πηγών, πλαστογράφηση κειμένων και διασπορά ψευδών ειδήσεων. Ορισμένοι μάλιστα δε δίστασαν να εμπλέξουν στην όλη ιστορία και τους «σχισματικούς» της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, υποστηρίζοντας ότι πίσω από το επεισόδιο της Ιωάννας κρύβεται το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο ενορχήστρωσε την όλη ιστορία για να κλονίσει την εξουσία του Βατικανού και την πίστη του καθολικού ποιμνίου!
Παρ’ όλες τις κατηγορίες ο μόνος από τους συγγραφείς της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας που ασχολείται με την ιστορία της πάπισσας Ιωάννας είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης κι αυτός αρκετά καθυστερημένα, μόλις στα 1866. Γνωστός για την υφολογική του δεξιοτεχνία και το καυστικό του πνεύμα -σε όλο το κείμενο είναι φανερή η αντιθρησκευτική του στάση και η αντικληρική του πολεμική- ο Ροΐδης παίρνει αφορμή από την ιστορία της Ιωάννας για να στηλιτεύσει το σκοταδισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας και να παρωδήσει την κοινωνική υποκρισία. Ήξερε να χειρίζεται πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και ήξερε να λέει διαχρονικές κι ακόμη και σήμερα, 140 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, τραγικά επίκαιρες αλήθειες.

Σήμερα η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη ανήκει στις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής και ευρωπαϊκής πεζογραφίας. Έχοντας μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές και όχι μόνο γλώσσες και έχοντας διασκευαστεί, ουκ ολίγες φορές, τόσο για το θέατρο, όσο και για τον κινηματογράφο και παρά τις όποιες διώξεις που κατά καιρούς υπέστη από τους εκκλησιαστικούς κύκλους, Καθολικούς και Ορθόδοξους, προσελκύει πάντα, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, την προσοχή του αναγνώστη, όχι τόσο για το πρωτόγνωρο και σκανδαλιστικό του θέματος που πραγματεύεται και αφηγείται, όσο για τη αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα. Το μυθιστόρημά του είναι η καλύτερη λογοτεχνική διασκευή της ιστορίας της πάπισσας Ιωάννας σε όλη την Ευρώπη. Και η συνάντησή της με τον νεαρό Εμμανουήλ Ροΐδη επισφράγισε μία από τις κορυφαίες αναβιώσεις της μνήμης της στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Κοζάνη, Ιούνιος 2006


Σημείωση: Η παρούσα έκδοση του ΜΕΤΑΙΧΜΙΟΥ περιλαμβάνει, εκτός από το πιστό κείμενο του 1866, την απάντηση του συγγραφέα στην Ιερά Σύνοδο, την ειρωνική απολογία του («Επιστολαί ενός Αγρινιώτου»), καθώς και εκτενή και λεπτομερή εισαγωγή του επιμελητή της εκδόσεως Δημήτρη Δημηρούλη.



Πηγές: http://www.xkatsikas.gr/history/history5.htm
Μαλλιάρης-Παιδεία. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: Μαλλιάρης-Παιδεία / Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Θεσσαλονίκη : 2005.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΓΚΡΑΝΤΙΣΚΑΣ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

«Γκραντίσκα» ονομάζεται ο λόφος ανατολικά του Βυθού, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου και πάνω από την κάτω συνοικία του Πενταλόφου. Η λέξη, σύμφωνα με τις γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, είναι σερβική και σημαίνει φρούριο, κάστρο ή αλλιώς ακρόπολη.
Τα σερβικά τοπωνύμια είναι σήμερα τα μοναδικά κατάλοιπα της ολιγόχρονης σερβικής κατοχής στην περιοχή, που καθιερώθηκαν πριν ακόμη την κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας από τους Οθωμανούς Τούρκους (1390 περίπου) και τη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων ελληνικών οικισμών. Η ίδια η παλιά ονομασία του Πενταλόφου, το Ζουπάνι, είναι και αυτή σερβική, αφού ζουπάνος ονομαζόταν ο αρχηγός των νομαδικών, σερβικών φυλών, που πρωτοεμφανίστηκαν στα βόρεια σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Μια ιστορία διηγείται πως κάποτε, πάνω στη Γκραντίσκα ήταν χτισμένο ένα κάστρο. Σε κάποιον πόλεμο, αιώνες πριν, οι εχθροί πολιορκούσαν το κάστρο πολύ καιρό, μα όσες προσπάθειες κι αν έκαναν, δεν μπορούσαν να το κατακτήσουν. Πίστευαν πως αν επιμείνουν πολύ, σιγά-σιγά η πείνα, η δίψα και η εξάντληση, που αναπόφευκτα θα ερχόταν, θα έκαναν τους πολιορκημένους να παραδοθούν. Όμως οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν και το κάστρο της Γκραντίσκας δεν έπεφτε. Η πείνα, η δίψα και η εξάντληση από την πολύκαιρη πολιορκία και τον πόλεμο, που έπρεπε λογικά να πλήξει τους πολιορκημένους, που καιρό τώρα δεν είχαν ξεμυτίσει από το κάστρο τους, κόντευε τώρα να πλήξει το δικό τους στρατόπεδο κι οι στρατιώτες τους είχαν αρχίσει να κουράζονται και να παραπονιούνται, αφού πολεμούσαν καιρό πολύ, χωρίς αποτέλεσμα. Αντίθετα, μέσα στο κάστρο οι πολιορκημένοι έμοιαζαν να μην αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα και κάθε μέρα πολεμούσαν με την ίδια υπομονή και επιμονή, που στους πολιορκητές τους πια είχε αρχίσει να λιγοστεύει.
Ώσπου μια μέρα, σε κάποια ανάπαυλα της μάχης, την ώρα που οι πολιορκητές στρατιώτες ξεκουράζονταν μακριά από το κάστρο, στους πρόποδες του λόφου, δίπλα στην πηγή και το ποτάμι, είδαν μια γάτα να λιάζεται ξαπλωμένη πάνω στις πέτρες του βουνού. Καθώς δεν είχαν τίποτα άλλο να κάνουν, έμειναν να τη χαζεύουν. Ήταν μια πολύ όμορφη γάτα και φαινόταν σπιτική, τι γύρευε στο δάσος; Εκείνη βέβαια δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί τους, ούτε έδωσε σημασία στα καλέσματά τους κι αφού ξεκουράστηκε ώρα πολλή πάνω στα βράχια και μάζεψε ήλιο, σηκώθηκε, τέντωσε τη ράχη της για να ξεμουδιάσει από την πολύωρη ξεκούραση, τους γύρισε επιδεικτικά την πλάτη και …χάθηκε πίσω από μια συστάδα φύλλων, που βρισκόταν μαζεμένα στη βάση του βράχου, που η γάτα καθόταν και λιάζονταν! Οι στρατιώτες τα έχασαν. Τι ήθελε η γάτα μέσα στα φύλλα, αφού λογικά πίσω από αυτά δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από τις πέτρες του βουνού; Πήγαν κοντά, παραμέλησαν τα φουντωμένα κλαδιά κι είδαν πως η γάτα είχε μπει μέσα σ’ ένα λαγούμι. Στο λαγούμι που είχαν σκάψει οι κάτοικοι του κάστρου για να μπορούν να βγαίνουν έξω και να προμηθεύονται όλα τα απαραίτητα, χωρίς να τους αντιλαμβάνονται οι πολιορκητές τους. Γι’ αυτό και άντεχαν τόσο καιρό την πολιορκία. Από ‘κεί, απ’ αυτό το λαγούμι που η γάτα άθελα της τους αποκάλυψε, όρμησαν και οι ξένοι στρατιώτες κι έτσι τελικά κυρίευσαν το κάστρο της Γκραντίσκας.
Την ιστορία αυτή τη διέσωσε ο παππούς μου Χρίστος Γερ. Κατσίκας, δάσκαλος επί 40 χρόνια στο Βυθό και στον Πεντάλοφο, σε κάποιο από τα πολυπληθή χειρόγραφα του. Του τη διηγούνταν, γράφει, ο δικός του ο παππούς, ο Πούλιος, που λίγο πριν πεθάνει άγγιξε τον αιώνα, χωρίς να του διευκρινίζει ποιοι ήταν οι πολιορκητές και ποιοι οι πολιορκημένοι. Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ήξερε. Σήμερα πάνω στο λόφο της Γκραντίσκας, όσο το γυμνό μάτι μπορεί τουλάχιστον να διακρίνει, δε φαίνονται πουθενά ίχνη ή υπολείμματα κάστρου ή άλλου κτιρίου. Τα κάστρα και τα οχυρά των παλιών και νέων αφεντάδων του τόπου εγκαταλείφθηκαν και χάθηκαν στους αιώνες, αφήνοντας πίσω μόνο ονόματα και ιστορίες για να τους θυμούνται οι άνθρωποι στις χιλιετίες της αιωνιότητας. Όπως η ιστορία αυτή για το κάστρο της Γκραντίσκας που ο άγνωστος εχθρός, αιώνες πριν, κατέλαβε εξαιτίας μίας γάτας!

Κοζάνη, Ιούνιος 2010

2.081 μ.Χ.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2081
23:48 μ. μ.

Σήμερα στο σχολείο ήταν μια μέρα ξεχωριστή. Είχαμε γιορτή, τη γιορτή για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρώπη, μια μέρα που τα παιδιά μου περίμεναν ανυπόμονα μήνες τώρα. Όχι τόσο για την επέτειο που η γιορτή ήρθε να μας θυμίσει -τα παιδιά μου είναι ακόμη πολύ μικρά για τέτοιες μεγάλες σκέψεις- όσο για το ότι η δική μας γιορτή ήταν μια υπόθεση αποκλειστικά δική τους. Γιατί όλα, μα όλα, στη σημερινή σχολική μας γιορτούλα τα ετοίμασαν μόνοι τους οι μικροί μου μαθητές. Η δική μου βοήθεια, σα δασκάλας, θα ήταν μάλλον άσκοπη, αν τα παιδιά μου δεν είχαν αποφασίσει να ετοιμάσουν την καλύτερη γιορτή που παρουσιάστηκε ποτέ στο σχολείο μας. Κουράστηκαν πολύ όλους αυτούς τους μήνες που ετοιμαζόμασταν, μα σήμερα οι κόποι τους ανταμείφθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Η γιορτή ήταν, χωρίς υπερβολή, τέλεια! Ο κόσμος που την παρακολούθησε, γονείς και δάσκαλοι, έφυγε πραγματικά ενθουσιασμένος και μέχρι και ο κύριος διευθυντής μας αναγκάστηκε να παραδεχτεί, σε μία σπάνια κρίση ειλικρίνειας, πως τα παιδιά μου έδωσαν πραγματικά τον καλύτερο τους εαυτό. Κι ας ήταν βέβαιος λίγους μήνες πριν, τη μέρα που ανέθετε τη γιορτή στην τάξη μου, πως δε θα καταφέρναμε απολύτως τίποτα. Μα αυτό σήμερα, μπροστά στην …επιτυχία μας, φρόντισε επιμελώς να το ξεχάσει!
Είναι συνήθεια αρκετά χρόνια τώρα να γιορτάζεται με λαμπρότητα κάθε ημερομηνία και κάθε γεγονός, που έχει κάποια σχέση και κάποια σημασία για την Ενωμένη Ευρώπη, την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Κρατών, όπως ονομάζεται από τη μέρα που άνοιξαν τα σύνορα. Φέτος ήταν η χρονιά της Ελλάδας, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην ομοσπονδία, τότε Ε.Ο.Κ. κι αυτό το γεγονός γιορτάσαμε σήμερα στο σχολείο. Βέβαια, η ημερομηνία -23 του Μάη- είναι συμβολική, μα το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας και οι υπεύθυνοι των εκπαιδευτικών ζητημάτων στις Βρυξέλλες έκριναν πως αυτό δεν έχει καμία σημασία, τα 100 χρόνια είναι που μετράνε κι έστειλαν σε όλα τα σχολεία της ελληνικής επικράτειας, αρκετούς μήνες πριν, από την αρχή της σχολικής χρονιάς, την εντολή για την προετοιμασία της γιορτής μαζί με την ομιλία που έπρεπε να διαβάσουμε στα παιδιά. Ποτέ σ’ αυτές τις «ευρωπαϊκές» γιορτές δεν ετοιμάζουμε εμείς οι ίδιοι τις ομιλίες, όπως στις άλλες, «απλές» επετείους κάθε χώρας συνηθίζεται. Πάντα μας τη στέλνουν έτοιμη από τις Βρυξέλλες. Συνήθως, ή μάλλον πάντα, οι ομιλίες αυτές δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία απαρίθμηση των αγαθών, πραγματικών ή υποτιθέμενων, που κέρδισε η κάθε χώρα, με την είσοδο της στην Ένωση και των δεινών που θα είχε υποστεί, αν έμενε μόνη και απομονωμένη από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία. Αν μπορούσα να την παραβλέψω θα το είχα κάνει ευχαρίστως, αφού τίποτα παραπάνω δεν έλεγε από αυτά που εμείς είχαμε ήδη ετοιμάσει, ήταν όμως ρητή διαταγή να τη διαβάσουμε πρώτη-πρώτη κι ο κύριος διευθυντής μας δε θα παράκουγε ποτέ διαταγές της Ευρώπης. Εκτός αυτού η θέση μου απέναντι του ήτανε ήδη δύσκολη. Του είχα ξαναφέρει αντίρρηση και μάλιστα αρκετά σθεναρά, όταν είπε να διαβάσουμε την ομιλία στα παιδιά έτσι όπως μας την είχαν στείλει, δηλαδή στα αγγλικά και δε θα ανεχόταν να εναντιωθώ ξανά στις απόψεις του. Αν μου επέτρεψε να διαβάσω την ελληνική μετάφραση το έκανε μόνο και μόνο, γιατί όλοι οι συνάδελφοι συμφωνήσαμε και μάλλον πείσαμε κι εκείνον πως στις σχολικές γιορτές, που κατά κανόνα αποτελούν ευκαιρία για κοπάνα, ποτέ κανείς δεν προσέχει τις ομιλίες. Ούτε καν οι ίδιοι οι δάσκαλοι. Αν επιμέναμε στα αγγλικά θα χάναμε την προσοχή των παιδιών ακόμα πιο εύκολα κι ας είναι πλέον η δεύτερη γλώσσα όλων. Τα παιδιά μας σήμερα γνωρίζουν αγγλικά καλύτερα κι από τη μητρική τους γλώσσα και δεν θεωρείται πλέον υπερβολή, αλλά αντίθετα ανάγκη, να ξεκινούν να μαθαίνουν «ευρωπαϊκές» γλώσσες, πριν ακόμα ξεκινήσουν το σχολείο, όπως ακριβώς κάνουν οι μικροί μου μαθητές. Άλλωστε, δικαιολογούνται, είμαστε πια Ευρωπαίοι!
Θυμάμαι πόσο πολύ εξοργιζόταν η γιαγιά μου με κάτι τέτοιες επετείους και δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για «ευρωπαϊκές γιορτές», που τα πρώτα χρόνια της καθιέρωσής τους, οι εκάστοτε κυβερνήσεις προωθούσαν με μεγάλη επιμονή και κάθε μέσο, ειδικά στα σχολεία. Θα γινόταν έξω φρενών αν ζούσε σήμερα, ιδιαίτερα αν άκουγε το λόγο που εκφωνήσαμε στο σχολείο και όλες αυτές τις ευχαριστίες για τα όσα η Ευρώπη μας πρόσφερε, που επαναλαμβάνουν από το πρωί και κάθε μέρα σε κάθε μέσο και με κάθε αφορμή πολιτικοί και διανοούμενοι. Βέβαια, αυτά είναι λόγια της στιγμής, κάποιοι από τους επισήμους πρέπει να τα πουν, ακόμη κι αν δεν τα πιστεύουν -αν και δε νομίζω να υπάρχει σήμερα έστω και ένας πολιτικός που να μην πιστεύει στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία- μα αν ζούσε σήμερα η γιαγιά ξέρω ότι θα έκλεινε με νεύρα την τηλεόραση και θα έφευγε από το δωμάτιο ρίχνοντας κατάρες σε όλους αυτούς. Κυρίως στους Ευρωπαίους.
Η γιαγιά δεν αγάπησε ποτέ, ούτε τους Ευρωπαίους, ούτε την Ευρώπη. Όλη αυτή η προσπάθεια της ευρωπαϊκής ενοποίησης της φαινόταν ένα φιάσκο, μια προσπάθεια ένωσης ανόμοιων πραγμάτων, που δεν αποδέχτηκε ποτέ, ακόμη και τα χρόνια που η ένωση αυτή έγινε πράξη. Για τη γιαγιά μου όλα αυτά ήταν ουτοπίες κάποιων, ρομαντικών τότε, τον πρώτο καιρό, ανθρώπων. Μετά υπολογισμοί των συμφερόντων. Ποιος μπορεί να ενώσει ανόμοιους λαούς; Να είναι συνέταιροι, συνεργάτες και σύμμαχοι, ναι, αλλά ένα κράτος! Πού ακούστηκε κάτι τέτοιο; Με παραξένευε πάντα αυτή η στάση της, γιατί η γιαγιά μου ήταν κοριτσάκι το 1981, όταν η Ελλάδα έγινε το δέκατο μέλος της τότε Ε.Ο.Κ. Κι όταν μεγαλώνεις μέσα σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, σε μία κατάσταση που σου λένε και τελικά σε πείθουν πως είναι για το καλό σου, για να σε προωθήσει στο μέλλον, όπως μαθαίνουν τώρα οι μικροί μου μαθητές, μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτήν και να θεωρείς τον εαυτό σου ένα κομμάτι της κι αν δε σε βλάψει, δεν την πολεμάς. Και τη γιαγιά μου, απ’ ό,τι ξέρω, δεν την έβλαψε η Ευρώπη.
Μα η γιαγιά, όταν τολμούσα να της το πω αυτό, δε συμφωνούσε μαζί μου. Μου έλεγε πως μια ζωή σχεδόν άκουγε μεγαλόστομους πολιτικούς να ζητάνε θυσίες για να μπει η μικρή κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα στην Ευρώπη και να συναντήσει εκεί τη μυθική γη Χαναάν. Εκείνη υποστήριζε πως δεν είχε συναντήσει τίποτα και μετά οι ίδιοι ή παρόμοιοι πολιτικοί ζητούσαν ξανά τις ίδιες θυσίες. Κι οι Ευρωπαίοι να μας κοιτάζουν με περιφρόνηση και να απορούν πως ένας τόσο σπουδαίος λαός κατάντησε να έχει τέτοιους απογόνους κι η γιαγιά γινόταν έξαλλη. Οι «ξένοι», κι αυτοί για τη γιαγιά μου ήταν μόνο οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, κανένας άλλος λαός, ήξεραν από την Ελλάδα μόνο την αρχαία ελληνική ιστορία κι αυτή έτσι όπως αυτοί την ήθελαν, ως το Μεγαλέξανδρο μόνο, αυτόν τον «ημιβάρβαρο», κατ’ αυτούς, πολεμοχαρή Μακεδόνα, που καμία σχέση δεν είχε με τους υπόλοιπους Έλληνες, τα μπουζούκια και τα νησιά. Κατά τ’ άλλα η σύγχρονη Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς ένα υποανάπτυκτο κράτος, που προσπαθούσε να ορθοποδήσει χωρίς επιτυχία κι η γιαγιά θύμωνε, όχι τόσο με τους ξένους -αυτοί τι ξέρουν;- όσο με τους Έλληνες, όταν μιλούσαν περιφρονητικά για την πατρίδα τους. Γιατί για τη γιαγιά μου, για ένα λόγο που εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να νιώσω, η πατρίδα ήταν ιερή.
Στο σχολείο, μου έλεγε, άκουγε συνεχώς για την απειλή του 1992 τότε που τα σύνορα, όπως της έλεγαν, θ’ ανοίξουν κι οι Ευρωπαίοι θα αποβιβαστούν, σα νέοι κατακτητές στην Ελλάδα και θα σαρώσουν τα πάντα. Ύστερα διάβαζε για να περάσει σ’ ένα «υποβαθμισμένο», όπως συμμαθητές και καθηγητές της υποστήριζαν, ελληνικό πανεπιστήμιο, αφού και να περνούσε και να τελείωνε, το πτυχίο της δε θα είχε καμία αξία απέναντι σ’ αυτά που θα έφερναν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί της από τα «αναβαθμισμένα» πανεπιστήμια του εξωτερικού. Όλως παραδόξως αυτά τα υποστήριζαν με πάθος όλοι σχεδόν οι συμμαθητές της, που έκαναν ακριβώς το ίδιο μ’ εκείνη: Διάβαζαν για να περάσουν στα υποβαθμισμένα ελληνικά πανεπιστήμια! Ύστερα, ειρωνευόταν η γιαγιά, κρέμασαν όλοι τα υποβαθμισμένα ελληνικά πτυχία τους στον τοίχο κι έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι. Σπάνια στην ειδικότητα τους και κατά προτίμηση στην πόλη που τους είχε μεγαλώσει ή κάπου εκεί τριγύρω, χωρίς να τολμούν να μιλήσουν, να πουν ή να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που η επίσημη εξουσία ή απλώς οι πολλοί υποστήριζαν. Τουλάχιστον αυτή είχε τολμήσει να «πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά» κι έλεγε με πονηρό χαμόγελο πως είχε ζήσει σχεδόν τα πάντα κι απ’ τη ζωή της δεν απογοητεύτηκε ποτέ κι ας ζούσε τα τελευταία χρόνια μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν αγαπούσε. Που δε συμπάθησε καν.
Μάλλον γι’ αυτό η γιαγιά μου δε αποδέχτηκε ποτέ την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Γιατί μια ζωή την έβλεπε, την έμαθαν να τη βλέπει, σαν απειλή. Απειλή για το μέλλον της, την επιτυχία και την ευτυχία της, κυρίως απειλή για την ταυτότητα της και φόβο για την πατρίδα της την ίδια. Η γιαγιά μου ήξερε πως η Ελλάδα είναι ένα μικρό κράτος. Ίσως και αδύναμο. Όχι στον πόλεμο, τους κατακτητές που ερχόταν με τα όπλα μπορούσε να τους νικήσει. Μπορούσε όμως ν’ αντέξει και στην ειρηνική εισβολή της Ευρώπης; Οι Έλληνες πάντα λάτρευαν ότι ερχόταν «απ’ έξω», ειδικά εδώ, στην επαρχία κι η Ευρώπη ήταν πάντα γι’ αυτούς η τέλεια εικόνα της ευημερίας. Κι η γιαγιά, όσο τα χρόνια περνούσαν, έβλεπε τον εαυτό της να μεγαλώνει μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν ήξερε και τα παιδιά της να γεννιούνται μέσα σε μια Ελλάδα, που ξεχνούσε την ελληνική γλώσσα και την ελληνική της ταυτότητα. Ξαφνικά έπρεπε να ξεχάσει κι εκείνη τη δραχμή και να βάζει στο πορτοφόλι της τα ευρώ και να υπακούει πάντα στις εντολές της Ευρώπης, που ποτέ δεν υπολόγισε την ελληνική ψυχή της και ποτέ δεν τη βοήθησε χωρίς αντάλλαγμα. Όλα αυτά, που τώρα για μας είναι κομμάτια της καθημερινότητάς μας, ήταν για εκείνη η σταδιακή κατάρρευση του κόσμου της και μια υποσυνείδητη, μα τρομακτική απειλή για το μέλλον. Μα η απειλή για την Ελλάδα έπρεπε να έρχεται μόνο από την Ανατολή, ποτέ από τη Δύση κι όταν αποφάσισαν πως και η Ανατολή πρέπει να γίνει φίλος μας, πάντα με διαταγή της Ευρώπης, τότε ο εχθρός αποφάσισαν να έρχεται από το Βορρά, που αυτή είχε τολμήσει να υποστηρίξει όταν η πολιτισμένη Δύση διέλυε με έξυπνες βόμβες τα Βαλκάνια. Η Δύση, της έλεγαν, δεν την απείλησε ποτέ κι ας μόλυνε η Δύση με ουράνιο τα όνειρα των παιδιών της. Τουλάχιστον, μέχρι το τέλος, έβλεπε ακόμα την ελληνική σημαία να κυματίζει πάνω από την πόλη, έστω και δίπλα, μα ψηλότερα από την ευρωπαϊκή και δεν απογοητευόταν. «Βλέπεις», μου έλεγε. «Υπάρχει ακόμα Ελλάδα. Δε θα μας βγάλουν από τη μέση τόσο εύκολα»!
Η γιαγιά μου έζησε και έκλεισε τον αιώνα και είδε πολλά απ’ αυτά που φοβόταν να γίνονται πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό δεν έκανε ποτέ καμιά προσπάθεια να πάψει να γερνάει, όπως συνηθίζεται από τότε που δημιουργήθηκαν τα διάφορα φάρμακα και τα άλλα μέσα που επιβραδύνουν τη γήρανση. Τους περισσότερους τους τρομάζουν τα γηρατειά. Η γιαγιά μου τα απολάμβανε. Ζούσε κάθε στιγμή με το ίδιο πάθος, από την πρώτη της ανάσα μέχρι το τέλος, μέχρι τα εκατό. Πράγματι είχε πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά και δεν την άφησε να φύγει εύκολα. Έλεγε πως αυτή δε χρειαζόταν φάρμακα για να ζήσει περισσότερο, η μακροζωία ήταν κληρονομική και μου απαριθμούσε παππούδες επί παππούδων που πέθαναν, αφού είχαν κλείσει τον αιώνα, με αποκορύφωμα εκείνον τον παππού του προπάππου της, που πέθανε αισίως στα 120! Άλλωστε, όπως έλεγε η γιαγιά, τι θα καταλάβουμε αν ζήσουμε αιώνια; Θ’ αντέξουμε να ζούμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς; Όταν η γιαγιά μου έφυγε, ήρεμα και ήσυχα, χωρίς καμία τύψη να βαραίνει την ψυχή της, τίποτα δεν ήταν όπως τα είχε μάθει. Η πόλη της, η γειτονιά της, οι άνθρωποι, όλοι κι όλα είχαν αλλάξει. Κι είναι λογικό αυτό μέσα σ’ έναν αιώνα. Μα η γιαγιά μου δεν μπορούσε πλέον ν’ αλλάξει. Και την τρόμαζε αυτός ο κόσμος που κάποτε είχε αγαπήσει με πάθος, μα δε μπορούσε πλέον να αναγνωρίσει κι ας μην απογοητεύτηκε ποτέ.
Λένε πως της μοιάζω. Στην εμφάνιση, στους τρόπους, στη σκέψη. Στο πείσμα, λέει η μητέρα μου. Κι όπως εκείνη τρόμαζε με τον κόσμο που αλλάζει διαρκώς, έτσι τρομάζω κι εγώ μ’ όλα αυτά που γίνονται γύρω μου. Κυρίως μ’ εκείνα που δεν μπορώ να προβλέψω. Τα παιδιά μου σήμερα στο σχολείο ήταν ενθουσιασμένα με τη γιορτή κι εγώ ενθουσιάστηκα με την επιμονή τους και τη δουλειά που έκαναν όλους αυτούς τους μήνες. Έτσι, όμως, όπως τ’ άκουγα να μιλάνε, με τόσο πάθος και τόση αγάπη για την Ευρώπη, την καινούργια τους πατρίδα, τρόμαξα. Τρόμαξα με τη σκέψη πως κάποια στιγμή, εμείς, οι Έλληνες θα υπάρχουμε μόνο στα βιβλία της ιστορίας, πως για τα παιδιά μας τα ελληνικά θα είναι μία ακόμα ξένη γλώσσα, που σε λίγα χρόνια δε θα τη μαθαίνουν πλέον, γιατί δε θα τη χρειάζονται πουθενά και θα λεγόμαστε Έλληνες από παράδοση και μόνο, αφού θα γίνουμε ένα κράτος χωρίς έθνος. Κι αν ξαφνικά η Ευρώπη διαλυθεί στους πέντε ανέμους, τότε τι θα κάνουμε; Πού θα γείρουμε για παρηγοριά;
Μάλλον αυτό πρέπει να μάθω πριν απ’ όλα στους μαθητές μου: Να είναι πάνω και πριν απ’ όλα Έλληνες και μετά Ευρωπαίοι. Γιατί, αν προσπαθήσουμε να γίνουμε κάτι καινούργιο διαγράφοντας το παρελθόν, το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να γίνουμε ένας λαός χωρίς μέλλον και δε μας αξίζει. Άλλωστε, ό,τι και να γίνει, πατρίδα μας θα είναι πάντα αυτή η μικρή γωνιά των Βαλκανίων κι όχι η Ευρώπη ολόκληρη. Πάντα εδώ θα γυρίζουμε κι εδώ θα ζητάμε παρηγοριά. Ασυναίσθητα τα βήματα μας θα μας φέρνουν πάντα στο τέλος εδώ. Εδώ που είναι η καρδιά και που μένει πάντα η σκέψη.

Κοζάνη, Ιούλιος 2000

ΜΙΑ ΕΝ ΨΥΧΡΩ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΤΟ ΚΑΝΣΑΣ

& ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ TRUMAN CAPOTE
της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Truman Capote. Εν ψυχρώ: Η αληθινή περιγραφή ενός πολλαπλού εγκλήματος και των συνεπειών του (In Cold Blood: A True Account of a Multiple Murder and Its Consequences).
Εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σελ. 373.

Το Νοέμβρη του 1959 ένα φρικτό έγκλημα συνταράσσει την μέχρι τότε ήσυχη, σχεδόν βαρετή ζωή της μικρής πόλης Holcomb στο Κάνσας των Η.Π.Α. Τα τέσσερα από τα έξι συνολικά μέλη της οικογένειας του ευκατάστατου γαιοκτήμονα Herb Clutter δολοφονούνται άγρια από δύο νεαρούς, που εισβάλλουν ξημερώματα στη φάρμα τους με σκοπό τη ληστεία. Όταν η οικογένεια αντιλαμβάνεται την παρουσία τους μέσα στο σπίτι, τους εκτελούν αδίστακτα όλους εν ψυχρώ, χωρίς να δείξουν τον παραμικρό οίκτο.
Απ’ αυτό το πραγματικό και τραγικό, πρωτοφανές για τη μικρή και κλειστή κοινωνία του Holcomb γεγονός, παίρνει αφορμή ο Truman Capote για να γράψει ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Το «Εν ψυχρώ», τις δημοσιογραφικές έρευνες για την ολοκλήρωση του οποίου πραγματοποίησε με τη συνδρομή και τη βοήθεια της καλής του φίλης Αμερικανίδας συγγραφέως Harber Lee, κυκλοφόρησε τελικά το 1965, μετά από εξονυχιστική έρευνα έξι χρόνων, θεμελιώνοντας ένα νέο είδος λογοτεχνίας, που συνδυάζει με επιτυχία τις καθιερωμένες λογοτεχνικές μεθόδους με τη δημοσιογραφικού τύπου εξιστόρηση ενός πραγματικού γεγονότος. Με το νέο μυθιστορηματικό είδος, που με αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα εγκαινίασε, ο Capote ήθελε να αποδείξει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα και συχνά ξεπερνάει σε ευρηματικότητα, ακόμη και τα πιο ευφάνταστα θρίλερ.
Στην ιστορία που καταγράφεται, περιγράφονται η ζωή και οι συνήθειες της οικογένειας Clutter πριν το φρικτό γεγονός, που έμελλε να στιγματίσει, τόσο το σχεδόν ασήμαντο χωριό του Holcomb, όσο και μια ολόκληρη χώρα και μια ολόκληρη εποχή, η δολοφονία τους από τον Richard Hickock και τον Perry Edward Smith, δύο νεαρούς, γνώριμους και κατά καιρούς ενοίκους των φυλακών, που αναζητούσαν στη φάρμα χρήματα, πολλές εκατοντάδες δολάρια που κάποιοι έλεγαν ότι έχει κρυμμένα εκεί ο ιδιοκτήτης της, οι έρευνες για την ανεύρεσή και τον εντοπισμό τους, η σύλληψη, η δίκη, η καταδίκη και τελικά η εκτέλεση τους πέντε χρόνια αργότερα. Ο Capote και η Lee ταξίδεψαν από την πρώτη στιγμή στον τόπο του τραγικού συμβάντος, αμέσως μόλις το γεγονός μεταδόθηκε από τα αμερικανικά τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα και τις εφημερίδες και πριν ακόμα η αστυνομία ανακαλύψει και συλλάβει τους δράστες, συζήτησαν και συνομίλησαν με όλους όσους ενεπλάκησαν με οποιοδήποτε τρόπο στην υπόθεση και με δεκάδες σελίδες σημειώσεων με συγκλονιστικά στοιχεία, έξι χρόνια αργότερα και 17 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος («Άλλοι καιροί, άλλοι τόποι» (1948), με το οποίο καθιερώθηκε στους αμερικανικούς και διεθνείς λογοτεχνικούς κύκλους), ολοκληρώνουν τελικά ένα βιβλίο που θεωρείται σήμερα σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία. Από το 1965, χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας του, μέχρι σήμερα το «Εν ψυχρώ» έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες, έχει μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο κι έχει αποτελέσει θέμα πολλών θεατρικών έργων, αλλά και τηλεοπτικών σειρών.
Αφορμή του μακελειού ήταν η πληροφορία, που οι δύο νεαροί δράστες είχαν από έναν πρώην εργαζόμενο στη φάρμα, συγκρατούμενο του Hickock στη φυλακή, ότι ο Herb Clutter, ο ευκατάστατος κι αυτοδημιούργητος γαιοκτήμονας, έκρυβε κάπου στο σπίτι του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, μια φήμη που αποδείχτηκε τελικά αβάσιμη. Ο Clutter, γνωρίζοντας ή υποψιαζόμενος τους κινδύνους που έκρυβε το να έχει σπίτι ένα τόσο μεγάλο χρηματικό πόσο, εξοφλούσε πάντα τα χρέη του με επιταγές. Ο Hickock και ο Smith μπήκαν στο σπίτι τα ξημερώματα της 15ης Νοεμβρίου 1959 και, όταν ο ιδιοκτήτης αντιλήφθηκε τους παρουσία τους εκεί, δε δίστασαν να τον πυροβολήσουν και να τον σκοτώσουν, σκοτώνοντας στη συνέχεια τη γυναίκα, το 15χρονο γιο και τη 16χρονη κόρη του. Από το θάνατο γλίτωσαν μόνο οι δύο μεγαλύτερες κόρες της οικογένειας, που όντας ήδη παντρεμένες, ζούσαν μακριά από την πατρική εστία και δε βρισκόταν στο σπίτι το επίμαχο βράδυ του μακελειού. Οι δύο δράστες ονειρευόταν, με τα χρήματα που θα αποσπούσαν από τη φάρμα των Clutter, να ξεκινήσουν μία νέα και ανέμελη ζωή μακριά από το Κάνσας και τις Η.Π.Α., ίσως κάπου στο Μεξικό. Και πράγματι στο Μεξικό κατέφυγαν μετά το φονικό κι αφού ξόδεψαν όλα τους τα χρήματα, πουλώντας ακόμα και το αυτοκίνητο του Hickock, επιστρέφουν άφραγκοι στις Η.Π.Α. Συνελήφθησαν στο Las Vegas λίγο καιρό μετά την επιστροφή τους, χάρη στην παρατηρητικότητα των αστυνομικών, που αναγνώρισαν τις πινακίδες του αυτοκινήτου, που οι δύο δράστες είχαν κλέψει με την επιστροφή τους στις Η.Π.Α. και χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους. Η δίκη τους πραγματοποιήθηκε στο Garden City του Κάνσας από τις 22 μέχρι τις 29 Μάρτη 1960. Η απόφαση ήταν φυσικά καταδίκη εις θάνατο. Ο δύο δράστες εκτελέστηκαν δι’ απαγχονισμού πέντε χρόνια αργότερα, στις 14 Απριλίου 1965.
Με τη δημιουργία του βιβλίου αυτού ασχολείται και η ταινία «Capote: A Biography» (1988), που βασίζεται στη βιογραφία του Αμερικανού συγγραφέα από τον Gerald Clarke. Η ταινία αφηγείται τις εμπειρίες του Capote τα έξι χρόνια που δούλευε το βιβλίο και πρωταγωνιστεί, ενσαρκώνοντας τον ίδιο το συγγραφέα, ο βραβευμένος με Oscar Philip Seymour. Τα ίδια γεγονότα παρουσιάζονται και στο φιλμ «Infamous» (2006) με τον Toby Jones και τη Sandra Bullock στο ρόλο της Harber Lee.
Όλ’ αυτά τα γεγονότα, μία ιδιαίτερα σκληρή, πολλαπλή δολοφονία τεσσάρων ατόμων, μίας ολόκληρης οικογένειας και όλες τις συνέπειές της, περιγράφει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια και κάθε ειλικρίνεια ο Truman Capote στο «Εν ψυχρώ», το πλέον πετυχημένο έργο του, τόσο εμπορικά, όσο και λογοτεχνικά. Η ολοκλήρωση και έκδοσή του το 1965 άφησε έντονο το στίγμα της όχι μόνο στα αμερικανικά, αλλά και στα παγκόσμια λογοτεχνικά χρονικά και έδωσε στο συγγραφέα του την αφορμή να υπογράψει ένα από τα σημαντικότερα, ίσως το σημαντικότερο βιβλίο της καριέρας του, αλλά και ολόκληρου του 20ου αιώνα.

Κοζάνη, Νοέμβριος 2006



Πηγές:
http://en.wikipedia.org/wiki/Truman_Capote
http://en.wikipedia.org/wiki/In_Cold_Blood_(book)

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΟΙ ΝΕΟΙ, ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ΤΟΥ TRUMAN CAPOTE

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Truman Capote. Άλλες φωνές, άλλοι τόποι (Other Voices, Other Rooms).
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2005, σελ. 250.

Ο Αμερικανός συγγραφέας Truman Capote (1924-1984) έγινε ιδιαίτερα γνωστός, πιθανόν παγκοσμίως, με την κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας του «Πρόγευμα στο Τίφανις» με πρωταγωνίστρια την Όντρεϊ Χέπμπουρν το 1961. Το μυθιστόρημα ωστόσο, που τον καθιέρωσε στους κύκλους των κορυφαίων λογοτεχνών του 20ου αιώνα ήταν το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι» που εκδόθηκε το 1948, όταν ο Kapote ήταν μόλις 24 ετών. Ήταν το πρώτο μυθιστόρημά του (μετά τη βράβευση του διηγήματός του Miriam το 1946 με το βραβείο O’ Henry Memorial Award) και το βιβλίο που εδραίωσε τη φήμη του, αποτελώντας ταυτόχρονα σημαντική εμπορική επιτυχία, καθώς πούλησε περισσότερα από 26.000 αντίτυπα κι έμεινε στη λίστα των μπεστ-σέλλερ των New York Times για εννέα ολόκληρες εβδομάδες.
Ήρωας της ιστορίας είναι ο δωδεκάχρονος Τζόελ Νοξ, που μετά το θάνατο της μητέρας του, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Νέα Ορλεάνη, όπου μέχρι τότε ζούσε και να ταξιδέψει μόνος στο μαγευτικό και ταυτόχρονα εφιαλτικό αμερικανικό Νότο για να ξανασμίξει με τον πατέρα του, που δεν έχει συναντήσει ποτέ. Μετά από ταξίδι δύο ημερών και ταλαιπωρία αφάνταστη, θα φτάσει σ’ ένα ξεπεσμένο και μισοερειπωμένο αρχοντικό, όπου, αντί για τον πατέρα του, τον υποδέχονται η βλοσυρή μητριά του και ο παράξενος, μα γοητευτικός ξάδελφός της Ράντολφ. Σιγά-σιγά ο Τζόελ, αναζητώντας απαντήσεις στα αινίγματα και στα ερωτήματα της ενήλικης ζωής για την αγάπη και το θάνατο, θα γνωριστεί με τα χρώματα, τις συνήθειες και τις δεισιδαιμονίες του Νότου, ενώ θα βρει τρυφερότητα και συντροφικότητα στη φιλική σχέση που αναπτύσσει με την Άινταμπελ, ένα τρομερό αγοροκόριτσο.
Γράφοντας για το συγκεκριμένο έργο του, λίγα χρόνια αργότερα, ο Trouman Kapote το χαρακτήρισε σαν μία «ασυνείδητη και ενστικτώδης προσπάθεια να ξορκίσει τους δαίμονές του». Έχοντας ζήσει και ο ίδιος στον αμερικανικό Νότο, στο Μόνρόεβιλ της Αλαμπάμα με την οικογένεια της μητέρας του, μετά το διαζύγιο των γονιών του από τα 4 μέχρι τα 13 του χρόνια είχε γνωρίσει από κοντά το ονειρικό και ταυτόχρονα εφιαλτικό τοπίο, που τόσο εύστοχα περιγράφει στο βιβλίο του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αλαμπάμα γνωρίστηκε και συνδέθηκε στενά, με αγνή και ειλικρινή μέχρι τέλους φιλία με την αμερικανίδα συγγραφέα Harber Lee (που του ενέπνευσε το χαρακτήρα της Άινταμπελ) συνεργάτιδας του στο μυθιστόρημα «Εν ψυχρώ», κατά πολλούς το πλέον πετυχημένο έργο του, τόσο εμπορικά, όσο και καλλιτεχνικά. Ο Kapote επιθυμούσε -και το επιχείρησε με αυτό κυρίως το βιβλίο- να δημιουργήσει ένα νέο είδος λογοτεχνίας το οποίο θα συνδυάζει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές μεθόδους με τη δημοσιογραφικού τύπου εξιστόρηση ενός πραγματικού γεγονότος. Από ένα πραγματικό άλλωστε γεγονός, την είδηση για τέσσερις ανεξήγητους θανάτους των μελών μιας οικογένειας στο Κάνσας το Νοέμβριο του 1959, πήρε αφορμή για το «Εν ψυχρώ» (που εκδόθηκε τελικά ολοκληρωμένο το 1966).
Αν η Harber Lee ενέπνευσε τον Kapote στη δημιουργία του χαρακτήρα της Άινταμπελ, η καλή του φίλη του το ανταπέδωσε δίνοντας του το ρόλο του Dill Harris στο μπεστ-σέλλερ της «To kill a mockingbird» το 1960, που διαδραματίζεται στο Μόνρόεβιλ της Αλαμπάμα, στην ίδια πόλη όπου και οι δύο είχανε ζήσει και εκεί όπου, σαν παιδιά, είχανε γνωριστεί. Για πολλά χρόνια επικρατούσε η φήμη ότι ο Capote ο ίδιος είχε γράψει κομμάτια του μυθιστορήματός της ή ακόμα και ολόκληρη την ιστορία, μια φήμη που ωστόσο διαλύει η προσεχτική μελέτη των έργων των δύο συγγραφέων και ο εντοπισμός των έντονων διαφορών στον τρόπο γραφής τους. Η προσωπικότητα του Capote ήτανε πολύ πιο επιδεικτική από της Lee και το στυλ γραφής των δύο αντικατοπτρίζει τέλεια αυτή τη διαφορά.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Truman Capote είχε απομονωθεί, πιθανόν εξαιτίας της απόρριψης πολλών φίλων του και υιοθέτησε μία άκρως εκκεντρική συμπεριφορά στις δημόσιες εμφανίσεις του, ενδεχομένως απόρροια του αλκοολισμού και της κατάχρησης διαφόρων ναρκωτικών ουσιών. Το τελευταίο λογοτεχνικό του έργο, που δημοσιεύτηκε ενώ βρισκόταν ακόμα στη ζωή, ήταν η συλλογή διηγημάτων «Μουσική για χαμαιλέοντες» (Music for Chameleons) το 1980. Ο Truman Kapote πέθανε στις 25 Αυγούστου του 1984, ένα περίπου μήνα πριν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του, από υπερβολική δόση χαπιών. Εκτός από το πρώτο διήγημα του 1946, δε βραβεύτηκε έκτοτε ποτέ και για κανένα άλλο έργο του και δεν το επεδίωξε κιόλας. Το συγγραφικό του έργο ωστόσο, αν και ελάχιστο και σύντομο, τον κατατάσσει δίκαια ανάμεσα στους κορυφαίους συγγραφείς των μέσων του 20ου αιώνα

Κοζάνη, Οκτώβριος 2006
Πηγές: http://en.wikipedia.org/wiki/Truman_Capote

ΒΑΣΙΛΕΙΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Ένα από τα γοητευτικότερα κομμάτια της αρχαίας ελληνικής ιστορίας είναι αναμφισβήτητα η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του νεαρού βασιλιά της Μακεδονίας που από την πρώτη στιγμή της ζωής του βρέθηκε μέσα σε μία σύνθεση από συμπτώσεις και θείες διαταγές, σχετικά με την πορεία και το μέλλον του. Η μετέπειτα ιστορία του και το ανυπέρβλητο κατόρθωμά του -η κατάκτηση όλου του ανατολικά της Ελλάδας γνωστού κόσμου- δικαίωσαν τα σημάδια που συντρόφευσαν τη στιγμή της γέννησης του και τους προφήτες που προφήτευσαν τη βασιλεία του αιώνες πριν.
Ένα μοναδικό ντοκουμέντο εκείνων των σχεδόν μυθικών ημερών που επέζησε μέχρι σήμερα μόνο μέσα από τα λόγια των αρχαίων συγγραφέων είναι οι Βασίλειες Εφημερίδες, τα ημερήσια φύλλα πλήρους καταγραφής των όσων συνέβαιναν καθημερινά στο απέραντο βασίλειο της Μακεδονίας. Η «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», θα χαρακτηριζόταν σήμερα, της εποχής εκείνης, μία επίσημη, πλήρης και λεπτομερής καταγραφή των καθημερινών γεγονότων του πολιτικού κόσμου του κράτους του Αλέξανδρου. Η πιο πλήρης ιστορία και η πιο αυθεντική πηγή για εκείνες τις ώρες που σημάδεψαν ανεξίτηλα και συνεχίζουν να σημαδεύουν ολόκληρο τον κόσμο.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ & ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Πριν ακόμα ο στρατός των Πανελλήνων -«πλην των Λακεδαιμονίων»- περάσει τον Ελλήσποντο, πίσω στην Πέλλα, ο Αλέξανδρος είχε οργανώσει την υπηρεσία εκείνη που θα δημιουργούσε καθημερινά τις Βασίλειες Εφημερίδες, τις Εφημερίδες του βασιλιά Αλέξανδρου. Επικεφαλής αυτής της εταιρείας ενημέρωσης και καταγραφής διορίστηκε από τον ίδιο τον Αλέξανδρο ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο αρχιγραμματέας του και ο βοηθός του Διόδοτος ο Ερυθραίος. Περιεχόμενο των φύλλων αυτών δεν ήταν μόνο τα επίσημα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα της ημέρας, αλλά και καθαρά προσωπικές ασχολίες του βασιλιά ή σπουδαίες ακροάσεις και στρατιωτικές διατάξεις, οικονομικά του κράτους κ.ά. Κάθε αντίγραφο των εφημερίδων φυλάσσονταν στο προσωπικό αρχείο του βασιλιά, το λεγόμενο γαζοφυλάκιον και ήτανε απόρρητες στο ευρύ κοινό. Πρόσβαση σ’ αυτές είχαν μόνο άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης του Αλεξάνδρου -συνήθως ανώτατα κυβερνητικά και στρατιωτικά στελέχη- ενώ μετά το θάνατό του, όλα τα φύλλα των εφημερίδων θα αποθηκεύονταν στον τάφο του μαζί με τα άλλα προσωπικά του αντικείμενα. Φαίνεται ότι αργότερα, μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, όσα γράφτηκαν την εποχή εκείνη στις Βασίλειες Εφημερίδες διασκευάστηκαν και αναδημοσιεύτηκαν για να γίνουν γνωστά στο ευρύ κοινό με τη μορφή ενός διηγήματος, μίας λαϊκής αφήγησης για ένα σπουδαίο βασιλιά.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ
Συγγραφέας ο οποίος επικαλείται συχνά τη μαρτυρία των Εφημερίδων είναι ο Αρριανός (95-180 μ.Χ.). Ο Αρριανός, στο εφτάτομο έργο του Αλεξάνδρου Ανάβασις, που γράφτηκε 500 περίπου χρόνια μετά την εκστρατεία στην Ασία, επαναλαμβάνει σε πολλά σημεία της αφηγήσεως του πως «αι βασίλειοι εφημερίδες ώδε έχουσι» φανερώνοντας μία από τις πηγές του έργου του, δε γνωρίζουμε, όμως, αν παραθέτει αυτούσια αποσπάσματα από το κείμενο τους. Απ’ όλους τους ιστοριογράφους του Αλέξανδρου μόνο ο Αρριανός κάνει σαφή αναφορά σε αυτές. Ωστόσο, δεν είναι σαφές -ο συγγραφέας δεν το διευκρινίζει- αν οι εφημερίδες ήταν στη διάθεση του Αρριανού το 2ο αιώνα μ.Χ. ή αν πήρε τα αποσπάσματα από έργα προηγούμενων συγγραφέων. Ο ίδιος αναφέρει, από τις πρώτες σελίδες του έργου του, πως στηρίχτηκε σε δύο προηγούμενες αφηγήσεις: Στο έργο του Αριστόβουλου, του μηχανικού του Αλεξάνδρου και του Πτολεμαίου, του στρατηγού και μετέπειτα βασιλιά της Αιγύπτου. Αυτούς τους δύο θεωρεί ο Αρριανός τους πιο αξιόπιστους από τους πολλούς που θέλησαν να καταγράψουν τη μεγαλειώδη πορεία προς την Ανατολή. Για τον Αλέξανδρο έγραψαν ακόμη ο ναύαρχος Νέαρχος, ο φιλόσοφος Ονησίκριτος, ο Αναξιμένης, ο Μαρσύας, ο Χάρης κ.ά.1, κανένα όμως από τα έργα αυτά δεν έχει διασωθεί Το έργο του Αρριανού είναι σύγχρονο με το έργο του Πλούταρχου (50-120 μ.Χ.), ο οποίος στους Παράλληλους Βίους εξιστορεί τη ζωή του Μακεδόνα βασιλιά παράλληλα με τη ζωή του Ιουλίου Καίσαρα, χωρίς όμως να συγκρίνει, όπως κάνει σε όλους τους άλλους Βίους, τους δύο άνδρες.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ
Αν και μόνο οι Βασίλειες Εφημερίδες του Αλέξανδρου είναι γνωστές, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως τα φύλλα αυτά είναι μία καθαρά δική του εφεύρεση. Κάποιοι ιστορικοί ερευνητές2 υποστηρίζουν πως οι εφημερίδες του Αλέξανδρου αποτελούν τη συνέχεια μίας παλαιότερης παράδοσης των Μακεδόνων βασιλιάδων για τη δημιουργία εφημερίδων, εφημερίδων που έπαιρναν το όνομα του εκάστοτε βασιλιά που νοιαζόταν για τη σύνταξή τους π.χ. Εφημερίς του Φιλίππου κ.ο.κ. και οι οποίες φυλάσσονταν στις Αιγές, στην παλιά πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους, εκεί όπου παραδοσιακά θαβόταν οι βασιλείς. Πέρα από το βασίλειο της Μακεδονίας εφημερίδες κρατούσαν επίσης οι βασιλιάδες της Περσίας, της Αιγύπτου και άλλων ανατολικών χωρών, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, μετά τους κήρυκες, που μετέδιδαν προφορικά τις επίσημες ειδήσεις, δημόσιοι γραφιάδες ετοίμαζαν τα Δημόσια Γράμματα ή Υπομνήματα, όπου γινόταν η καθημερινή συγκέντρωση και καταγραφή όλων των σημαντικών ειδήσεων. Στην αρχαία Ρώμη από το 48 π.Χ. και με εντολή του Ιούλιου Καίσαρα και μέχρι την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.) κυκλοφορούσαν τα acta diurna ή acta senatus, τα οποία περιείχαν ειδήσεις για επίσημες πολιτικές πράξεις και διάφορες άλλες πληροφορίες. Οι Βαβυλώνιοι κατέγραφαν κάθε μέρα τα γεγονότα της δημόσιας ζωής σε πήλινες πλάκες, όπως και οι Κρήτες, ενώ εφημερίδες κρατούσαν ακόμη οι βασιλιάδες της Περσίας, της Αιγύπτου και άλλων ανατολικών χωρών, όπως της Κίνας, όπου το 713 μ.Χ. κυκλοφόρησε στη Σαγκάη η πρώτη τυπωμένη εφημερίδα με ξύλινα στοιχεία. Οι Κινέζοι είναι οι πρώτοι τυπογράφοι, γιατί γνώριζαν τα κινητά στοιχεία και την πρέσα από τον 5ο αιώνα μ.Χ. Στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία επίσης αναφέρεται και κάποιο ιστορικό έργο με τον τίτλο Εφημερίς Τρωικού Πολέμου, που αποδίδεται σε κάποιον Κρητικό με το όνομα Δίκτυ3.

Από τις Εφημερίδες του Αλεξάνδρου και τα πρώτα έργα που είχαν γραφτεί για εκείνον και τη μακεδονική εκστρατεία στην Ασία τίποτα δεν έχει διασωθεί. Όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του προέρχονται από κατοπινούς συγγραφείς, όπως ο Αρριανός και ο Πλούταρχος, που είχαν σαν πήγες τους τα χαμένα έργα, αλλά και τις λαϊκές αφηγήσεις. Ίσως και τα φύλλα των εφημερίδων. Δεν γνωρίζουμε αν οι εφημερίδες αυτές και το υπόλοιπο προσωπικό αρχείο του βασιλιά τοποθετήθηκαν μαζί με το νεκρό Αλέξανδρο στον τάφο του. Όπως η ιστορία αναφέρει, η σωρός του μέσα σε μία μεγαλοπρεπή άμαξα θα ερχόταν στην Ελλάδα για να ταφεί δίπλα στους άλλους Μακεδόνες βασιλείς. Στο δρόμο όμως ο Πτολεμαίος άρπαξε το νεκρό σώμα του βασιλιά του και το μετέφερε στην Αίγυπτο. Εκεί όπου ίσως να αναπαύεται μέχρι σήμερα.
Αν κάποια στιγμή οι Βασίλειες Εφημερίδες του Αλέξανδρου έρθουν στο φως, όσο ουτοπική και αν φαντάζει αυτή η σκέψη, η ανακάλυψη τους θα αποτελέσει αφορμή να ξαναγράψουμε σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, τη μακεδονική εκστρατεία έτσι όπως μας τη διηγείται, όχι κάποιος αξιόπιστος ιστορικός, αλλά ο ίδιος ο βασιλιάς της.

Κοζάνη, Ιούνιος 2010


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Pierre Briant. Ο Μέγας Αλέξανδρος. Από την Ελλάδα στην Ανατολή. σελ.132.
2. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν οι N.G.L. Hammond και F.W.Wallabank στο βιβλίο τους Ιστορία της Μακεδονίας, τόμος 3ος, σελ.25-26.
3. Το έργο αυτό έχει διασωθεί σε λατινική διασκευή κάποιου L. Septimious με τον τίτλο Ephemeris belli Troiani (Εφημερίς του Τρωικού πολέμου) και έτυχε μεγάλης αποδοχής κατά το Μεσαίωνα. Όπως αναφέρεται στον πρόλογό του, βρέθηκε στον τάφο του Δίκτυ στην Κνωσό, την εποχή του Νέρωνα από κάποιους βοσκούς, οι οποίοι παρέδωσαν τα χειρόγραφα στο Ρουτήλιο Ρούφο, διοικητή της Κρήτης και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον αυτοκράτορα, ο οποίος έκανε τη μεταφορά της διηγήσεως από τα φοινικικά στα ελληνικά. Σήμερα σώζεται μόνο το λατινικό κείμενο του Septimious. Για το Δίκτυ γνωρίζουμε μόνο ό,τι αυτός ισχυρίζεται: Ότι δηλ. έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο ως ακόλουθος των Κρητών βασιλέων, Ιδομενέα και Μηριώνη. (ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ, τόμος 21, σελ. 89).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Αρριανός. Αλεξάνδρου Ανάβασις. ΚΑΚΤΟΣ - 1992.
2. Πλούταρχος. Βίοι Παράλληλοι Αλέξανδρος - Καίσαρ. ΚΑΚΤΟΣ - 1993.
3. Pierre Briant. Ο Μέγας Αλέξανδρος. Από την Ελλάδα στην Ανατολή.
ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ ΔΕΛΗΘΑΝΑΣΗ - 1993.
4. ΠΑΠΥΡΟΣ - ΛΑΡΟΥΣ. Εγκυκλοπαίδεια.
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ - 1963.
5. N.G.L. Hammond - F.W.Wallabank. Ιστορία της Μακεδονίας.
ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ - 1995.
6. N.G.L. Hammond. Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής.
ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ - 1997.

ΕΙΣΒΟΛΗ ΑΠΟ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

της Κατερίνας Μ. Μάτσου

Herbert G. Wells. Ο πόλεμος των κόσμων (The war of the worlds).
Εκδόσεις: Ψυχογιός. Αθήνα 2005, σελ. 440.

Όταν ο Herbert George Wells (1866-1946), ο γνωστός Άγγλος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, έγραφε το 1898 τον «Πόλεμο των κόσμων», ένα από τα γνωστότερα και πιο πολυδιαβασμένα και πολυ-διασκευασμένα μυθιστορήματά του, ταξίδια έξω από τα σύνορα του πλανήτη Γη πραγματοποιούνταν μόνο στα βιβλία του Ιουλίου Βερν και στις φανταστικές περιπέτειες του Λουκιανού και του Βαρόνου Μινχάουζεν. Ο Wells παίρνει αφορμή από το πρωταρχικό όνειρο του ανθρώπου για ταξίδια στο διάστημα και το αιώνιο ερώτημά του αν υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες και το μεταλλάσσει. Δε μιλάει δηλαδή για ένα ταξίδι του ανθρώπου από τη Γη στο αχανές διάστημα, όπως οι άλλοι συγγραφείς μέχρι τότε συνήθιζαν, αλλά περιγράφει την επίσκεψη και την επίθεση κατά της Γης από τους κατοίκους του πλανήτη Άρη.
Την ιστορία περιγράφει ένας ανώνυμος αφηγητής (ουσιαστικά μία φανταστική εκδοχή του ίδιου του Wells) που ζει την επίθεση και τις συνέπειες της άφιξης των Αρειανών στη Γη. Προσπαθώντας να γλιτώσει, επιχειρεί να καταφύγει στο Λονδίνο και περιφέρεται σε μία έρημη και κατεστραμμένη Αγγλία -ενώ οι Αρειανοί καταστρέφουν ανελέητα ό,τι βρεθεί στο δρόμο τους, ακόμα και πόλεις ολόκληρες- συναντώντας ανθρώπους που περιφέρονται στη χώρα σα χαμένοι με την ίδια μ’ αυτόν αγωνία, πιστεύοντας πως το τέλος του κόσμου και του ανθρωπίνου είδους έχει πλέον φτάσει. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να νικήσουν τους εξωγήινους εισβολείς. Ακόμη και τα τελειότερα όπλα τους είναι ανίσχυρα μπροστά στις δικές τους ανίκητες και ανελέητες πολεμικές μηχανές. Το ανθρώπινο είδος είναι καταδικασμένο σε αφανισμό; Τη λύση και τη λύτρωση δίνει τελικά η ίδια η φύση. Οι πανίσχυροι Αρειανοί αποδεικνύονται εντελώς αδύναμοι μπροστά στους ιούς των ανθρώπινων ασθενειών, αφού σε αντίθεση με τους ανθρώπους, αυτοί δεν έχουν τα κατάλληλα αντισώματα για να τους αντιμετωπίσουν.
Ο H.G. Wells, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του φανταστικού των δύο τελευταίων αιώνων, θεωρείται σήμερα και όχι άδικα πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Είναι ο πρώτος που αναρωτήθηκε για τα ταξίδια στο χρόνο, για την ύπαρξη ζωής σε άλλους πλανήτες, για την ύπαρξη άλλων παράλληλων διαστάσεων, για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών στο μέλλον, την απειλή των βιολογικών όπλων και τόσα άλλα, δίνοντας μερικά από τα πιο εξαίρετα δείγματα της λογοτεχνίας του είδους, με μυθιστορήματα όπως: «Η μηχανή του χρόνου», «Ο αόρατος άνθρωπος», «Ο κλεμμένος βάκιλος», «Η πόρτα μέσα στον τοίχο» κ.ά. Ο «Πόλεμος των κόσμων» είναι ένα βιβλίο σταθμός στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη με την αληθοφάνειά του. Η φανταστική ιστορία του βιβλίου μεταφέρθηκε πολλές φορές με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη, με τελευταία την προσπάθεια του Αμερικανού σκηνοθέτη Steven Spielberg το 2005 με τον γνωστό ηθοποιό Tom Cruise στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ίδια ιστορία το 1938 έγινε αφορμή χιλιάδες Αμερικανοί να βγουν πανικόβλητοι στους δρόμους, τρέμοντας για την επικείμενη άφιξη των Αρειανών. Υπεύθυνος για την πρωτοφανή αυτή αναστάτωση ενός ολόκληρου λαού ήταν ο Αμερικανός ηθοποιός Orson Welles (1915-1985), που τότε παρουσίαζε μία ραδιοφωνική εκπομπή στο αμερικανικό ραδιοφωνικό δίκτυο CBS. Ο Welles στην εκπομπή του παρουσίαζε δραματοποιημένα διάφορα λογοτεχνικά έργα, όπως «Ο Κόμης Μόντε Κρίστο» ή «Ο Δράκουλας». Εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1938, παραμονή της γιορτής του Halloween διάλεξε να παρουσιάσει με τη μορφή εκτάκτων δελτίων ειδήσεων τον «Πόλεμο των κόσμων» του H.G. Wells, αναστατώνοντας τους ακροατές, που νόμισαν ότι όλα όσα διηγούνταν ο Welles στο ραδιόφωνο, το μοναδικό μέσο άμεσης ενημέρωσης που υπήρχε τότε, ήταν αλήθεια. Πολλοί άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι στους γείτονες για να τους επιβεβαιώσουν ή να τους ενημερώσουν για το γεγονός, ενώ οι πιο ευφάνταστοι ήταν σίγουροι πως διέκριναν κάπου στον ορίζοντα τις φλόγες από τις φωτιές των όπλων των Αρειανών και μύριζαν τα δηλητηριώδη αέρια που τα σκάφη τους εκτόξευαν. Ο Welles δεν ήξερε τίποτα απ’ όλα όσα γινόταν στην πόλη κατά τη διάρκεια της εκπομπής του. Τον αντίκτυπο που είχαν προκαλέσει τα λόγια του, τον πληροφορήθηκε μόνο, όταν είδε την αστυνομία να ορμά και να καταλαμβάνει το στούντιο του σταθμού, διακόπτοντας την εκπομπή. Δέχτηκε οξεία κριτική από μερίδα του κοινού και του Τύπου, αλλά και προτάσεις από το Χόλλυγουντ. Δύο χρόνια αργότερα, στα 25 του, γύριζε εκεί ως πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης την περίφημη ταινία «Πολίτης Κέιν» που τον έκανε διάσημο.
Θερμός θαυμαστής του έργου του Ιουλίου Βερν, με αδάμαστη φαντασία, αλλά και διορατικότητα ο H.G. Wells δεν άφησε ανεκμετάλλευτο το μυστήριο που πάντα ενέπνεε στους κατοίκους της προσφιλούς μας Γης ο κόκκινος πλανήτης. Ο Άρης, τέταρτος στο ηλιακό μας σύστημα και ο πιο κοντινός προς τη Γη πλανήτης, έγειρε πάντα την ανθρώπινη περιέργεια, αλλά και την ανθρώπινη φαντασία. Με την κόκκινη -σαν αίμα- εμφάνισή του στο νυχτερινό ουρανό, πρόσταξε από νωρίς τους ανθρώπους να του δώσουν το όνομα του Άρη, του θεού του πολέμου και της αιματοχυσίας. Κι αν και ο άνθρωπος πείστηκε πλέον σήμερα πως Αρειανοί δεν υπάρχουν για να απειλήσουν την κυριαρχία του στο Σύμπαν, ο κόκκινος γείτονάς μας συνεχίζει να κρατά ακόμα καλά κρυμμένα πολλά μυστικά του.
Αντιλαμβανόμενος την παντοδυναμία του κόκκινου πλανήτη, ο H.G. Wells πρόσφερε το 1898 στην παγκόσμια λογοτεχνία ένα βιβλίο που ακόμη και σήμερα, έναν αιώνα μετά την πρώτη γραφή του, συνεχίζει να διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια αμείωτη μέχρι το τέλος, μέχρι την τελευταία σελίδα και αράδα, αγωνία. Έχοντας μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες, συνεχίζει να προσελκύει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, δίνοντας το έναυσμα και την αφορμή για ένα μοναδικό ταξίδι. Ένα ταξίδι πέρα από τη Γη, στο αχανές κι ασύνορο διάστημα.

Κοζάνη, Ιούνιος 2006



Πηγές: http://www.war-ofthe-worlds.co.uk/radio.htm
http://en.wikipedia.org/wiki/H.¬_G._Wells
http://en.wikipedia.org/wiki/The_War_of_the_Worlds_(novel)
http://en.wikipedia.org/wiki/The_War_of_the_Worlds_(radio)
- ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: Μαλλιάρης-Παιδεία / Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. Θεσσαλονίκη : 2005.
- ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΊΕΣ (1930- 1939). Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: Η. Μανιατέα. Αθήνα : 2006.
- ΠΑΠΥΡΟΣ - ΛΑΡΟΥΣ - ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ. Εγκυκλοπαίδεια.
Εκδ: ΠΑΠΥΡΟΣ. Αθήνα : 2005.